Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ σχετικά με τον εφιάλτη που είχαμε ζήσει το 2015 επί πρωθυπουργίας Αλέξη Τσίπρα, έχουμε διαμορφώσει την πεποίθηση ότι κακώς σε αυτήν τη χώρα, δεν έχουν καταγραφεί ξεκάθαρα οι ανέφικτες και επικίνδυνες προτάσεις, τις οποίες είτε επιχειρούν να εφαρμόσουν όταν βρίσκονται στην κυβέρνηση, είτε διατυπώνουν όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση, τα κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς.
Και παράλληλα δεν έχουν καταγραφεί, και αυτό θα ήταν ίσως και το πιο ενδιαφέρον, οι επίσημες απαντήσεις, όχι της κυβέρνησης, αλλά των επιχειρηματικών φορέων και συνδέσμων προς τους οποίους ουσιαστικά στρέφονται οι προτάσεις – επιθέσεις.
Αυτήν την περίοδο είναι της μόδας οι επιθέσεις των πολιτικών κατά των τραπεζών και η μετατροπή των τελευταίων σε έναν εύκολο στόχο, προς τον οποίο επιχειρούν να στρέψουν τους πολίτες, ως απάντηση στο ερώτημα «πού θα βρεθούν τα λεφτά που υπόσχονται» προεκλογικά.
Έτσι το σύνθημα περί έκτακτης φορολόγησης των τραπεζικών κερδών, έρχεται σε συνέχεια των προηγούμενων επιθέσεων και καταγγελιών περί τριγωνικών σχέσεων ανάμεσα στις τράπεζες, τους servicers και τα funds με σκοπό τη δήθεν υφαρπαγή των ακινήτων των δανειοληπτών και τη μεταβίβασή τους σε ξένα συμφέροντα.
Το γνωστό σύνθημα «κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη» ηχεί εκ νέου, λες και οι τράπεζες επιθυμούν να μετατραπούν σε εταιρείες real estate. Ένα σύνθημα που αναδεικνύει τη βαθιά άγνοια των πολιτικών και όχι μόνο, σχετικά με τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Οι δε καταγγελίες ότι «τα σπίτια του κοσμάκη περνάνε στους ξένους» και ότι τα «μερίσματα τα παίρνουν έξω οι ξένοι», πατάνε πάνω στην παγιωμένη εκδήλωση οικονομικής και επενδυτικής ξενοφοβίας.
Πολύ θα ήθελα λοιπόν να είχε δοθεί στη δημοσιότητα η απαντητική επιστολή της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών προς τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, σχετικά με τις αιτιάσεις του, αναφορικά με τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Θα επιθυμούσα επίσης να δημοσιοποιηθούν τα πρακτικά της συνάντησης στην οποία είχε αναφερθεί προ ημερών από τη στήλη του «ο Ανάλγητος», ανάμεσα στο Νίκο Ανδρουλάκη και τους εκπροσώπους της Eurobank, της Εθνικής Τράπεζας, της Τραπέζης Πειραιώς, της Alpha Bank και της Credia Bank.
O αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, είχε προτείνει την επιβολή μιας έκτακτης φορολόγησης των τραπεζικών κερδών, σημειώνοντας παράλληλα ότι τα μερίσματα των ξένων μετόχων «φεύγουν έξω». Και είχε καταγγείλει τις τράπεζες ότι δεν δίνουν δάνεια και ότι αισχροκερδούν.
Σύμφωνα με πληροφορίες οι διοικήσεις των τραπεζών εξήγησαν στον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, ότι δεν έχουν υπερκέρδη και ότι ακολουθούν τους ευρωπαϊκούς κανόνες που ορίζουν οι εποπτικές αρχές. Και ότι οποιαδήποτε αθέτηση των κανόνων που θέτει ο επόπτης, αλλά και των δεσμεύσεων προς την αγορά, θα οδηγούσε σε υποβαθμίσεις από την πλευρά των οίκων αξιολόγησης, σε ανησυχία ανάμεσα στους μετόχους και σε προβληματισμό ανάμεσα στους επενδυτές που συμμετέχουν σε μετοχικές και ομολογιακές εκδόσεις των τραπεζών.
Όσον αφορά την επιτάχυνση της «αποπληρωμής» της αναβαλλόμενης φορολογίας, γνωστής ως DTC, οι εκπρόσωποι των τραπεζών του εξήγησαν ότι ήδη η απόσβεση του DTC κινείται με ταχύτερους ρυθμούς μετά από πρωτοβουλία των τραπεζών και συνεννόηση με τις εποπτικές αρχές, από τη χρήση του 2025.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ζήτησε από τις τράπεζες να δώσουν περισσότερα δάνεια, τη στιγμή μάλιστα που το εγχώριο τραπεζικό σύστημα καταγράφει ισχυρότατη πιστωτική επέκταση. Το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η πιστωτική επέκταση ανήλθε σε 8,8%. Ποσοστό που είναι υπερδιπλάσιο από το 3,5% της Ευρωζώνης. Στις δε μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των πιστώσεων ανήλθε σε 11,9%, έναντι 2,8% στην Ευρωζώνη. Παράλληλα στα στεγαστικά δάνεια οι εκροές επέστρεψαν σε θετικό έδαφος μετά από αρκετά χρόνια.
Το πιθανότερο είναι, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να εννοούσε ότι οι τράπεζες έπρεπε να δίνουν «ευκολότερα» δάνεια. Για αυτό τον λόγο, σύμφωνα με διαρροές από εκείνην τη συνάντηση, οι τραπεζίτες του εξήγησαν ότι η «ευκολία» θα σήμαινε χαλάρωση των κριτηρίων και των όρων χρηματοδότησης. Κάτι που θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη δημιουργία κόκκινων δανείων και επισφαλών απαιτήσεων.
Δεν θα μπορούσε να λείπει από τις ενστάσεις του Νίκου Ανδρουλάκη και η αναφορά στις «ληστρικές» προμήθειες των τραπεζών. Όμως και σε αυτόν τον τομέα, ήδη οι τράπεζες σε συμφωνία με την κυβέρνηση έχουν μειώσει τις προμήθειες, με αποτέλεσμα τα αντίστοιχα έσοδα να είναι χαμηλότερα από τα αντίστοιχα έσοδα των τραπεζών που δραστηριοποιούνται στις χώρες της Ευρωζώνης. Άλλωστε οι τράπεζες προσφέρουν πλέον «πακέτα» απεριόριστων συναλλαγών, που διευκολύνουν τους συναλλασσόμενους.
Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κατανόησε την κατάσταση του τραπεζικού οικοσυστήματος και κατά πόσο θρυμματίστηκε η λαϊκίστικη εικόνα που προέβαλε προς τους δυνητικούς ψηφοφόρους του σχετικά με τις ελληνικές τράπεζες. Θα είναι καλό, στην πορεία προς τις εκλογές, να μην αμφισβητηθεί ξανά ο ρόλος και ο προορισμός των τραπεζών που μετά από πολλά χρόνια χαρακτηρίζονται από ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, ρευστότητα και ανθεκτικότητα απέναντι στις αλλεπάλληλες εξωγενείς οικονομικές κρίσεις.
Η «αντιπολιτευτική επίθεση» κατά των τραπεζών μπορεί να προσφέρει κάποιους προσωρινούς δημοσκοπικούς πόντους, αλλά σε βάθος χρόνου διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην καρδιά της οικονομίας, των επιχειρήσεων και των επενδύσεων. Δηλαδή, των δυνάμεων που παράγουν πλούτο στη χώρα.
