Από την 1η Απριλίου μέχρι σήμερα, ο Γενικός Δείκτης του ελληνικού χρηματιστηρίου κινείται σε ένα σχετικά στενό εύρος διακύμανσης, ουσιαστικά ανάμεσα στις 2.200 με 2.300 μονάδες. Την χρηματιστηριακή εβδομάδα που μόλις πέρασε, ο Γ.Δ. έκλεισε στις 2.246,82 μονάδες, χάνοντας 1,49% από την προηγούμενη Παρασκευή.
Την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα είχε καταγράψει κέρδη 4,18%, ενώ αν πάμε πίσω άλλες επτά ημέρες, στην χρηματιστηριακή εβδομάδα που τελείωσε την 30 Απριλίου είχαμε απώλειες 1,41%. Στην ουσία, η γενική εικόνα του ελληνικού χρηματιστηρίου είναι αυτή της αναζήτησης κατεύθυνσης και της στάσης αναμονής. Μέσα σε αυτό το διάστημα είδαμε τις ανακοινώσεις των οικονομικών αποτελεσμάτων πολλών μεγάλων εισηγμένων επιχειρήσεων, τις αποφάσεις του MSCI για την σύνθεση των δεικτών του και διάφορα εταιρικά νέα που όμως δεν άλλαξαν πολύ την κατάσταση.
Κάτι παρόμοιο έχει συμβεί και στα μεγάλα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Η εικόνα είναι διαφορετική στα χρηματιστήρια της Άπω Ανατολής που έχουν καταγράψει σημαντική άνοδο λόγω της άνθησης των μετοχών του τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης αλλά και στις ΗΠΑ, όπου η στασιμότητα του δείκτη Dow Jones Industrial έρχεται σε αντίθεση με τα νέα ιστορικά υψηλά του Nasdaq, του S&P 500 και σημαντικού αριθμού μετοχών του τεχνολογικού κλάδου.
Εδώ στην Ελλάδα όμως, όπως και στην Ευρώπη, δεν υπάρχουν και πολλά τεχνολογικά διαμάντια που να σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη και έτσι οι κινήσεις στα χρηματιστήρια επηρεάζονται από πιο πεζά πράγματα. Ποια είναι αυτά; Τα νέα από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής και των Στενών του Ορμούζ, οι διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου στα διεθνή χρηματιστήρια, άλλα πολιτικά και γεωπολιτικά νέα και η κατάσταση στις αγορές ομολόγων και συναλλάγματος.
Για παράδειγμα, η χθεσινή σημαντική πτώση του Γενικού Δείκτη, κατά 2,26% από την προχθεσινή συνεδρίαση, ήταν υπεύθυνη για τις συνολικές εβδομαδιαίες απώλειες και οφειλόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου σε κάποιους από τους εξωγενείς παράγοντες που αναφέραμε.
Το κύριο πρόβλημα χθες ήταν η σημαντική πτώση των μετοχών των 4 συστημικών τραπεζών, οι οποίες στην ουσία ακολούθησαν την σημαντική πτώση πολλών ευρωπαϊκών τραπεζών. Η κακή ημέρα για τις τράπεζες στην Ευρώπη είχε άμεση σχέση με την σημαντική άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων σε όλο τον κόσμο το βράδυ της Πέμπτης προς την Παρασκευή.
Η απόδοση των αμερικανικών δεκαετών τίτλων ανέβηκε κατά 10 τουλάχιστον μονάδες βάσης (1 μονάδα βάσης ισούται με αλλαγή στην απόδοση κατά 0,01%) και ξεπέρασε το 4,55% μπαίνοντας σε μία περιοχή που στο πρόσφατο παρελθόν είχε φοβίσει αρκετά τις μετοχικές αγορές.
Η άνοδος σε αυτές τις αποδόσεις δεν είναι άσχετη με την παράταση της εκκρεμότητας στα Στενά του Ορμούζ και την ενίσχυση των φόβων πως η επιστροφή της διεθνούς αγοράς ορυκτών καυσίμων στην ομαλότητα δεν θα γίνει πολύ σύντομα, καθώς αυτά παραπέμπουν σε παραμονή του πληθωρισμού στα πρόσφατα «τσιμπημένα» επίπεδα.
Παρόμοιες κινήσεις στα διεθνή χρηματιστήρια, ανοδικές ή καθοδικές, έχουμε δει πολλές φορές τις τελευταίες εβδομάδες, τις πιο πολλές φορές με αφορμή εξελίξεις ή έλλειψη εξελίξεων στο θέμα των Στενών του Ορμούζ.
Σε μεγάλο βαθμό αυτό εξηγεί και την αδυναμία του Γενικού μας Δείκτη να αποκτήσει μία σαφή τάση, κατά προτίμηση βέβαια θετική. Καθώς οι μεγάλες τράπεζες είναι υπεύθυνες σχεδόν για το μισό των μεταβολών στους δύο βασικούς δείκτες του Euronext Athens, δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ περισσότερο για να βρούμε την βασική αιτία της δυσκολίας τους να αποκτήσουν σαφή τάση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως μέσα σε αυτό το διάστημα της σχετικής στασιμότητας του Γενικού Δείκτη δεν γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα στην χρηματιστηριακή μας αγορά. Το πιο ενδιαφέρον ίσως και πιθανότατα το πιο σημαντικό είναι η μεγάλη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, η οποία πιθανότατα θα ολοκληρωθεί την ερχόμενη εβδομάδα, μέσω της οποίας η μεγάλη ενεργειακή επιχείρηση θα αντλήσει τουλάχιστον 4 δισεκατομμύρια ευρώ.
Σε αντίθεση με ό,τι περίμεναν πολλοί εγχώριοι παρατηρητές της αγοράς, η μετοχή της εταιρείας όχι μόνο δεν πιέστηκε αλλά μετά την πρώτη ημέρα που ακολούθησε την σχετική επίσημη ανακοίνωση έδειξε ξεκάθαρα την ύπαρξη σημαντικού επενδυτικού ενδιαφέροντος ανεξάρτητα από μεγάλους θεσμικούς επενδυτές.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως η μετοχή βρίσκεται πολύ κοντά στο υψηλότερο σημείο του 2026. Κατά την άποψή μας, αυτό δεν δείχνει μόνο το ενδιαφέρον των επενδυτών για την ΔΕΗ αλλά και το ότι υπάρχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά το οποίο, υπό προϋποθέσεις, εκδηλώνεται και μέσα στην σχετικά παράξενη περίοδο που διανύουμε. Αυτό φάνηκε και μέσα στον Απρίλιο και τον Μάιο, με την άνετη κάλυψη δύο αυξήσεων κεφαλαίου, αυτές της YKNOT και της Trustor.
Φαίνεται και από την πολύ καλή συμπεριφορά της μετοχής της ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, καθώς σύντομα θα ξεκινήσει και η δική της αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, ύψους περίπου 500 εκατομμυρίων Ευρώ. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το ενδιαφέρον για τον ενεργειακό τομέα είναι πολύ ισχυρό και δεν επηρεάζεται ιδιαίτερα από τις καθημερινές διακυμάνσεις στο ελληνικό και τα διεθνή χρηματιστήρια.
Καμία αμφιβολία δεν μπορεί να υπάρξει και για το αγοραστικό ενδιαφέρον για τον βιομηχανικό τομέα, ενδιαφέρον που έκανε πολύ αισθητή την παρουσία του τις πρώτες δύο εβδομάδες του Μαΐου στις τρεις μετοχές του ομίλου Viohalco, δηλαδή την ίδια, την Cenergy Holdings και την ΕΛΒΑΛ – ΧΑΛΚΟΡ. Και οι τρεις κινήθηκαν έντονα ανοδικά και βρίσκονται στα υψηλότερα σημεία τους για τα τελευταία 20 χρόνια, δικαιώνοντας όσους είχαν την υπομονή να περιμένουν.
Πέρα από τις τρεις ισχυρές και εμβληματικές εκπροσώπους του βιομηχανικού τομέα (η Cenergy Holdings έχει και πολύ στενή σχέση με τον ενεργειακό), δεν πρέπει να παραλείψουμε την αναφορά στην πολύ καλή συμπεριφορά των μετοχών της ΓΕΚΤΕΡΝΑ, η οποία ετοιμάζεται και για την εισαγωγή της στον δείκτη MSCI, και του ΟΤΕ, που επέστρεψε και αυτός σε πολυετή υψηλά.
Που θέλουμε να καταλήξουμε; Στο ότι στην περίοδο που διανύουμε εδώ και αρκετές εβδομάδες, στο μεγαλύτερο μέρος της αγοράς βλέπουμε καθημερινές μάχες μεταξύ αγοραστών και πωλητών, μάχες που τελικά μπορούμε να πούμε πως καταλήγουν σε ισοπαλία αλλά ενδιαμέσως βγάζουν νικητές ανάλογα με τις βραχυπρόθεσμες κινήσεις των διεθνών χρηματιστηρίων.
Την ίδια στιγμή όμως βλέπουμε την εκδήλωση έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος σε περιπτώσεις που σοβαροί και ισχυροί θεσμικοί επενδυτές κρίνουν πως αν δεν αγοράσουν τώρα και προτιμήσουν να περιμένουν την εξομάλυνση της κατάστασης στα Στενά του Ορμούζ, κινδυνεύουν να χάσουν μία πολύ καλή επενδυτική ευκαιρία. Η ιστορία έχει δείξει πως συνήθως ξέρουν τι κάνουν.
