Το «ελληνικό επιχειρηματικό Exit»: Γιατί η πρόθεση πώλησης δεν οδηγεί πάντα σε συναλλαγή
Shutterstock
Shutterstock

Το «ελληνικό επιχειρηματικό Exit»: Γιατί η πρόθεση πώλησης δεν οδηγεί πάντα σε συναλλαγή

Η ελληνική επιχειρηματική σκηνή διανύει μια άνοιξη στον τομέα των Συγχωνεύσεων και Εξαγορών (M&A), και πολλοί ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων βλέπουν την ευκαιρία για αποκεφαλαιοποίηση των κόπων οικογενειακών γενεών. Όμως η απόσταση μεταξύ της πρόθεσης πώλησης και του τελικού «closing» είναι μια απαιτητική διαδρομή που δεν έχει πάντα καλό τέλος.

Ως σύμβουλοι διοίκησης, βλέπουμε συχνά εξαιρετικές εταιρείες να «καίγονται» στη διαδικασία, επειδή οι ιδιοκτήτες τους αγνοούν τους κανόνες του παιχνιδιού των επενδυτών. Πολλοί ιδιοκτήτες οικογενειακών μικρών ή και μικρομεσαίων επιχειρήσεων θεωρούν ότι η κερδοφορία τους είναι το μοναδικό διαβατήριο για ένα επιτυχημένο exit. Η επιτυχία ωστόσο δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο καλό είναι το προϊόν, αλλά και από το πόσο θωρακισμένη είναι η εταιρική δομή της εκάστοτε επιχείρησης.

1. Η ακτινογραφία των επενδυτών: Ποιοι αγοράζουν στην Ελλάδα;

Για να κατανοήσει ένας επιχειρηματίας αν η εταιρεία του είναι «πωλήσιμη», πρέπει πρώτα να καταλάβει ποιος είναι ο αγοραστής. Σήμερα στην Ελλάδα δρουν τέσσερις κύριες κατηγορίες επενδυτών:

Οι Διεθνείς Κολοσσοί (Mega-PE Funds): Παίκτες όπως η CVC Capital Partners (Υγεία, Vivartia κ.α.) και η BC Partners (Nova, Τεχνολογία, Εκπαίδευση) αναζητούν ηγετικές θέσεις σε κλάδους. Αυτά τα funds διαχειρίζονται δισεκατομμύρια και αναζητούν το «Scale».

Τα Ελληνικά PE Funds: Σχήματα όπως η EOS Capital, η SMERC και η DECA (Diorama) λειτουργούν συχνά ως ο προθάλαμος. Κατανοούν την ελληνική κουλτούρα και επενδύουν σε δυναμικές ΜμΕ (π.χ. τρόφιμα, εξωστρεφής μεταποίηση) με στόχο να τις καταστήσουν θεσμικά ώριμες για τον επόμενο μεγάλο αγοραστή.

Εισηγμένα Vehicles: Η Ideal Holdings αποτελεί ένα ίσως μοναδικό παράδειγμα εισηγμένης που λειτουργεί με νοοτροπία PE, χτίζοντας ισχυρά και διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια.

Family Offices: Ο «Ήρεμος» αλλά Ισχυρός Παίκτης: Πρόκειται για τα επενδυτικά οχήματα μεγάλων επιχειρηματικών οικογενειών (π.χ. Latsco Family Office, VNK Capital, K Group Capital Partners). Τα Family Offices διαφέρουν από τα PE funds γιατί συχνά έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα (Patient Capital). Δεν πιέζονται να πουλήσουν στα 5 χρόνια και ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διατήρηση της αξίας και τα μερίσματα, γεγονός που τα καθιστά ελκυστικά για ιδιοκτήτες που θέλουν μια πιο «προσωπική» σχέση με τον νέο μέτοχο.

2. Το «Φράγμα» του EBITDA και η ευελιξία των minority stakes

Μια από τις μεγαλύτερες παραλείψεις των ιδιοκτητών ΜμΕ είναι η υποτίμηση του κρίσιμου μεγέθους. Ενώ τα διεθνή funds μπορεί να αναζητούν συνήθως EBITDA από 4-5 εκατ. ευρώ και άνω, καθώς και majority stakes, η ελληνική αγορά προσφέρει και μια άλλη οδό, τη μειοψηφική συμμετοχή (minority stake). Τα εγχώρια PE funds μπορεί να είναι πιο ευέλικτα και να εισέρχονται σε υγιείς επιχειρήσεις, παρέχοντας τα απαραίτητα κεφάλαια για bolt-on acquisitions (εξαγορά μικρότερων ανταγωνιστών). Για τον επιχειρηματία, αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να πουλήσει το 100% από την αρχή. Μπορεί να βρει έναν σύμμαχο που θα τον βοηθήσει να μεγαλώσει την «πίτα», ώστε το τελικό exit μετά από μερικά χρόνια να γίνει σε πολύ υψηλότερη αποτίμηση. Μια επιχείρηση όμως με πολύ χαμηλό EBITDA μπορεί να θεωρηθεί «Lifestyle Business» δηλαδή μια εταιρεία που συντηρεί τον ιδιοκτήτη της, αλλά δεν έχει την κλίμακα να δικαιολογήσει το ρίσκο και την προσπάθεια ενός θεσμικού επενδυτή.

3. Due Diligence: Ο «Αξονικός Τομογράφος» που πολλοί επιχειρηματίες παραμελούν

Αν το EBITDA είναι το εισιτήριο εισόδου, το Due Diligence (Δέουσα Επιμέλεια) είναι ο έλεγχος ασφαλείας. Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι ο έλεγχος αφορά μόνο τα λογιστικά βιβλία. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια εξαντλητική ακτινογραφία 360 μοιρών που περιλαμβάνει:

  • Commercial DD: Σε αυτή τη φάση ελέγχονται αν οι προβλέψεις του Business Plan είναι ρεαλιστικές και επιτεύξιμες ή βασίζονται σε ευχολόγια.
  • Financial & Tax DD: Δεν αρκεί να φαίνονται κέρδη. Οι επενδυτές αναζητούν πλήρη φορολογική συμμόρφωση. Στην Ελλάδα της προηγούμενης δεκαετίας, πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις λειτουργούσαν με «δημιουργική λογιστική». Σήμερα, οποιαδήποτε ασάφεια στα οικονομικά στοιχεία ή "γκρίζες ζώνες" με θυγατρικές στο εξωτερικό μπορεί να αποτελούν την οδό για την κατάρρευση του deal.
  • Legal DD: Εδώ εξετάζεται η «νομική υγεία», π.χ. αν τα εμπορικά σήματα είναι κατοχυρωμένα και υπάρχουν ισχυρές συμβάσεις με τους προμηθευτές.
  • Technical & ESG Standards: Ειδικά για τις παραγωγικές επιχειρήσεις, οι άδειες λειτουργίας των εργοστασίων, τα πρότυπα Υγείας και Ασφάλειας (Health & Safety) και η περιβαλλοντική συμμόρφωση είναι πλέον απαραίτητες προϋποθέσεις. Αν οι εγκαταστάσεις δεν πληρούν τα διεθνή στάνταρ, η αξία της εταιρείας στα μάτια ενός fund μπορεί να μειωθεί σημαντικά. 

4. Η ταχύτητα ως Deal Breaker

Κάτι που οι επιχειρηματίες συχνά παραβλέπουν είναι ο χρονικός ορίζοντας του επενδυτή. Ένα Private Equity Fund δεν αγοράζει για να κρατήσει μια εταιρεία για πάντα. Αγοράζει για να την αναδιαρθρώσει, να την μεγαλώσει και να την πουλήσει σε τρία έως πέντε χρόνια.

Αν κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαπιστωθεί ότι η εταιρεία χρειάζεται δύο χρόνια μόνο για να εκδώσει τις σχετικές άδειες λειτουργίας της ή να στήσει ένα σωστό σύστημα Reporting, ο επενδυτής μπορεί και να αποχωρήσει. Η ταχύτητα είναι κλειδί. Ο επενδυτής δεν έχει χρόνο να «εκπαιδεύσει» τον επιχειρηματία στο πώς να διοικεί θεσμικά. Αν η επιχείρηση δεν είναι «Investment Ready» από την πρώτη μέρα, το deal μπορεί να ναυαγήσει ή να μειωθεί σημαντικά η αποτίμηση της επιχείρησης.

5. Η πολιτισμική σύγκρουση: Από το «Εγώ» στο «Διοικητικό Συμβούλιο»

Τέλος, υπάρχει και ο ανθρώπινος παράγοντας. Στην Ελλάδα, συχνά η μικρομεσαία επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί ως το προσωπικό δημιούργημα του ιδιοκτήτη της. Στον κόσμο των funds, η επιχείρηση είναι ένα Asset. Πολλοί ιδιοκτήτες μπορεί να αγνοούν επίσης ότι μετά την πώληση ειδικά αν παραμείνουν με ένα ποσοστό (Rollover Equity) εισέρχονται σε ένα νέο πλαίσιο λογοδοσίας και εταιρικής διακυβέρνησης που μπορεί να μην υπήρχε πριν.

Συμπέρασμα: Η ανάγκη για προετοιμασία

Η επιτυχία λοιπόν μιας πώλησης σε επενδυτή δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο καλό είναι το προϊόν, αλλά και από το πόσο θωρακισμένη είναι η εταιρική δομή της εκάστοτε επιχείρησης.

Το ερώτημα για τον Έλληνα μέτοχο δεν είναι πλέον «πόσα μου δίνουν», αλλά «πόσο έτοιμος είμαι για την επόμενη σελίδα της επιχείρησης μου». Η προετοιμασία για μια πώληση πρέπει να ξεκινά 12-24 μήνες πριν την πρώτη συνάντηση. Χωρίς σωστό Reporting, καθαρά οικονομικά στοιχεία και θεσμική λειτουργία, το όνειρο ενός μεγάλου exit μπορεί να παραμείνει απλώς μια συζήτηση σε ένα γραφείο συμβούλων.