Η ελεγεία της αποτυχίας του ήταν η Σαββατιάτικη παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα, με την οποία σηματοδοτεί τη διάθεση της επιστροφής του. Μιας επιστροφής που κατά την εφημερίδα που φιλοξένησε το άρθρο του, «Δεν ήρθε, τον έφεραν»! (Εφημερίδα των Συντακτών).
Χρειάζεται μεγάλη δόση φαντασίας, και άλλη τόση ευπιστίας, να πιστέψει κανείς πως ο άνθρωπος που έχασε την Πρωθυπουργία με 32%, και ως αξιωματική αντιπολίτευση καταρρακώθηκε στο 18%, εβαπτίσθη ξαφνικά ως ο παράκλητος της χώρας.
Γράφει ο Αλέξης μεταξύ άλλων στην παρέμβασή του: «Αρκεί όμως η δυσαρέσκεια των πολιτών για να τη φέρεις; (την αλλαγή). Όλα δείχνουν ότι δεν μπορεί. Γιατί δεν υπάρχει η ισχυρή και αληθινά κυβερνώσα δύναμη και πρόταση απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση. Όχι συμπληρωματική αλλά αποφασιστικά αντιπαραθετική».
Θα μπορούσε η διαπίστωση να είναι και μια αυτοαπεικόνιση, μια selfie, για να μιλήσουμε τη γλώσσα της εποχής. Από τις 7 Ιουλίου του 2019 που έχασε την πρωθυπουργία από τον Μητσοτάκη, από τον οποίο δεν υπήρχε πιθανότητα να χάσει «ούτε στο ένα εκατομμύριο» (συνεντεύξεις Ιούλιος 2019) έως τις 29 Ιουνίου 2023 που παραιτήθηκε από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, πέρασαν συνολικά 1.453 ημέρες. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια.
Σε αυτό το διάστημα ήταν ο ίδιος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και όχι μόνο δεν έπεισε πως αποτελεί την «ισχυρή και αληθινή εναλλακτική δύναμη» απέναντι στις «καταστροφικές πολιτικές Μητσοτάκη», αλλά κατόρθωσε το ακατόρθωτο για τα ελληνικά δεδομένα.
Όντας αξιωματική αντιπολίτευση και… εν αναμονή εκ νέου Πρωθυπουργός, να χάσει το κόμμα του σχεδόν 14 ποσοστιαίες μονάδες και πάνω από 850.000 ψήφους, ήτοι το 43,5% της εκλογικής του δύναμης. Αντίστοιχη καθίζηση είχαν και οι σύντροφοι «Ποδέμος» στην Ισπανία, που μαζί τους ο ΣΥΡΙΖΑ θα άλλαζε την Ευρώπη.
Δεδομένων των ανωτέρω, ποια είναι τα νέα επίκτητα προσόντα του Αλέξη και ποια η νέα συνθήκη που θα μπορούσε να τον καταστήσει επίφοβο πολιορκητή της εξουσίας Μητσοτάκη; Μόνο η φυσιολογική φθορά της κυβέρνησης του τελευταίου. Αλλά δεν αρκεί, που θα έλεγε και ο ίδιος.
Προφανώς εξακολουθεί να πιστεύει ότι «η δύναμη είναι στο παραμύθι», όπως έχει πει παλιότερα, στα χρόνια της αθωότητας (της αθωότητας των άλλων, όσων ανεξαρτήτως ιδεολογίας, έβλεπαν έναν ελπιδοφόρο νέο στο τιμόνι της Αριστεράς. Πριν αποδείξει πως πρόκειται για τον εμπνευστή - κήρυκα της μισαλλοδοξίας που δίχασε την κοινωνία).
Το ίδιο διατείνεται και σήμερα. Γράφει: «Γιατί δεν υπάρχει αντίπαλος. Όχι μόνο στις βελόνες των δημοσκοπικών μετρήσεων αλλά κυρίως στο πολιτικό αφήγημα, στο όραμα για τη διακυβέρνηση της χώρας».
Μόνο που το πολιτικό αφήγημα και όραμα (το παραμύθι) για να γίνει πιστευτό, να ενθουσιάσει, να εμπνεύσει, να κινητοποιήσει, χρειάζεται πάλλευκο πολιτικό μητρώο.
Όταν έχει προϋπάρξει μια τραυματική κυβερνητική θητεία, με τις «δημιουργικές ασάφειες» του Βαρουφάκη, με τα προδομένα γελοία δημοψηφίσματα, με τις εκδηλώσεις πολιτικής αφέλειας σαν τα λεφτά από τους BRICS και τις εκτυπωτικές μηχανές χαρτονομισμάτων από τον Πούτιν, την επιβάρυνση της χώρας με 100 δισ. και τόσα άλλα, το μητρώο είναι ανεξίτηλα αμαυρωμένο.
Ναι, οι λαοί συχνά έχουν κοντή μνήμη. Αλλά ο χρόνος είναι πολύ μικρός και η θητεία Τσίπρα αρκετά επιβαρυμένη για να ξεχαστεί τόσο σύντομα.
Ενδεικτικό είναι ότι οι μόνες κοινοβουλευτικές δυνάμεις που δηλώνουν διαθέσιμες για «ένα μεγάλο δημοκρατικό «ξεβόλεμα», μια εκ θεμελίων ανασύνθεση του δημοκρατικού και προοδευτικού χώρου», όπως διακηρύσσει, είναι αυτές που έθεσε στον «εξώστη».
Στους οποίους και απέδωσε την εκλογική αποτυχία, αφού ο ίδιος άσπιλος και αναμάρτητος… απλώς προήδρευε κυβέρνησης και κόμματος, όντας αφ’ υψηλού αμέτοχος παρατηρητής. Μόνο που αυτό στην εφηρμοσμένη πολιτική μεταφράζεται και ως αδύναμος κυβερνήτης.
Η εικόνα της αντιπολίτευσης που δείχνει αδυναμία να διεμβολίσει την κυβέρνηση Μητσοτάκη, περιλαμβάνει και τον ίδιο.
