H. Emsgard: Νέα εποχή για τους υδρογονάνθρακες

H. Emsgard: Νέα εποχή για τους υδρογονάνθρακες

Ένα νέο κεφάλαιο για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων στην Ελλάδα άνοιξε με την υπογραφή της σύμβασης για τη γεώτρηση στο Block 2 στο ΒΔ Ιόνιο μεταξύ της κοινοπραξίας Exxon-Energean-Helleniq και της εταιρείας Stena Drilling, που αναλαμβάνει την εκτέλεση της γεώτρησης, βάζοντας οριστικά σε τροχιά ένα από τα πιο κρίσιμα projects υδρογονανθράκων στη χώρα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πρέσβης της Σουηδίας, Håkan Emsgård, μιλώντας στο Liberal, συνέδεσε την παρουσία της σουηδικής τεχνογνωσίας με τη σημασία της συμφωνίας. Χαρακτηριστικά, δήλωσε: «Eίμαστε πολύ χαρούμενοι που βλέπουμε μια τόσο ισχυρή σουηδική εταιρεία εδώ στην Ελλάδα. Είναι μία από τις κορυφαίες εταιρείες στον κλάδο για την οποία είμαστε πολύ περήφανοι. Πρωτοπορούν σε αυτή την τεχνολογία βαθέων υδάτων και η υπογραφή ορόσημο για τη σύμβαση της γεώτρησης είναι στην πραγματικότητα μόνο η αρχή. Ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για κάτι που έχει τεράστιες δυνατότητες και οφέλη τόσο για την Ελλάδα όσο και για τις εταιρείες που συμμετέχουν σε αυτό το έργο».

Τα μεγέθη του project και οι προσδοκίες

Ο χρόνος μετρά ήδη αντίστροφα για το πρώτο γεωτρύπανο μετά από σχεδόν μισό αιώνα, καθώς σε 300 ημέρες (οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 14-24 Φεβρουαρίου του 2027) θα έχουμε την πρώτη offshore γεώτρηση στο Ιόνιο.

Η συμφωνία για το Block 2 σηματοδοτεί ουσιαστικά την επανεκκίνηση των υπεράκτιων ερευνών στη χώρα, βάζοντας τέλος σε μια μακρά περίοδο αδράνειας.

Πρόκειται για ένα έργο με υψηλό βαθμό τεχνικής δυσκολίας, καθώς η γεώτρηση θα φτάσει σε βάθη που ξεπερνούν τα 4.600 μέτρα κάτω από τον βυθό, σε θαλάσσια περιοχή με σημαντικό βάθος νερού. Το συνολικό κόστος εκτιμάται στα 60-70 εκατ. ευρώ ενώ η διάρκεια των εργασιών υπολογίζεται σε περίπου δύο μήνες, με εντατική λειτουργία της πλατφόρμας σε 24ωρη βάση.

Η υλοποίησή του απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό και προηγμένη τεχνογνωσία, στοιχεία που εξηγούν και τη συμμετοχή μεγάλων διεθνών παικτών στον σχεδιασμό. 

Οι εκτιμήσεις για το δυναμικό φυσικού αερίου στην περιοχή είναι ιδιαίτερα υψηλές, φτάνοντας έως και τα 270 δισ. κυβικά μέτρα, ποσότητα πολλαπλάσια της ετήσιας κατανάλωσης της χώρας. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης εμπορικά εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος, θα απαιτηθούν επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ για την ανάπτυξή του, με σημαντικά οφέλη τόσο για την οικονομία όσο και για την ενεργειακή ασφάλεια.

Αν η γεώτρηση αποδειχθεί επιτυχής, θα χρειαστούν πρόσθετες επενδύσεις ύψους 5 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη του κοιτάσματος το οποίο θα συνδεθεί μέσω πλωτής μονάδας τόσο με την Ελλάδα όσο και με την Ιταλία.

Στο σενάριο της επιτυχούς γεώτρησης, τα έσοδα για το Ελληνικό Δημόσιο (με τις σημερινές τιμές του φυσικού αερίου) σε βάθος 20 ετών θα φθάσουν στα 10 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η υλοποίηση του έργου εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και θα δώσει ώθηση στις τοπικές κοινωνίες. Ωστόσο, πολλαπλάσιο θα είναι το όφελος στο επίπεδο της ενεργειακής ασφάλειας και της αναβάθμισης του γεωστρατηγικού ρόλου της χώρας.

Φυσικά, το εγχείρημα συνοδεύεται και από το αναμενόμενο επενδυτικό ρίσκο, καθώς η πιθανότητα επιτυχίας μιας ερευνητικής γεώτρησης παραμένει περιορισμένη, σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα. Το ρίσκο αυτό αναλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από τις εταιρείες, χωρίς επιβάρυνση για το Δημόσιο. Βασικό ζητούμενο είναι, επίσης, η τήρηση ενός απαιτητικού χρονοδιαγράμματος. Καθοριστικό βήμα αποτελεί η κατάθεση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία αναμένεται στις 15 Ιουνίου του 2026.

Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην περιβαλλοντική διάσταση, με την υλοποίηση να προβλέπεται να γίνει υπό αυστηρούς ευρωπαϊκούς κανόνες και με αξιοποίηση δοκιμασμένων πρακτικών, ώστε η ενεργειακή ανάπτυξη να συνδυαστεί με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του τουριστικού προϊόντος.