Η βιωσιμότητα μετατρέπεται από εταιρική επιλογή σε κανονιστική υποχρέωση, την ώρα που η σπατάλη τροφίμων αναδεικνύεται σε ένα από τα πλέον σύνθετα και δαπανηρά προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας. Από τα ράφια των σούπερ μάρκετ έως τα ελληνικά νοικοκυριά, μία στις πέντε μπουκιές καταλήγει στα απορρίμματα, ενώ το συνολικό κόστος ξεπερνά τα 540 δισ. ευρώ ετησίως. Στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, εκπρόσωποι της αγοράς παρουσίασαν τις πρακτικές που ήδη εφαρμόζονται, με την Αλεξία Μαχαίρα, Sustainability & Corporate Communication Manager της ΑΒ Βασιλόπουλος να αναδεικνύει τον κομβικό ρόλο του λιανεμπορίου στη μετάβαση από τη σπατάλη στην αξία.

Ο κρίκος του λιανεμπορίου και η στρατηγική ευθύνη
Η σπατάλη τροφίμων δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά και ένα πολυδιάστατο οικονομικό πρόβλημα με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Όπως τόνισε η κ. Μαχαίρα, το λιανεμπόριο συμμετέχει περίπου κατά 10% στη συνολική σπατάλη της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ένα ποσοστό που, αν και δεν είναι το μεγαλύτερο, τοποθετεί τον κλάδο σε στρατηγική θέση για την εφαρμογή λύσεων.
Η ίδια υπογράμμισε ότι η σπατάλη τροφίμων «επιβαρύνει και τις ίδιες τις αλυσίδες», επισημαίνοντας πως οι επιχειρήσεις δεν λειτουργούν πλέον μόνο ως διαμεσολαβητές προϊόντων, αλλά ως φορείς αλλαγής συμπεριφορών. Η μετάβαση αυτή ενισχύεται και από το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, καθώς πλέον η Ε.Ε. έχει θέσει νομικά δεσμευτικούς στόχους για τη μείωση των αποβλήτων τροφίμων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η συμμόρφωση συνδέεται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη ένταση, με περίπου 2 εκατομμύρια τόνους αποβλήτων τροφίμων ετησίως. Παράλληλα, η σπατάλη συμβάλλει κατά 10% στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, στοιχείο που ενισχύει την ανάγκη για άμεση δράση σε όλα τα επίπεδα της αλυσίδας.
Οι τρεις δράσεις της ΑΒ και η αλλαγή κουλτούρας
Μεγαλύτερο βάρος στη συζήτηση δόθηκε στις πρωτοβουλίες που ήδη εφαρμόζονται, με την Αλεξία Μαχαίρα να παρουσιάζει τρεις βασικούς άξονες δράσης της ΑΒ Βασιλόπουλος, οι οποίοι επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα τόσο επιχειρησιακά όσο και κοινωνικά.
Η πρώτη δράση, «Τρόφιμα Αγάπης», αποτελεί ένα από τα πιο μακροχρόνια προγράμματα εταιρικής υπευθυνότητας στον κλάδο. Εδώ και 13 χρόνια, η εταιρεία έχει συνδέσει το σύνολο των καταστημάτων της με τοπικούς φορείς, προσφέροντας τρόφιμα που διαφορετικά θα κατέληγαν ως απόβλητα. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, καθώς περίπου 15 εκατομμύρια γεύματα προσφέρονται ετησίως, μετατρέποντας τη δυνητική σπατάλη σε κοινωνική αξία.
Ο δεύτερος άξονας αφορά την εσωτερική λειτουργία της εταιρείας. Μέσα από βελτιστοποίηση των παραγγελιών, εκπαίδευση προσωπικού και ανάπτυξη ειδικών εργαλείων, η ΑΒ επιχειρεί να περιορίσει τη σπατάλη στην πηγή της. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συνεργασία με προμηθευτές, μέσω ενός «toolkit» που επιτρέπει τη μέτρηση και διαχείριση των αποβλήτων τροφίμων σε όλη την αλυσίδα.
Η τρίτη δράση μεταφέρει την ευθύνη και στον καταναλωτή. Μέσα από καμπάνιες ενημέρωσης, η εταιρεία προωθεί απλές αλλά ουσιαστικές πρακτικές, όπως η χρήση λίστας αγορών, με στόχο τη μείωση της σπατάλης στο σπίτι. Δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο ποσοστό food waste εντοπίζεται ακριβώς εκεί, στα νοικοκυριά.
Η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση, καθώς η αντιμετώπιση της σπατάλης δεν μπορεί να είναι αποσπασματική, αλλά απαιτεί συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων, από την παραγωγή έως την κατανάλωση.
Από τη βιομηχανία στην εστίαση
Το ζήτημα της σπατάλης τροφίμων αποκτά διαφορετικές διαστάσεις ανά κλάδο, όπως αναδείχθηκε και από τις παρεμβάσεις των υπόλοιπων ομιλητών. Η Λήδα Μαλικέντζου από την Loulis Food Ingredients, σημείωσε ότι στη βιομηχανία αλευροποίησης το σιτάρι αξιοποιείται σχεδόν στο σύνολό του, γεγονός που περιορίζει τη σπατάλη. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη του κλάδου, ιδιαίτερα σε επίπεδο ευαισθητοποίησης.
Η ίδια ανέδειξε τη σημασία της εκπαίδευσης, αναφέροντας πρωτοβουλίες όπως το Μουσείο Λούλη, όπου τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το πρόβλημα της σπατάλης τροφίμων και τις επιπτώσεις της στην καθημερινότητα. Παράλληλα, υπογράμμισε τον ρόλο των αρτοποιών ως σημείου όπου το food waste γίνεται ορατό, καθιστώντας τους κρίσιμο κρίκο για την εφαρμογή πρακτικών μείωσης.
Από την πλευρά της εστίασης, η Ρινέτα Μήτση από τον όμιλο Goody’s-Everest περιέγραψε έναν κλάδο που «λειτουργεί με διαφορετικές ταχύτητες». Μέσω συνεργασίας με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, ο όμιλος επιχείρησε να ποσοτικοποιήσει το πρόβλημα, καταλήγοντας σε ένα μέσο όρο 40 γραμμαρίων σπατάλης τροφίμων ανά πελάτη.
Η μέτρηση αυτή αναδεικνύει μια κρίσιμη πρόκληση, την ανάγκη για ενιαία μεθοδολογία καταγραφής του food waste. Χωρίς κοινά εργαλεία και δείκτες, η σύγκριση και η αξιολόγηση των δράσεων παραμένουν περιορισμένες.
Ταυτόχρονα, αναδείχθηκαν και ευκαιρίες αξιοποίησης αποβλήτων, όπως η μετατροπή χρησιμοποιημένων ελαίων σε βιομάζα, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και τα υπολείμματα μπορούν να αποκτήσουν οικονομική αξία.
