ΟΤΕ: Τι σημαίνει η αναβάθμιση σε Α- από τη S&P

ΟΤΕ: Τι σημαίνει η αναβάθμιση σε Α- από τη S&P

Ο ΟΤΕ περνά σε μια νέα κατηγορία εταιρικής πιστοληπτικής αξιολόγησης, καθώς η S&P Global Ratings αναβάθμισε το αξιόχρεό του σε Α- από BBB+, καθιστώντας τον τη μοναδική ελληνική εταιρεία που διαθέτει αξιολόγηση στην κλίμακα Α. 

Από τον ΟΤΕ μας επιβεβαιώνουν ότι η Διοίκηση είναι πολύ ευχαριστημένη από την αναβάθμιση, καθώς αντανακλά τόσο τη δική του επιχειρησιακή και χρηματοοικονομική ισχύ, όσο και τη βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα.

Στην ανάλυσή της, η S&P συνδέει την αναβάθμιση με τρεις βασικούς παράγοντες: την πρόσφατη αναβάθμιση της μητρικής Deutsche Telekom, τη σημαντική βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας και την ενίσχυση του αυτόνομου πιστωτικού προφίλ του ΟΤΕ. 

Ο αμερικανικός οίκος θεωρεί ότι η εταιρεία θα συνεχίσει να εμφανίζει ιδιαίτερα χαμηλή μόχλευση, ισχυρή κερδοφορία και σημαντικές ελεύθερες ταμειακές ροές, στοιχεία που αποτελούν βασικούς δείκτες πιστοληπτικής αξιοπιστίας.

Η σημασία της αναβάθμισης στην πράξη, αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης στο επιχειρηματικό μοντέλο του ΟΤΕ και στην ικανότητά του να διατηρεί ηγετική θέση σε μια αγορά που μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς. Η S&P εκτιμά ότι η εταιρεία θα συνεχίσει να εμφανίζει οργανική ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια, με περιθώρια EBITDA μεταξύ 40% και 42%, επίπεδα που συγκαταλέγονται στα υψηλότερα της ευρωπαϊκής τηλεπικοινωνιακής αγοράς.

Παράλληλα, οι ισχυρές ταμειακές ροές επιτρέπουν στον ΟΤΕ να χρηματοδοτεί επενδύσεις, να διατηρεί υψηλές αποδόσεις προς τους μετόχους και να παραμένει θωρακισμένος απέναντι σε πιθανές αναταράξεις της αγοράς.

Ηγετική θέση παρά τον αυξημένο ανταγωνισμό

Κομβικό στοιχείο της αξιολόγησης είναι η εκτίμηση ότι ο ΟΤΕ θα διατηρήσει την κυριαρχία του στην ελληνική αγορά κινητής τηλεφωνίας, παρά το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια.

Αναλυτικότερα, η S&P σημειώνει ότι η ελληνική αγορά παραμένει ουσιαστικά μια αγορά τριών παικτών, με τη Vodafone και τη Nova να ανταγωνίζονται τον ΟΤΕ για μερίδια αγοράς. Παρά τις επιθετικές εμπορικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως από τη Nova, ο οίκος εκτιμά ότι ο ΟΤΕ θα διατηρήσει μερίδιο που προσεγγίζει το 50%, αξιοποιώντας την ποιότητα του δικτύου του και την ευρεία γεωγραφική κάλυψη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη μετάβαση των συνδρομητών από τα καρτοκινητά στα συμβόλαια. Η αύξηση των πελατών συμβολαίου ενισχύει τα έσοδα ανά χρήστη και βελτιώνει την ποιότητα των εσόδων, δημιουργώντας πιο σταθερή και προβλέψιμη κερδοφορία. 

Αντίστοιχα, ισχυρή παραμένει η θέση του ΟΤΕ στη σταθερή τηλεφωνία και το broadband. Ο οίκος εκτιμά ότι ο όμιλος διατηρεί μερίδιο αγοράς περίπου 53% στις ευρυζωνικές συνδέσεις, ενώ σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές το ποσοστό αυτό προσεγγίζει το 70%. Το μέγεθος του πελατολογίου, η δυνατότητα παροχής συνδυαστικών υπηρεσιών κινητής και σταθερής τηλεφωνίας και η υψηλή ποιότητα εξυπηρέτησης λειτουργούν ως ισχυροί μηχανισμοί διατήρησης πελατών.

Να σημειώσουμε ωστόσο, ότι η S&P αφιερώνει σημαντικό μέρος της ανάλυσής της στη ΔΕΗ, η οποία έχει μετατραπεί πλέον σε έναν νέο και ιδιαίτερα υπολογίσιμο παίκτη στην αγορά των ευρυζωνικών υποδομών. Από το 2025 λειτουργεί ως τέταρτος πάροχος broadband στην Ελλάδα και επεκτείνει με ταχύτητα το δίκτυο οπτικών ινών της, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. 

Ο οίκος θεωρεί ότι η επιθετική ανάπτυξη της ΔΕΗ θα οδηγήσει σε μεταβολές των ισορροπιών της αγοράς και σε απόσπαση μεριδίων από όλους τους παρόχους, συμπεριλαμβανομένου του ΟΤΕ. Ωστόσο, εκτιμά ότι η ηγετική θέση του τελευταίου δεν απειλείται ουσιαστικά, καθώς διαθέτει σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που σχετίζονται με την ποιότητα των δικτύων, το μέγεθος της πελατειακής βάσης και τη δυνατότητα προσφοράς ολοκληρωμένων πακέτων υπηρεσιών.

Το μεγάλο στοίχημα των οπτικών ινών

Αν υπάρχει ένας τομέας στον οποίο η S&P θεωρεί ότι κρίνονται οι μελλοντικές επιδόσεις του ΟΤΕ, αυτός είναι οι επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς και ειδικότερα στις οπτικές ίνες μέχρι το σπίτι (FTTH).

Η αναβάθμιση του ομίλου συνδέεται άμεσα με την εκτίμηση ότι οι επενδύσεις αυτές θα συνεχίσουν να στηρίζουν την ανάπτυξη της εταιρείας τα επόμενα χρόνια. Μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, ο ΟΤΕ είχε επεκτείνει το δίκτυό του σε περισσότερα από 2,1 εκατομμύρια σπίτια, με στόχο τα 2,4 εκατομμύρια μέχρι το τέλος της χρονιάς και περίπου 3,5 εκατομμύρια κατοικίες και επιχειρήσεις έως το 2030.

Ο στόχος αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο 70% των γραμμών FTTH της χώρας. Η S&P επισημαίνει ότι η διείσδυση των συνδέσεων οπτικής ίνας αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Το ποσοστό ενεργοποίησης των γραμμών που έχουν κατασκευαστεί έφθασε το 39% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 29% έναν χρόνο νωρίτερα και μόλις 18% το 2023, στοιχείο που δείχνει ότι η αγορά ωριμάζει και οι καταναλωτές στρέφονται σταδιακά σε υψηλότερες ταχύτητες.

Παράλληλα, η εταιρεία επενδύει συστηματικά και στα δίκτυα 5G, διατηρώντας ηγετική θέση και στις υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβασης (FWA). Η τεχνολογία αυτή λειτουργεί ως ενδιάμεση λύση σε περιοχές όπου οι οπτικές ίνες δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί, επιτρέποντας στον ΟΤΕ να διατηρεί πελάτες που διαφορετικά θα μπορούσαν να στραφούν σε εναλλακτικές λύσεις, όπως η δορυφορική πρόσβαση.