Ως «διαρκές σοκ» περιγράφει πλέον την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, σε συνέντευξή του στο Liberal ο καθηγητής ενεργειακής πολιτικής και Senior Fellow στο Atlantic Council, Τσαρλς Έλληνας, τονίζοντας ότι η αβεβαιότητα λειτουργεί ως μόνιμος πλέον παράγοντας κόστους, αστάθειας και στρατηγικής αναθεώρησης για την παγκόσμια αγορά ενέργειας και το διεθνές εμπόριο.
Όπως επισημαίνει, τα διαδοχικά ανοίγματα και κλεισίματα των Στενών συντηρούν ένα περιβάλλον διαρκούς μεταβλητότητας, με υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου, επιφυλακτικές αγορές και εφοδιαστικές αλυσίδες που αποκαθίστανται αργά και υπό όρους.
Επιπλέον, εξηγεί γιατί έρχονται μήνες αστάθειας, καθώς ακόμη και σε περίπτωση σταθερού ανοίγματος των Στενών, η επιστροφή στην προ της κρίσης κανονικότητα δεν είναι άμεση. Στο καινούργιο αυτό σκηνικό, αναλύει τους νέους δρόμους που «ανοίγονται» για το αμερικανικό και το ρωσικό πετρέλαιο ενώ παράλληλα σκιαγραφεί τη θέση της Κίνας στον παγκόσμιο χάρτη.
Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου
Ξεκινώντας από την αβεβαιότητα που παρατηρείται στα Στενά του Ορμούζ, όπου τη μια στιγμή ανοίγουν και την άλλη κλείνουν ξανά με την ένταση να κλιμακώνεται, τι σημαίνει αυτή η αβεβαιότητα; Ποια είναι τα σενάρια της επόμενης μέρας για ενέργεια και εμπόριο;
Το παροδικό άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ήταν σημαντικό, αλλά, όπως αποδείχθηκε, θα ήταν λάθος να το θεωρήσουμε ως πλήρη επιστροφή στην κανονικότητα. Είναι καλύτερα κατανοητό ως μερική σταθεροποίηση υπό συνεχή κίνδυνο.
Το γεγονός ότι άνοιξαν την Παρασκευή και έκλεισαν το Σάββατο δείχνει ότι δεν είμαστε ακόμα σε λύση και καταλήγει να είναι στην πραγματικότητα πιο αποσταθεροποιητικό από ένα «καθαρό» ουσιαστικό κλείσιμο. Δημιουργεί ένα περιβάλλον σοκ όπου η ίδια η αβεβαιότητα κυριαρχεί.
Με την προσωρινή επαναλειτουργία είδαμε στις αγορές ενέργειας τις τιμές του πετρελαίου να μειώνονται γρήγορα, αλλά όχι στα επίπεδα πριν από την κρίση. Το Brent μειώθηκε στα $88/βαρέλι, αλλά επανήλθε στα $92/βαρέλι. Οι τιμές φυσικού αερίου και LNG μειώθηκαν, ειδικά στην Ευρώπη, κάτω από €40/MWh και η κυκλοφορία των δεξαμενόπλοιων επανεκκινήθηκε ως έναν βαθμό. Αλλά, τα επαναλαμβανόμενα ανοίγματα/κλεισίματα δημιουργούν αβεβαιότητα και παράλυση, μεταβλητότητα χωρίς επίλυση και μόνιμα ασφάλιστρα κινδύνου. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι αγορές και τιμές γίνονται εξαιρετικά ασταθείς, οι έμποροι πετρελαίου τιμολογούν ένα μόνιμο γεωπολιτικό ασφάλιστρο και οι αγορές καθυστερούν ελπίζοντας σε αλλαγή. Ακόμα και αν οι ενεργειακές ροές ξαναρχίσουν, η κρίση αφήνει διαρκείς διαρθρωτικές επιπτώσεις:
- Επιταχυνόμενη διαφοροποίηση
- Η Ευρώπη πιέζει περισσότερο για το LNG εκτός Κόλπου, από ΗΠΑ και Αφρική
- Η Ασία αυξάνει την αποθήκευση και διαφοροποιεί τους προμηθευτές
- Η Κίνα στηρίζεται περισσότερο σε αγωγούς από τη Ρωσία και την Κεντρική Ασία
Μπήκαμε σε μια στρατηγική αναθεώρηση με μεγαλύτερη έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια έναντι της οικονομικής αποδοτικότητας. Επιπλέον, με αυξημένες επενδύσεις σε στρατηγικά αποθέματα, εναλλακτικές οδούς ναυτιλίας και εγχώριες πηγές ενέργειας. Αυτό δημιουργεί μια τεταμένη ισορροπία. Βραχυπρόθεσμα, με μια ουσιαστική αλλά ατελής επιστροφή στην κανονικότητα, οι τιμές μπορεί να πέφτουν και οι ροές να ξαναρχίζουν. Μεσοπρόθεσμα, έχουμε ένα επίμονο ασφάλιστρο κινδύνου και μακροπρόθεσμα μια ενισχυμένη στροφή προς τη διαφοροποίηση και την ενεργειακή ασφάλεια. Το συμπέρασμα είναι ότι το προσωρινό άνοιγμα δεν ήταν μια επαναφορά, αλλά μια παύση στη διαταραχή μέσα σε έναν συνεχιζόμενο κύκλο γεωπολιτικού κινδύνου. Τα επαναλαμβανόμενα ανοίγματα/κλεισίματα δεν είναι βιώσιμα. Αυτό το είδος αστάθειας μπορεί να επιφέρει ένα από τα τρία αποτελέσματα:
- Σταθεροποίηση μέσω αποτροπής: Ισχυρή στρατιωτική παρουσία που να διατηρεί τα Στενά ανοιχτά
- Κλιμάκωση σε παρατεταμένη αναστάτωση: Οδηγεί στην ανα-τιμολόγηση της αγοράς δομικά υψηλότερα
- Το πιο πιθανό είναι ισορροπία διαχειριζόμενης έντασης, δηλαδή τα Στενά να είναι τεχνικά ανοιχτά αλλά να λειτουργούν υπό συνεχή κίνδυνο
Το επαναλαμβανόμενο άνοιγμα και κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ σημαίνει ότι η οικονομική αναστάτωση εντείνεται, η αβεβαιότητα γίνεται ο κύριος παράγοντας κόστους και το παγκόσμιο εμπόριο συνεχίζει να επιβραδύνεται ακόμη και χωρίς πλήρες κλείσιμο.
Οι αγορές μεταβαίνουν από ένα ενεργειακό σύστημα που βασίζεται στην αποτελεσματικότητα σε ένα που βασίζεται στη διαχείριση κινδύνου και την ανθεκτικότητα - με υψηλότερο κόστος. Και φυσικά αν ο Πρόεδρος Τραμπ εφαρμόσει τις απειλές του και πλήξει τις ιρανικές υποδομές, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία όταν ξεκινήσουν οι νέες συνομιλίες, σήμερα, Δευτέρα, θα βρεθούμε ξανά σε χειρότερη κατάσταση απ' ό,τι πριν. Ο κίνδυνος παρατεταμένης σύγκρουσης είναι εξάντληση αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένων των καυσίμων αεροσκαφών, της βενζίνης και του ντίζελ με τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις. Τα διακυβεύματα μη–συμφωνίας αυξάνονται.
Πώς θα επηρέαζε άμεσα το μόνιμο άνοιγμα των Στενών τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την παγκόσμια οικονομία;
Με το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ το σύστημα δεν επιστρέφει αμέσως στην αρχική του κατάσταση. Βελτιώνει τη ροή, αλλά αφήνει πίσω του την προσοχή, το υψηλότερο κόστος και τις διαρθρωτικές αλλαγές. Οδήγησε ήδη σε μια αποπληθωριστική ώθηση με χαμηλότερες τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου/LNG και μειωμένο κόστος μεταφοράς. Αυτά συμβάλλουν σε χαμηλότερο συνολικό πληθωρισμό και ανακούφιση για τους καταναλωτές και τις κεντρικές τράπεζες, χωρίς όμως ακόμα σε πλήρη επαναφορά. Οι ενεργειακές τιμές θα παραμείνουν πάνω από το βασικό επίπεδο πριν από την κρίση για αρκετό καιρό ακόμα.
Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη είναι θετικές, με μειωμένο κίνδυνο ύφεσης και σταθεροποίηση των παγκόσμιων εμπορικών ροών. Παραμένει όμως συνεχιζόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ μειώνει σημαντικά την πίεση στην αλυσίδα εφοδιασμού και την πληθωριστική πίεση και δημιουργεί νέες ισορροπίες, αλλά δεν θα αποκαθιστήσει το παλιό σύστημα σύντομα.
Στο νέο σκηνικό που αναδύεται, ποια θέση καταλαμβάνει το αμερικανικό πετρέλαιο στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές;
Στο νέο περιβάλλον το πετρέλαιο του Κόλπου χαρακτηρίζεται από χαμηλό κόστος αλλά με υψηλή γεωπολιτική έκθεση, ενώ το αμερικανικό πετρέλαιο είναι μεν υψηλότερου κόστους αλλά έχει το προτέρημα χαμηλότερου γεωπολιτικού κίνδυνου.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το αμερικανικό πετρέλαιο γίνεται αμορτισέρ κατά τη διάρκεια κρίσεων, προσφέρει διαφοροποίηση για τους εισαγωγείς και θεωρείται βασικός πυλώνας της παγκόσμιας σταθερότητας του εφοδιασμού.
Αλλά δεν είναι υποκατάστατο των τεράστιων αποθεμάτων των παραγωγών του Κόλπου. Είναι όμως αντίβαρο σε ένα πιο κατακερματισμένο και περισσότερο επικίνδυνο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα.
Αναφορικά με τον ρόλο της Κίνας, σε τι θέση βρίσκεται τώρα το Πεκίνο, δεδομένου ότι απορροφά τεράστιους όγκους ενέργειας από τη Μέση Ανατολή;
Το τεράστιο πλεονέκτημα της Κίνας είναι η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της που επωφελείται από πρόσβαση σε φθηνό ρωσικό πετρέλαιο και διαφοροποιημένη προσφορά από τη Μέση Ανατολή κάνοντας την Κίνα ένα κυρίαρχο αγοραστή. Αυτό ενισχύει την βαριά βιομηχανία, τα πετροχημικά και την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της παγκοσμίως. Αυξάνεται επίσης η στρατηγική της αυτονομία λόγω λιγότερης εξάρτησης από οποιονδήποτε κυρίαρχο προμηθευτή, που της προσφέρει μεγαλύτερη ικανότητα αντοχής σε κυρώσεις ή διαταραχές και μπορεί να παρουσιαστεί ως λιγότερο εξαρτημένη από συστήματα που ελέγχονται από τη Δύση. Η Κίνα όμως εξακολουθεί να είναι περιορισμένη λόγω εξάρτησης από θαλάσσιες οδούς που δεν μπορεί να ελέγξει, με το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ να διατηρεί την κυριαρχία του σε βασικές θαλάσσιες διαδρομές.
Η ναυτική της εμβέλεια επεκτείνεται, αλλά δεν είναι ισοδύναμη με τις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα: ενεργειακή ανασφάλεια σε καιρό πολέμου. Σε μια μεγάλη σύγκρουση, ο κίνδυνος διακοπής εφοδιασμού παραμένει υψηλός. Στη νέα, αναδυόμενη, παγκόσμια ενεργειακή δομή αυτό που εμφανίζεται είναι ένα διπλό σύστημα:
- Σύστημα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ με έλεγχο των θαλάσσιων οδών, ευέλικτες παγκόσμιες εξαγωγές LNG και πετρελαίου
- Ευρασιατικό σύστημα (με πυρήνα Κίνα-Ρωσία) με χερσαίες ροές ενέργειας, μακροπρόθεσμες διμερείς συμφωνίες και μειωμένη έκθεση σε θαλάσσια σημεία συμφόρησης.
Αυτά τα συστήματα είναι διασυνδεδεμένα σε καιρό ειρήνης, αλλά δυνητικά αποσυνδεδεμένα σε κρίση, με στρατηγική συνέπεια την αμοιβαία αποτροπή.
Πώς εξελίσσεται σήμερα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο πετροδολάριο και το πετρογιουάν; Μήπως οδεύουμε προς ένα υβριδικό σύστημα, στο οποίο το γιουάν αναδεικνύεται σε στρατηγική εναλλακτική;
Εκεί πού κερδίζει έδαφος το πετρογουάν είναι στο εμπόριο ενέργειας Ρωσίας-Κίνας, που σε ένα μεγάλο μερίδιο τώρα διαπραγματεύεται σε RMB ή ρούβλια, και σε επιλεγμένες συμφωνίες στη Μέση Ανατολή και με χώρες BRICS που αποδέχονται RMB για ορισμένες πωλήσεις. Αλλά το RMB δεν είναι πλήρως μετατρέψιμο. Όμως παρά αυτές τις μετατοπίσεις, οι ΗΠΑ και το δολάριο διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα:
- Βάθος αγοράς και ρευστότητα
- Μετατρεψιμότητα και εμπιστοσύνη
Οι αγορές πετρελαίου, η ναυτιλία, οι ασφάλειες και τα χρηματοοικονομικά είναι οικοσυστήματα που βασίζονται στο δολάριο. Οι παραγωγοί του Κόλπου εξακολουθούν να βασίζονται στις εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ. Αυτά στηρίζουν τη συνεχιζόμενη χρήση του δολαρίου. Μια πραγματική αναμέτρηση θα απαιτούσε οι μεγάλοι παραγωγοί του Κόλπου να τιμολογούν το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου σε RMB καθώς και πλήρη μετατρεψιμότητα του RMB. Ακόμα, βαθιές, ανοιχτές κινεζικές κεφαλαιαγορές. Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν ισχύει σήμερα.
Το συμπέρασμα είναι ότι το πετροδολάριο δεν καταρρέει και το πετρογουάν δεν το αντικαθιστά. Κινούμαστε όμως προς ένα υβριδικό σύστημα όπου το δολάριο παραμένει η ραχοκοκαλιά και το γιουάν γίνεται μια στρατηγική εναλλακτική επιλογή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πώς μεταβάλλεται η θέση του ρωσικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές;
Η δυναμική του ρωσικού πετρελαίου στις ασιατικές αγορές έχει γίνει ένα από τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα του πώς η γεωπολιτική μπορεί να αναδιαμορφώσει -αλλά όχι να μειώσει- τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές. Αυτό που αναδύεται είναι ένα σύστημα μεγάλου όγκου, με έκπτωση, πολύπλοκο από άποψη εφοδιαστικής και ολοένα και πιο εύθραυστο.
Από το 2022, η Ρωσία έχει πραγματοποιήσει έναν δραματικό αναπροσανατολισμό με περίπου το 80% των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου να πηγαίνει στην Ασία, κυρίως στην Κίνα και την Ινδία. Αυτό είναι μια διαρθρωτική αναδιάρθρωση του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Η στρατηγική της Ρωσίας είναι να διατηρήσει τον όγκο εξαγωγών πάνω από την τιμή, με το πετρέλαιο να πωλείται με συνεχείς εκπτώσεις (συχνά $10-15/βαρέλι κάτω από τα σημεία αναφοράς), κάτι που έχει επιτύχει. Για να διατηρήσει τις ροές, η Ρωσία έχει δημιουργήσει ένα παράλληλο σύστημα. Πάνω από το 50% των εξαγωγών της πραγματοποιείται από ένα «σκιώδη στόλο» δεξαμενόπλοιων που υπόκεινται σε κυρώσεις ή είναι αδιαφανή. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα σύστημα πετρελαίου «γκρίζας αγοράς» που λειτουργεί παράλληλα με το σύστημα πετρελαίου.
Οι πρόσφατες εντάσεις που επηρεάζουν το Στενό του Ορμούζ ενίσχυσαν τον ρόλο της Ρωσίας. Η Κίνα έχει μειώσει απότομα τις εισαγωγές από τη Μέση Ανατολή και έχει αυξήσει την εισροή ρωσικού πετρελαίου Η Ρωσία γίνεται βασικός προμηθευτής στην Ασία σε κρίσεις ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται οι φωνές στην Ευρώπη για πρόσβαση σε ρωσική ενέργεια. Σε ένα βαθμό, η Ρωσία έχει αντικαταστήσει με επιτυχία την Ευρώπη με την Ασία. Αυτό έχει ενισχύσει τη στρατηγική θέση της Ρωσίας, ίσως όμως μόνο προσωρινά.
Τι ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν χώρες-παραγωγοί όπως η Βενεζουέλα; Θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως συμπληρωματικός παράγοντας εξισορρόπησης της παγκόσμιας προσφοράς;
Η Βενεζουέλα είναι ο κλασικός «κοιμώμενος γίγαντας» των αγορών πετρελαίου, με τεράστια αποθέματα, αλλά πολύ χαμηλή παραγωγή. Στο τρέχον περιβάλλον σχετικής σταθεροποίησης, γίνεται καλύτερα κατανοητή ως ένας αργός, υπό όρους παράγοντας, με περιορισμένες όμως προοπτικές βραχυπρόθεσμα. Η Βενεζουέλα έχει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά παράγει μόνο περίπου 1–1,2 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα σήμερα. Αυτό αντιστοιχεί σε ~1% της παγκόσμιας προσφοράς.
Έτσι, αυτή τη στιγμή, ο αντίκτυπός της στην αγορά είναι περιορισμένος, παρά τη βάση των πόρων της. Νέες συμφωνίες με εταιρείες όπως η Chevron και η Repsol υποδεικνύουν ένα πιθανό άνοιγμα που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανάκαμψη, αλλά όχι για μια ταχεία άνοδο.
Βραχυπρόθεσμα, σε 1–2 έτη, η παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί περίπου σε 1,2–1,5 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα, κάτι που δεν αποτελεί μετασχηματισμό για την παγκόσμια προσφορά. Μεσοπρόθεσμα, σε 3–5 έτη, δυνατότητα αύξησης παραγωγής στα 1,7–2,0 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα. Αυτό απαιτεί μεγάλες ξένες επενδύσεις, αποκατάσταση υποδομών και σταθερά μακροχρόνια συμβόλαια. Μακροπρόθεσμα η παραγωγή θα μπορούσε να φτάσει τα 2,5–3 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα -το ιιστορικό επίπεδο της χώρας- αλλά απαιτείται επένδυση άνω των $100 δισεκατομμυρίων δολαρίων και βαθιά θεσμική μεταρρύθμιση. Αυτό είναι δυνατό, αλλά όχι εγγυημένο. Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι εξαιρετικά βαρύ αργό πετρέλαιο, ακριβό στην παραγωγή και τεχνικά απαιτητικό.
Οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί λόγω προηγούμενων εθνικοποιήσεων, συμβατικής αστάθειας και θεσμικής αδυναμίας. Ο κύριος περιοριστικός παράγοντας είναι τα πολιτικά της χώρας. Στο σημερινό περιβάλλον, με την αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή, η Βενεζουέλα γίνεται δευτερεύουσα πηγή διαφοροποίησης. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις ποσότητες πετρελαίου του Κόλπου.
Το αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας συμπληρώνει το σύστημα διύλισης των ΗΠΑ και ενισχύει την ενεργειακή ολοκλήρωση του Δυτικού Ημισφαιρίου.
