Η στρατηγική της Κυβέρνησης απέναντι στα νέα κόμματα: «Έχουν προσωπικές και όχι πολιτικές ατζέντες»

Η στρατηγική της Κυβέρνησης απέναντι στα νέα κόμματα: «Έχουν προσωπικές και όχι πολιτικές ατζέντες»

Το ερώτημα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να απαντήσει, πριν καν τεθεί δημοσίως, “γιατί μια τρίτη θητεία για τη Νέα Δημοκρατία", ουσιαστικά έδωσε και το περίγραμμα της στρατηγικής της κυβέρνησης στον δρόμο προς τις εθνικές εκλογές. Μια στρατηγική που τις προσεχείς ημέρες θα πρέπει να συνυπολογίσει ότι απέναντί της δεν έχει μόνο τις παραδοσιακές δυνάμεις της σημερινής αντιπολίτευσης, όπως το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα νέα κόμματα, που μέσα στον Μάιο θα προστεθούν στο πολιτικό σκηνικό.

Ο κοινός παρονομαστής που μπαίνει, κατά το κυβερνητικό επιτελείο για όλους τους νέους σχηματισμούς, ακούει στον τίτλο “προσωπική ατζέντα”. Ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις επερχόμενες εκλογές ως “εθνική ανάγκη για μία ισχυρή εντολή, ώστε η πατρίδα να μην βιώσει καταστάσεις ακυβερνησίας και πειραματισμών”. Με αυτό τον τρόπο περιέγραψε την εικόνα που θα μπορούσε να δημιουργηθεί την επόμενη μέρα, δεδομένων των ανακατατάξεων που τα νέα κόμματα θεωρείται βέβαιο ότι θα προκαλέσουν στον πολιτικό χώρο.

Ωστόσο, οι αναφορές του πρωθυπουργού “έδειξαν” μόνο προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, τον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Αλέξη Τσίπρα και μόνο εμμέσως προς τον Αντώνη Σαμαρά. 

“Ενώ εμείς σχεδιάζουμε με ορίζοντα το μέλλον, οι αντίπαλοί μας μάχονται για να γυρίσουμε στο παρελθόν” είπε, συμπληρώνοντας, ότι “κάποιοι επιχειρούν να μας σύρουν στο χάος του 2015. Άλλοι μένουν παγιδευμένοι στα ξύλινα συνθήματα του 1981”, την ίδια στιγμή που υπογράμμιζε ότι “την Ιστορία τη γράφουν μόνον οι παρόντες και μόνο οι συμμετέχοντες στους αγώνες”.

Αλέξης Τσίπρας και Μαρία Καρυστιανού είναι τα δύο πρόσωπα, που προχωρούν στις 26 Μαΐου και 21 Μαΐου, αντίστοιχα, στην ανακοίνωση των κομμάτων τους, με το ερωτηματικό να παραμένει για το αν τελικά, θα κάνει τη δική του κίνηση και ο Αντώνης Σαμαράς, μετά την έξοδό του από τη ΝΔ. Οι δημοσκοπήσεις μετρούν τις τάσεις του εκλογικού σώματος, εδώ και αρκετούς μήνες και πλέον το επόμενο “κύμα” των ερευνών θα καταγράψει τον πραγματικό αντίκτυπο στην πρόθεση ψήφου, με τον ΣΥΡΙΖΑ ήδη να βρίσκεται σε περιδίνηση.

Για τον Αλέξη Τσίπρα καταγράφεται μια ισχυρή δυνητική ψήφος που αγγίζει το 15%, φέρνοντας τον πρώην πρωθυπουργό σε θέση να αμφισβητήσει ακόμη και τη δεύτερη θέση του ΠΑΣΟΚ, με “δεξαμενή” νυν και πρώην ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και ευρύτερα της κεντροαριστεράς. Για τη Μαρία Καρυστιανού, η οποία επίσης καταγράφει μια δυναμική διψήφιων ποσοστών, η “δεξαμενή” είναι πιο συγκεχυμένη, καθώς μπορεί οι θέσεις που έχει διατυπώσει να έχουν ένα ξεκάθαρα συντηρητικό πρόσημο, ωστόσο το ίδιο το πρόσωπο απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα, λόγω της τραγωδίας, που την έφερε στην πρώτη γραμμή.

Για τον Αντώνη Σαμαρά, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ένα ποσοστό, οριακά πάνω από το όριο του 3%, που όμως είναι απολύτως “στοχευμένο” ως προς το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται και δυνητικά θα μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμο για την επίτευξη του στόχου της αυτοδυναμίας, που θέτει το Μέγαρο Μαξίμου.

Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή και η δήλωσή του ότι διεκδικεί την πρώτη θέση στις εκλογές, τον βάζουν ευθέως στον “κατάλογο” των πολιτικών αντιπάλων της ΝΔ, “αναζωπυρώνοντας” ένα δίπολο από το παρελθόν. Κυβερνητικά στελέχη υπογραμμίζουν στις τοποθετήσεις τους ότι ο πρώην πρωθυπουργός, έχοντας χάσει δύο φορές τις εθνικές εκλογές από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, επανέρχεται όχι με μια νέα πρόταση, αλλά με την ίδια λογική, εκτιμώντας ότι ουσιαστικά η όποια φθορά από την παρουσία του αφορά στο ΠΑΣΟΚ και τα υπόλοιπα κόμματα της αριστεράς και όχι στον χώρο του κέντρου, τον οποίο “διεκδικεί” η ΝΔ. Αντιθέτως, όπως εκτιμούν, η υπενθύμιση του κυβερνητικού παρελθόντος του κ. Τσίπρα και της περιόδου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το 2015, μπορεί να λειτουργήσει και ως μοχλός συσπείρωσης γύρω από την κυβέρνηση, κυρίως για ένα κεντρώο ακροατήριο, που επιζητεί την σταθερότητα σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. 

Η Μαρία Καρυστιανού, από την άλλη πλευρά, αναδεικνύεται σε έναν “αστάθμητο” παράγοντα. Το κυβερνητικό επιτελείο επιστρατεύει απέναντί της, την ουσία της διακυβέρνησης και της πολιτικής, σημειώνοντας ότι ένα κόμμα καλείται να μην είναι μονοθεματικό, αλλά να διαθέτει προτάσεις και λύσεις για το σύνολο των θεμάτων, που μια χώρα αντιμετωπίζει. “Στο τέλος, λοιπόν, της ημέρας [...] ένας ο οποίος θα είναι στην κάλπη και θα πρέπει να ζυγίσει μεταξύ πολιτικών μιας παράταξης και προσωπικής ατζέντας, θα επιλέξει τις πολιτικές, γιατί οι πολιτικές αφορούν το παιδί του” είχε δηλώσει προ ημερών ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, δίνοντας το στίγμα της ρητορικής, που θα αναπτυχθεί απέναντι στην κ. Καρυστιανού.

Τα τελευταία στοιχεία, που “εκπέμπονται” από το επιτελείο της, ωστόσο, δημιουργούν και νέα δεδομένα. Η τοποθέτηση του Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος έκανε λόγο για κόμμα με έντονο φιλορωσικό στοιχείο, που ανταγωνίζεται την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, δίνει ένα πρώτο στίγμα, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να σχολιάζει χαρακτηριστικά “κάτι βλέπει ο άνθρωπος και το λέει αυτό” και να στέλνει το έμμεσο μήνυμα, “οι πολιτικές μας δεν εξυπηρετούν συμφέροντα, οι συμμαχίες μας είναι γνωστές [...] εμείς σε αυτό το γήπεδο παίζουμε, όσοι παίζουν σε άλλα γήπεδα ας τα βρουν μεταξύ τους”.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, σχεδιάζεται και η στρατηγική της κυβέρνησης απέναντι στα τρία νέα κόμματα, με το βλέμμα στις πρώτες δημοσκοπήσεις, που θα αποτυπώνουν τον αντίκτυπό τους στο εκλογικό σώμα. Για το Μέγαρο Μαξίμου, η ατζέντα διαμορφώνεται στον απόηχο των μηνυμάτων, των διλημμάτων και του διακυβεύματος, που έθεσε από το βήμα του 16ου Συνεδρίου ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με άξονες την προβολή του κυβερνητικού έργου, την ανάγκη συνέχειας για μια τρίτη τετραετία, ώστε να υπάρξει σταθερότητα, συνοχή και συνέπεια, με επίδικο το τρίπτυχο που έθεσε, δηλαδή ευημερία που θα φθάνει σε όλους, μια πατρίδα ασφαλής και θεσμική «αναγέννηση» του κράτους και της δημόσιας ζωής, με αιχμή ένα νέο Σύνταγμα και γενναίες μεταρρυθμίσεις.

Το επόμενο διάστημα η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη θα ενταθεί, με το βάρος να πέφτει και στην περιφέρεια, ενώ ο οικονομικός σχεδιασμός επικεντρώνεται στη λήψη νέων μέτρων ή την παράταση των υπαρχόντων για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων και το πακέτο της επόμενης ΔΕΘ, με τον κ. Μητσοτάκη, πάντως, να διαμηνύει ότι τα περιθώρια είναι μεγάλα, αλλά όχι ανεξάντλητα, δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να υποκύψει στην παροχολογία.