Το λάθος (και το ελαφρυντικό) του Νίκου Ανδρουλάκη

Το λάθος (και το ελαφρυντικό) του Νίκου Ανδρουλάκη

Το ΠΑΣΟΚ πέρασε τη φάση του άκρατου ριζοσπαστισμού του, συνοδευόμενου από πλήρη αρνητισμό και καθολικό καταγγελτισμό της πολιτικής της τότε νεοδημοκρατικής κυβέρνησης, κατά το μεταδικτατορικό μέρος της δεκαετίας του 1970. Μάλιστα ακόμη και  o Κώστας Σημίτης έγραψε τότε βιβλίο, συλλογή πολιτικών κειμένων στην πραγματικότητα, τιτλοφορούμενο «Δομική Αντιπολίτευση», για να… υπερθεματίσει σε αυτή την πολιτική της απόλυτης αδιαλλαξίας!

Έκτοτε…

Το «Κϊνημα» ανδρώθηκε (συγγνώμη κυρίες μου δεν υπάρχει ακόμη το ρήμα «γυναικώθηκε»), μεγαλύνθηκε, μεγαλούργησε, ίσως και σε κάποια θέματα «κακούργησε» πολιτικά. 

Οπωσδήποτε ωρίμασε, προσέφερε, τοποθετήθηκε συνειδητά στον μεταξύ κεντροδεξιάς και αριστεράς φιλοευρωπαϊκό χώρο, προσκαίρως δε, συγχωνεύτηκε και με το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη. (Εγχείρημα που, δυστυχώς, υπονόμευσε και τελικά ακύρωσε ο εθνικιστικός λαϊκισμός στις Πρέσπες, όπου πρωτοστάτησε μια πρώην ευρωβουλευτής για την οποία δεν ξέρω πόσο υπερήφανο είναι σήμερα το κόμμα.) Τέλος, μετά το 2011 έκανε πράξεις και επιλογές υπερβατικής αυτοθυσίας για τη χώρα.

Με μια τέτοια διαδρομή και μια τέτοια σημερινή πολιτική τοποθέτηση (localization) ο έναντι της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη αντιπολιτευτικός λόγος του ΠΑΣΟΚ και του προέδρου του θα ήταν πιο πειστικός εάν αναδείκνυε τα ουδόλως ευάριθμα ατοπήματα και ανομήματά της: Θεσμικές αβελτηρίες, εκπτώσεις ή οπισθοδρομήσεις, αστείες συνταγματικές προτάσεις (εξίσου αστείες προς αυτές που έκανε το 2018 η κυβέρνηση Τσίπρα και ο τότε επικεφαλής της… δεν είχε καν διαβάσει, όπως αποδεικνύεται στην «Ιθάκη»), κοινωνικές βαρβαρότητες, για παράδειγμα το δήθεν «προαιρετικό» στον ιδιωτικό τομέα 13ωρο, γενικότερα τεράστια εύνοια των κρατικοδίαιτων έναντι των αγοροδίαιτων εργαζομένων, σκληρά ταξικά υπέρ των εχόντων μέτρα, κατασπατάληση δημόσιου χρήματος προς εξαγορά γνωμοδιαμορφωτικής ισχύος, μετριότατη πλέον εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας και πολλά ακόμη. 

Η αξία όμως αυτού του καταγγελτικού λόγου, όπως και η γενικότερη αξιοπιστία του Κινήματος της 3ης του Σεπτέμβρη, ασφαλώς και θα αναβαθμιζόταν, εφόσον οι εύλογες μομφές και καταγγελίες συνοδεύονταν από αποδοχή, ευλόγως χαμηλόφωνη έστω, των όποιων αδιαμφισβήτητων κυβερνητικών επιτυχιών: Προώθηση ηλεκτρονικής διοίκησης, τεράστια επιτάχυνση στην απονομή των συντάξεων, κάποια κοινωνικά μέτρα όπως η κατ’ οίκον διανομή φαρμάκων σε βαρέως πάσχοντες, ένταξη -έστω και τόσο καθυστερημένη- μέρους του ιατρικονοσηλευτικού προσωπικού στα βαρέα και ανθυγιεινά, κυρίως δε υγιή μακροοικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα, προσέλκυση επενδύσεων με συνακόλουθο όχι αμελητέο περιορισμό της ανεργίας, διεθνής αναβάθμιση της εθνικής μας εικόνας και αξιοπιστίας κ.λπ.

Παράλληλα…

Στην παγίως επαναλαμβανόμενη, σε κάθε κόμμα σε συνθήκες ακραίου έως κονιορτοποιημένου πολυκομματισμού, ερώτηση για τις κυβερνητικές συμμαχίες πιστεύω πως η ενδεικνυόμενη και πειστική απάντηση θα ήταν (ιδιαίτερα από ένα κόμμα του ενδιάμεσου χώρου): «Ουδέν κόμμα επιθυμεί συμβιβασμούς και εκπτώσεις, όλα φιλοδοξούν να μετατρέψουν σε κυβερνητική πολιτική το όλον του προγράμματος και της πολιτικής τους φιλοσοφίας. Γι’ αυτό μαχόμαστε και εμείς. Από την άλλη κάθε κόμμα ευθύνης, και το ΠΑΣΟΚ ασφαλώς είναι τέτοιο, γνωρίζει και οφείλει να σέβεται τον απόλυτο κανόνα πως τους όρους κυβερνησιμότητας σε κάθε δημοκρατία τους διαμορφώνει η λαϊκή ψήφος, παράγοντας σε συνδυασμό με το εκλογικό σύστημα συγκεκριμένους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς». Τίποτε περισσότερο ή λιγότερο.  

Βέβαια…       

Ως αδιαμφισβήτητο ελαφρυντικό για τη μη τήρηση από τον Ανδρουλάκη μιας τέτοιας γραμμής -η οποία μετά την ίδρυση του κόμματος Τσίπρα καθίσταται πλέον πολύ δυσκολότερη έως πολιτικά αδύνατη είναι ο κομματικός οπαδισμός και ο απόλυτος μανιχαϊσμός στον τρόπο σκέψης των περισσότερων πολιτών, που εμποδίζει τον πραγματικό να κατισχύσει του φανατισμού. 

Αλλά…

Ως ηγέτες πάντα αναγνωρίστηκαν όσοι βρήκαν το θάρρος κάποιες στιγμές να σταθούν απέναντι στην κοινή και ειδικά την οπαδική γνώμη. Και οι ευκαιρίες που δίνει η (πολιτική) ζωή δεν είναι απειρες…   


*Ο καθηγητής Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος «Υπουργός καρδιάς – Η διολίσθηση», όπου μέσα από την παθιασμένη σχέση ενός ζευγαριού (μετέπειτα πολιτικός ο άντρας, χαρισματική προσωπικότητα η κοπέλα), καθώς και τη δυστοπική εξέλιξη της σχέσης τους, περνάει στο φόντο μισός αιώνας «φλογώδους» ελληνικής πολιτικής ιστορίας: από τις φοβερές ημέρες της Κατοχής έως την κυβερνητική οκταετία του Ανδρέα Παπανδρέου. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.