Π. Γεροντόπουλος (ΣΒΠΕ): Ελλείψεις, κόστος και πιέσεις φέρνει για τη βιομηχανία πλαστικών ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή

Π. Γεροντόπουλος (ΣΒΠΕ): Ελλείψεις, κόστος και πιέσεις φέρνει για τη βιομηχανία πλαστικών ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή

Η ελληνική βιομηχανία πλαστικών βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανείς πιέσεις, καθώς οι ελλείψεις πρώτων υλών, η εκτίναξη του κόστους και οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα δοκιμάζουν τα όρια της παραγωγής. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος, Παναγιώτης Γεροντόπουλος, μιλώντας στο Liberal, περιγράφει το σκηνικό μιας «τέλειας καταιγίδας», που επηρεάζει από τον προγραμματισμό των επιχειρήσεων έως τις τελικές τιμές για τον καταναλωτή, αναδεικνύοντας τα δομικά προβλήματα εξάρτησης από εισαγωγές και τις προκλήσεις για την επόμενη ημέρα του κλάδου.

Συνέντευξη στη Μαρία Γεωργιάδου

Πόσο σοβαρές είναι σήμερα οι ελλείψεις πρώτων υλών πλαστικών στην Ελλάδα και πώς επηρεάζουν την παραγωγή των ελληνικών βιομηχανιών;

Οι ελλείψεις είναι πραγματικές και ήδη επηρεάζουν τον προγραμματισμό της παραγωγής της ελληνικής βιομηχανίας. Η ροή πρώτων υλών μέσω κρίσιμων διαύλων, όπως το Ορμούζ, παραμένει ασταθής, ενώ καίριες πετροχημικές υποδομές σε χώρες της Μέσης Ανατολής έχουν πληγεί, περιορίζοντας την παγκόσμια προσφορά. 

Για τις ελληνικές βιομηχανίες, που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες, αυτό σημαίνει αβεβαιότητα στη διαθεσιμότητα, καθυστερήσεις και δυσκολία στον σχεδιασμό παραγγελιών και παραγωγής. 

Βλέπουμε πλέον ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι υψηλές τιμές αλλά και η διαθεσιμότητα. Υπάρχει κίνδυνος διακοπής παραγωγής σε ελληνικές επιχειρήσεις λόγω έλλειψης πλαστικών;

Η διακοπή παραγωγής παραμένει ένα ακραίο σενάριο, ακόμη και μέσα στις σημερινές αντίξοες συνθήκες. Ωστόσο, η αστάθεια στη διαθεσιμότητα πρώτων υλών και η έντονη μεταβλητότητα στο κόστος έχουν ήδη περιορίσει τη δυνατότητα προγραμματισμού των επιχειρήσεων και δυσχεραίνουν τον στοιχειώδη σχεδιασμό της παραγωγής. Αν η κατάσταση παραταθεί και δεν υπάρξει ουσιαστική αποκλιμάκωση, είναι πιθανό να δούμε περαιτέρω υποχώρηση της παραγωγικής δραστηριότητας στον κλάδο. 

Την ίδια στιγμή, η πίεση στη ζήτηση, ιδίως σε τομείς όπως η συσκευασία και τα καταναλωτικά προϊόντα, ενισχύει τον φαύλο κύκλο αβεβαιότητας που αντιμετωπίζει σήμερα η αγορά.

Πόσο εξαρτημένη είναι η ελληνική βιομηχανία πλαστικών από εισαγόμενες πρώτες ύλες και ποιες εναλλακτικές λύσεις εξετάζονται;

Η εξάρτηση είναι σχεδόν πλήρης. Η εγχώρια παραγωγή πρώτων υλών είναι περιορισμένη, ουσιαστικά μιλάμε για παραγωγή πολυπροπυλενίου. Αυτό σημαίνει ότι η μεταποίηση πλαστικών στηρίζεται στα εισαγόμενα πολυμερή και είναι εκτεθειμένη σε κάθε διεθνή διαταραχή, από τις τιμές ενέργειας έως τη ναυσιπλοΐα και τη διαθεσιμότητα. 

Πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ καταδεικνύει ότι σε βασικές κατηγορίες προϊόντων, όπως η πλαστική συσκευασία, οι εισαγωγές υπερβαίνουν συχνά τις εξαγωγές. 

Οι βασικές εναλλακτικές κινούνται σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι η ουσιαστική ενίσχυση της ανακύκλωσης, ώστε να παραχθούν πιστοποιημένες δευτερογενείς πρώτες ύλες, με σταθερή ποιότητα και δυνατότητα αξιοποίησης από τη βιομηχανία. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αξιόπιστη συλλογή, καλύτερη διαλογή στην πηγή, επαρκείς υποδομές επεξεργασίας, αλλά και ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας και είναι μια λύση για το μέλλον.

Η δεύτερη είναι η διαφοροποίηση των προμηθευτών, ώστε σε περιόδους διεθνών διαταραχών, όπως η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή, οι επιχειρήσεις να μη μένουν εξαρτημένες από περιορισμένους διαύλους εφοδιασμού.

Μπορεί η ανακύκλωση στην Ελλάδα να καλύψει μέρος του κενού;

Η ανακύκλωση μπορεί να συμβάλει, αλλά σε περιορισμένο βαθμό υπό τις σημερινές συνθήκες. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά κινούνται ακόμη σε χαμηλά επίπεδα, κοντά στο 20%, ενώ διαχρονικές αδυναμίες, όπως η ανεπαρκής διαλογή στην πηγή και η περιορισμένη χωριστή συλλογή, υπονομεύουν την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα των ανακυκλωμένων υλικών.

Για να ενισχυθεί ουσιαστικά ο ρόλος της, απαιτούνται στοχευμένες επενδύσεις, αναβάθμιση υποδομών και συνεκτικές θεσμικές παρεμβάσεις. 

Την ίδια ώρα, οι ευρωπαϊκές νομοθεσίες, όπως ο Κανονισμός για τις Συσκευασίες και τα Απόβλητα Συσκευασίας (PPWR), ενισχύουν τη ζήτηση για ανακυκλωμένο περιεχόμενο, διαμορφώνοντας μια θετική κατεύθυνση, η οποία όμως χρειάζεται χρόνο για να αποδώσει ουσιαστικά αποτελέσματα.

Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για τον τελικό καταναλωτή στην Ελλάδα το επόμενο διάστημα; Να περιμένουμε αυξήσεις ή ακόμη και ελλείψεις σε βασικά προϊόντα;

Βρισκόμαστε εν μέσω μιας «τέλειας καταιγίδας». Γεωπολιτικές συγκρούσεις, αυξημένες τιμές πρώτων υλών, υψηλό ενεργειακό κόστος και ακριβότερες μεταφορές πιέζουν ταυτόχρονα όλη την αλυσίδα αξίας. 

Αναπόφευκτα, η αύξηση των τιμών είναι νομοτελειακή. Ωστόσο, μόνο ένα μικρό μέρος της επιβάρυνσης συνδέεται με τα πλαστικά. Το μεγαλύτερο απορρέει από τη συνολική αύξηση του κόστους ενέργειας, μεταφορών και πρώτων υλών. 

Οι πιέσεις αυτές διαχέονται σε όλη την αλυσίδα αξίας και σταδιακά αποτυπώνονται στο τελικό προϊόν, χωρίς να αφήνουν ουσιαστικά περιθώρια απορρόφησης από τη βιομηχανία σε βάθος χρόνου.

Υπάρχει περιθώριο να απορροφήσει η βιομηχανία το αυξημένο κόστος ή έρχονται νέες αυξήσεις;

Μέχρι σήμερα, πολλές επιχειρήσεις έχουν απορροφήσει μέρος αυτής της πίεσης, συχνά με ιδιαίτερα περιορισμένα ή και αρνητικά περιθώρια. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον.

Εφόσον η μεταβλητότητα στις τιμές πρώτων υλών και ενέργειας συνεχιστεί, είναι αναπόφευκτο ότι θα υπάρξει περαιτέρω προσαρμογή τιμών. Η πίεση μεταφέρεται σταδιακά σε όλη την αλυσίδα, και τελικά στον καταναλωτή, χωρίς ουσιαστικά περιθώρια απορρόφησης από τη βιομηχανία.

Η κρίση ανέδειξε την εξάρτηση από τα πετροχημικά και τις εισαγωγές. Γιατί η Ελλάδα δεν έχει χτίσει μεγαλύτερη αυτάρκεια στον τομέα αυτό;

Η απάντηση είναι σε μεγάλο βαθμό δομική. Η Ελλάδα διαθέτει κλάδο διύλισης, αλλά δεν είναι πετρελαιοπαραγωγός χώρα. Όπως αναφέραμε και νωρίτερα, η μεταποίηση εξαρτάται από τις εισαγόμενες πρώτες ύλες. 

Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η χημική βιομηχανία υποχωρεί τα τελευταία χρόνια υπό την πίεση του υψηλού ενεργειακού κόστους και ενός ιδιαίτερα απαιτητικού κανονιστικού πλαισίου, που συχνά διαμορφώνει άνισους όρους ανταγωνισμού σε σχέση με τρίτες χώρες. 

Έτσι, μέρος της παραγωγής μεταφέρεται εκτός Ευρώπης και τα προϊόντα εισάγονται από τρίτες χώρες, με υψηλότερο συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.