Σε χαμηλό 7 μηνών βρέθηκε για τον Απρίλιο η επιχειρηματική δραστηριότητα στον κλάδο της ελληνικής μεταποίησης στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον δείκτη υπευθύνων προμηθειών (PMI) της S&P Global, εν μέσω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλεί στην παγκόσμια οικονομία η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα, ο ελληνικός PMI για τη μεταποίηση υποχώρησε στις 52,4 μονάδες έναντι 54,5 μονάδων τον Μάρτιο.
Σημειώνεται πως κάθε μέτρηση άνω των 50 μονάδων φανερώνει επέκταση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, με τον μεταποιητικό PMI στη χώρα μας να βρίσκεται πάνω από το εν λόγω επίπεδο για 39 συνεχόμενους μήνες.
Σχολιάζοντας την έρευνα, η Σιάν Τζόουνς, επικεφαλής οικονομολόγος της S&P Global Market Intelligence, δήλωσε:
«Παρότι εξακολουθούν να σηματοδοτούνται βελτιώσεις στις συνθήκες λειτουργίας των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων στην αρχή του δεύτερου τριμήνου, με τη συνέχιση της αύξησης της παραγωγής και των νέων παραγγελιών, η αβεβαιότητα των πελατών λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή επηρέασε αρνητικά τον κλάδο. Η διεθνής ζήτηση για ελληνικά προϊόντα υπέστη ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα τον Απρίλιο.
Τα υποκείμενα στοιχεία έδειξαν ότι οι επιχειρήσεις μείωσαν τον ρυθμό με τον οποίο επέκτειναν τις αγορές εισροών και προσέλαβαν εργαζομένους, καθώς η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα παρέμεινε εμφανής παρά τη σημαντική επιμήκυνση των χρόνων παράδοσης των προμηθευτών.
Η κύρια επίδραση της διαταραχής της εφοδιαστικής αλυσίδας έγινε αισθητή στις πιέσεις του κόστους, καθώς οι τιμές των εισροών αυξήθηκαν ραγδαία.
Το κόστος αυξήθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων σχεδόν τεσσάρων ετών, ενώ οι επιχειρήσεις κατέγραψαν επίσης σημαντική επιτάχυνση του πληθωρισμού των τιμών πώλησης. Η τελευταία πρόβλεψη της S&P Global Market Intelligence εκτιμά ότι ο πληθωρισμός των τιμών καταναλωτή (CPI) θα διαμορφωθεί στο 3,3% για το σύνολο το 2026.»
Όπως αναφέρεται στην έκθεση της S&P Global, η αύξηση των νέων παραγγελιών ήταν ελάχιστη τον Απρίλιο, καθώς ο ρυθμός επέκτασης επιβραδύνθηκε σημαντικά σε σχέση με τη σταθερή ανάκαμψη του Μαρτίου. Επιπλέον, ο ρυθμός αύξησης ήταν ο χαμηλότερος στην τρέχουσα περίοδο ανάπτυξης 18 μηνών (μαζί με τον Νοέμβριο του 2025).
Η ζήτηση επιβαρύνθηκε από τη γενικευμένη αβεβαιότητα μεταξύ των πελατών και την πίεση από τα υψηλότερα κόστη. Το διεθνές περιβάλλον πωλήσεων λειτούργησε επίσης ως ανασταλτικός παράγοντας για τις συνολικές νέες πωλήσεις, καθώς οι νέες παραγγελίες εξαγωγών σημείωσαν τη μεγαλύτερη πτώση από τον Δεκέμβριο του 2022.
Τα στοιχεία του Απριλίου έδειξαν επίσης μια ασθενέστερη ανάκαμψη στα επίπεδα παραγωγής. Εκτός από την πιο ήπια αύξηση των νέων παραγγελιών, η ανάκαμψη της παραγωγής παρεμποδίστηκε από ελλείψεις εφοδιασμού, με το ρυθμό επέκτασης να επιβραδύνεται στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2024.
Οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα εντάθηκαν στην αρχή του δεύτερου τριμήνου, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιούργησε δυσκολίες στη διακίνηση και προκάλεσε ελλείψεις υλικών. Οι χρόνοι παράδοσης επιμηκύνθηκαν σημαντικά και στο μεγαλύτερο βαθμό των τελευταίων τρεισήμισι ετών.
Η έλλειψη πρώτων υλών, ιδίως χημικών, πλαστικών και προϊόντων πετρελαίου, οδήγησε σε σημαντική αύξηση του κόστους για τους Έλληνες κατασκευαστές τον Απρίλιο.
Ο ρυθμός πληθωρισμού των τιμών των πρώτων υλών ήταν ο υψηλότερος των τελευταίων σχεδόν τεσσάρων ετών και σημαντικά υψηλότερος από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο.
Οι Έλληνες παραγωγοί αγαθών κατάφεραν να αυξήσουν τις τιμές πώλησης στις αρχές του δεύτερου τριμήνου. Ανεπίσημα στοιχεία αναφέρουν συχνά τη μετακύλιση του αυξημένου κόστους στους πελάτες μέσω υψηλότερων τιμών πώλησης.
Ο ρυθμός αύξησης ήταν σημαντικός και ο υψηλότερος των τελευταίων τρεισήμισι ετών.
Αν και οι μεταποιητικές επιχειρήσεις συνέχισαν να καταγράφουν αύξηση στην απασχόληση και στις αγορές εισροών, οι ρυθμοί αύξησης επιβραδύνθηκαν περαιτέρω τον Απρίλιο. Εν μέρει, οι εταιρείες προσπάθησαν να διαχειριστούν καλύτερα τα κόστη, αλλά ορισμένες ανέφεραν επίσης ότι οι λιγότερο σημαντικές απαιτήσεις παραγωγής οδήγησαν σε ασθενέστερη ανάπτυξη.
Ταυτόχρονα, η περαιτέρω δημιουργία θέσεων εργασίας και η βραδύτερη ανάκαμψη των νέων παραγγελιών σήμαιναν ότι οι επιχειρήσεις κατάφεραν να μειώσουν εκ νέου το όγκο των εκκρεμοτήτων τους. Ο ρυθμός μείωσης ήταν συνολικά σταθερός και ο ταχύτερος από τον Οκτώβριο του 2025.
Εν τω μεταξύ, οι Έλληνες παραγωγοί αγαθών κατέγραψαν νέες συρρικνώσεις στα αποθέματα τόσο των αγορών όσο και των τελικών προϊόντων τον Απρίλιο. Οι πωλήσεις από τα τρέχοντα αποθέματα και η μειωμένη ανάγκη αποθήκευσης εισροών λόγω της πιο συγκρατημένης αύξησης των νέων παραγγελιών οδήγησαν, σύμφωνα με τους ερωτηθέντες της έρευνας, στην εξάντληση των αποθεμάτων.
Τέλος, τα στοιχεία του Απριλίου έδειξαν σχετικά συγκρατημένες προσδοκίες των ελληνικών κατασκευαστών όσον αφορά τις προοπτικές της παραγωγής για το επόμενο έτος. Παρά τις προγραμματισμένες επενδύσεις σε νέες εγκαταστάσεις και μηχανήματα, η ευρεία αβεβαιότητα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή μείωσε τον αισιοδοξία. Ο βαθμός εμπιστοσύνης ήταν ο ίδιος με αυτόν του Μαρτίου και ήταν ο χαμηλότερος από τον Αύγουστο του 2024.
