Οι Φρουροί της Επανάστασης, το επίλεκτο σώμα του στρατού του Ιράν, προειδοποίησαν σήμερα τα πλοία που βρίσκονται στο Στενό του Ορμούζ να μην αποπειραθούν να το διασχίσουν χωρίς την άδειά τους και απείλησαν όσα πλοία δεν συμμορφωθούν με «κατάλληλα μέτρα».
Το μέλλον του Στενού του Ορμούζ, μια στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδός για το εμπόριο την οποία το Ιράν έχει αποκλείσει μετά το ξέσπασμα του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, αποτελεί ένα ακανθώδες ζήτημα στις συνομιλίες Ουάσινγκτον- Τεχεράνης.
Το Ιράν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής «τελών» για τη διέλευση από το Στενό, κάτι που δεν ίσχυε πριν από τον πόλεμο, ενώ οι ΗΠΑ είναι αντίθετες σε αυτό, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για «διεθνή θαλάσσια οδό», αν και τα ύδατα του στενού συνορεύουν με τις ιρανικές ακτές και αυτές του Ομάν.
«Η μόνη εξουσιοδοτημένη διαδρομή για διέλευση από το Στενό του Ορμούζ είναι αυτή που έχει ανακοινωθεί από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν», ανέφεραν οι Φρουροί της Επανάστασης. Οποιαδήποτε διέλευση χωρίς την άδεια του Ιράν θεωρείται «απαράδεκτη και επικίνδυνη» και θα ληφθούν «τα κατάλληλα μέτρα», τόνισαν σε ανακοίνωσή τους, στην οποία καταγγέλλουν «την ανακοίνωση από κάποιες αρχές μια νέας θαλάσσιας διαδρομής».
Το Ορμούζ είναι μια στενή πλωτή οδός, μήκους περίπου 30 χιλιομέτρων, που χωρίζει το Ιράν και το Ομάν. Οι μόνες διελεύσεις που επιτρέπονται από το Ιράν είναι μέσω ενός διαδρόμου που εκτείνεται κατά μήκος των ακτών του.
Το πρωτόκολλο συμφωνίας το οποίο υπέγραψαν Τεχεράνη και Ουάσινγκτον για τον τερματισμό του πολέμου προβλέπει τη διέλευση των εμπορικών πλοίων από το Στενό του Ορμούζ χωρίς τέλη «μόνο για 60 ημέρες». Το κείμενο προσθέτει ότι «η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα λάβει μέτρα, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, για να εγγυηθεί την ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων».
Την Τρίτη το Ιράν και το Ομάν ανακοίνωσαν ότι θα εξετάσουν το «ποσό» που θα μπορούσε να επιβάλλεται για τις υπηρεσίες που συνδέονται με τη διαχείριση του Στενού.
Από την πλευρά του ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, που πραγματοποιεί περιοδεία στην περιοχή του Κόλπου, τόνισε την Τρίτη ότι η Ουάσινγκτον δεν θα δεχθεί την επιβολή διοδίων ή τελών στο Στενό του Ορμούζ.
Το Ιράν κατηγορεί το NATO για «συνέργεια» με ΗΠΑ και Ισραήλ
Εντωμεταξύ, ο εκπρόσωπος της ιρανικής διπλωματίας Εσμαΐλ Μπαγαεΐ κατηγόρησε σήμερα το NATO πως ήταν «συνεργός» στον «παράνομο επιθετικό πόλεμο» τον οποίο εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν την 28η Φεβρουαρίου.
Ο κ. Μπαγαεΐ αντέδρασε με το σχόλιο αυτό στη δήλωση που έκανε στο Fox News ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού του Συμφώνου του Βόρειου Ατλαντικού, ο Μαρκ Ρούτε, σύμφωνα με τον οποίο «500 αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη απογειώθηκαν από αμερικανικές βάσεις στην Ιταλία» στο πλαίσιο της αμερικανοϊσραηλινής επιχείρησης που βαφτίστηκε «Επική Οργή».
Ακόμη, ο κ. Ρούτε διαβεβαίωσε πως το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου χρειάστηκε να μειώσει τις εμπορικές πτήσεις που εκτελούνταν σε αυτό για να επιτρέψει να αποπροσγειώνονται αμερικανικά αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού στο πλαίσιο της ίδιας επιχείρησης, καθώς και ότι έγιναν από 4.000 ως 5.000 έξοδοι αμερικανικών αεροσκαφών από βάσεις στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της ένοπλης σύρραξης.
«Αυτή είναι σαφής και ενοχοποιητική παραδοχή της άμεσης συνέργειας του NATO στον παράνομο επιθετικό πόλεμο που διεξήχθη εναντίον κυρίαρχου κράτους μέλους του ΟΗΕ», τόνισε ο κ. Μπαγαεΐ μέσω X.
«Ο ΓΓ του NATO κατονόμασε ρητώς την Ιταλία και τη Ρουμανία», αποκάλυψε πως οι χώρες αυτές «συμμετείχαν στην επίθεση εναντίον του Ιράν», συνέχισε ο εκπρόσωπος του ιρανικού ΥΠΕΞ.
«Οι χώρες αυτές, όπως και όλες οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες που παρείχαν την υποστήριξή τους στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν, οφείλουν να εξηγήσουν στους λαούς τους και στον κόσμο γιατί επέλεξαν να γίνουν συνεργοί στην κατάφωρη επίθεση και στη διάπραξη μαζικών φρικαλεοτήτων σε βάρος του ιρανικού λαού», ιδίως «στη Μινάμπ», συμπλήρωσε ο κ. Μπαγαεΐ.
Στην Ιταλία, το υπουργείο Άμυνας καταδίκασε χθες τις δηλώσεις του κ. Ρούτε, κρίνοντας ότι ο πρώην πρωθυπουργός της Ολλανδίας πρόβαλε ισχυρισμό «εντελώς ψευδή» και διαβεβαιώνοντας πως η Ρώμη δεν επέτρεψε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις τους παρά μόνο για τεχνικές και επιμελητειακές πτήσεις, όχι για αποστολές μάχης.
