Αν κάποιοι από εμάς είχαν αμφιβολία για το πόσο σημαντικό πράγμα είναι ο έλεγχος ορισμένων λιμανιών και θαλάσσιων διαδρομών ανά τον κόσμο, υποθέτω πως θα έχουν πολύ λιγότερες αυτές τις μέρες. Βέβαια, στην Ελλάδα δεν θα έπρεπε να υπάρχει η παραμικρή σχετική αμφιβολία ύστερα από 4.000 χρόνια αλλά είναι αλήθεια πως όταν περνούν μεγάλα διαστήματα χωρίς γεωπολιτικές αναταραχές, υπάρχει πάντα η τάση να ξεχνάμε ορισμένες «δύσκολες» αλήθειες.
Όμως η εμπορική αντιπαλότητα Κίνας – ΗΠΑ, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι πολεμικές επιχειρήσεις στον Περσικό Κόλπο και η μόνιμη ένταση στη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας έχουν φέρει πλέον αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα στο προσκήνιο. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η προσπάθεια του Ιράν να ελέγξει από εδώ και πέρα τη ροή των πλοίων μέσα από αυτά επιβάλλοντας και ένα είδος διοδίων, όπως και οι συνεχείς εδώ και δύο και πλέον χρόνια επιθέσεις στα πλοία που προσπαθούν να φτάσουν στη Διώρυγα του Σουέζ μέσα από την Ερυθρά Θάλασσα είναι γεγονότα που έχουν αναστατώσει το διεθνές εμπόριο και τη διεθνή αγορά ενέργειας.
Μέσα σε όλη αυτήν την αναταραχή, η οποία συνδυάζεται και με τη σοβαρή αναστάτωση που έχουν προκαλέσει οι αμερικανικοί δασμοί, ζητήματα που πριν από λίγα χρόνια ή και μικρότερο χρονικό διάστημα προκαλούσαν ειρωνικά σχόλια και η σχετική συζήτηση θεωρείτο υπερβολική, αντιμετωπίζονται πλέον με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Το πιο χαρακτηριστικό τέτοιο ζήτημα είναι αυτό της Διώρυγας του Παναμά. Λίγο μετά την εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ τον Νοέμβριο του 2024, ο Αμερικανός πρόεδρος προκάλεσε μεγάλο θόρυβο με τις δηλώσεις του σχετικά με τη Διώρυγα που ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό ωκεανό και συντομεύει κατά πολύ τη διαδρομή για χιλιάδες πλοία που μεταφέρουν εμπορεύματα ανά τον κόσμο και αντιστοιχούν περίπου στο 5% του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου.
Αυτό που είχε πει τότε ο Τραμπ ήταν πως δύο λιμάνια που βρίσκονται πολύ κοντά στις δύο εισόδους της Διώρυγας, το Μπαλμπόα στις ακτές του Ειρηνικού και το Κριστόμπαλ στις ακτές του Ατλαντικού, συνιστούν κίνδυνο για τα αμερικανικά συμφέροντα. Κατά την άποψή του, ο κίνδυνος προερχόταν από το γεγονός πως τη διαχείριση των δύο αυτών λιμανιών είχε αναλάβει αρκετά χρόνια πριν η εταιρεία CK Hutchison (0001 Hong Kong), η οποία έχει άμεση σχέση με την Κίνα.
Η αλήθεια είναι πως αυτή η εταιρεία ελέγχεται από την οικογένεια του Li Ka Shing, ίσως του πιο γνωστού επιχειρηματία από το Χονγκ Κονγκ και η Κίνα δεν έχει καμία μετοχική συμμετοχή σε αυτήν. Από τη στιγμή, όμως. που το Χονγκ Κονγκ ανήκει εδώ και 29 χρόνια στην κινεζική επικράτεια και δεδομένης της παρεμβατικότητας των κινεζικών αρχών, είναι επίσης σίγουρο πως η CK Hutchison δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει σε θέματα που ενδιαφέρουν την κινεζική ηγεσία.
Ο Τραμπ είχε δηλώσει τότε πως η χώρα του θα πρέπει να «ανακαταλάβει» τη Διώρυγα του Παναμά της οποίας τον έλεγχο είχαν παραδώσει οι ΗΠΑ στον Παναμά την τελευταία ημέρα του 1999. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε μάλιστα αφήσει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και βία για να αναλάβει πάλι τον έλεγχο της Διώρυγας. Όλα αυτά είχαν ακουστεί πολύ υπερβολικά, είχαν προκαλέσει έντονα αρνητικά σχόλια από τη μεριά του Παναμά και της Κίνας και δεν είχαν θεωρηθεί πολύ σοβαρά από την πλειοψηφία των σχολιαστών ανά τον κόσμο.
Όπως όμως εξελίχθηκαν τα πράγματα, φαίνεται πως η κοινή γνώμη και πολλοί ειδικοί είχαν υποτιμήσει τον Τραμπ. Λίγους μήνες μετά, στις αρχές του Μαρτίου 2025, ανακοινώθηκε μία πολύ σημαντική επιχειρηματική συμφωνία μέσω της οποίας η CK Hutchison ουσιαστικά μεταβίβαζε τον έλεγχο των δύο λιμανιών (και άλλων 21 ανά τον κόσμο) σε μία κοινοπραξία με κυρίαρχο εταίρο τον αμερικανικό επενδυτικό κολοσσό Blackrock (BLK NYSE) και κύριο συνεταίρο της την πολύ μεγάλη, ιταλικών συμφερόντων, ναυτιλιακή εταιρεία MSC.
Η συμφωνία αυτή, η προετοιμασία της οποίας ήταν σε γνώση των αμερικανικών αρχών, είχε θεωρηθεί τότε μεγάλη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος βέβαια δεν έχασε την ευκαιρία να πανηγυρίσει, και ενδεικτική της ικανότητάς του να προωθεί τα συμφέροντα της χώρας του και τις δικές του προεδρικές επιθυμίες. Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά, καθώς η Κίνα δεν χάρηκε καθόλου με την εξέλιξη και στρίμωξε γερά την εταιρεία του Li Ka Shing.
Καθώς περνούσαν οι μήνες φάνηκε πως υπήρχε έδαφος για μία συμβιβαστική λύση, με την κινεζική Cosco Shipping (1919 Hong Kong, γνωστή μας από το λιμάνι του Πειραιά) να ετοιμάζεται να εισέλθει και αυτή στην κοινοπραξία υπό την ηγεσία της Blackrock. Τελικά, όμως, η λύση ήρθε μέσα από τον Παναμά και το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Στις 29 Ιανουαρίου ανακοινώθηκε η απόφαση του δικαστηρίου πάνω σε μία προσφυγή του υπουργού Δικαιοσύνης της χώρας εναντίον της σύμβασης παραχώρησης με την οποία είχε αναλάβει τη διαχείριση των λιμανιών η τοπική θυγατρική της CK Hutchison.
Η απόφαση κήρυξε αντισυνταγματική τη σύμβαση και μερικές μέρες αργότερα η κυβέρνηση του Παναμά την ακύρωσε και αποφάσισε να αναθέσει την προσωρινή διαχείριση των δύο λιμανιών στις δύο μεγαλύτερες ναυτιλιακές εταιρείες μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων στον κόσμο, την MSC και την Maersk (MAERSKB Copenhagen) από τη Δανία. Η CK Hutchison δεν κάθεται βέβαια με σταυρωμένα χέρια και έχει ήδη προσφύγει στη Δικαιοσύνη εναντίον των ενεργειών της κυβέρνησης.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε την εξέλιξη που θα έχουν οι νομικές ενέργειες της εταιρείας από το Χονγκ Κονγκ αλλά τα πράγματα δεν φαίνεται να εξελίσσονται θετικά γι' αυτήν. Οι αρχές του Παναμά έχουν ξεκινήσει διάφορες έρευνες εναντίον της και έκαναν έφοδο στα γραφεία της στην πόλη του Παναμά. Ούτε οι κινεζικές διαμαρτυρίες φαίνεται να έχουν μεγάλες πιθανότητες να προκαλέσουν κάποια αλλαγή στη στάση των παναμαϊκών αρχών.
Όπως είπε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος Χοσέ Ραούλ Μουλίνο, κατά την διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ερωτώμενος σχετικά με το τι θα μπορούσε να κάνει η Κίνα μετά την απώλεια του ελέγχου των δύο λιμανιών, «δεν ξέρω αλλά η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως δεν θα συμβεί απολύτως τίποτα». Πρόσθεσε επίσης πως η Κίνα μάλλον χρειάζεται περισσότερο τον Παναμά απ’ όσο ο Παναμάς την Κίνα.
Μπορεί η Κίνα να είναι οργισμένη με την τελευταία εξέλιξη, δεν χρειάζεται όμως να σκεφθούμε και πολύ για να καταλάβουμε πως οι ΗΠΑ είναι μάλλον ενθουσιασμένες, όπως φάνηκε από σχετικές δηλώσεις του υπουργού εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και του βουλευτή John Moolenaar, ο οποίος μάλιστα ευχαρίστησε δημόσια τον πρόεδρο Τραμπ και τον πρόεδρο Μουλίνο (ο Moolenaar είναι πρόεδρος της επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων που ασχολείται με ζητήματα που σχετίζονται με την Κίνα).
Η δήλωση του βουλευτή δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών, καθώς από αυτήν γίνεται σαφές πως η εκπαραθύρωση της CK Hutchison δεν πρέπει να αποτελεί τυχαία εξέλιξη. Αυτό έχει γίνει ακόμα πιο σαφές από τις δηλώσεις του Μουλίνο στην αρχή της χρονιάς. Την 2α Ιανουαρίου, ο Μουλίνο είχε πει, κατά τη διάρκεια του παραδοσιακού διαγγέλματός του προς τα μέλη του Κοινοβουλίου, πως η κρίση μεταξύ της χώρας του και των ΗΠΑ, η οποία είχε ως αφορμή τις δηλώσεις Τραμπ σχετικά με τη Διώρυγα στις αρχές του 2025, έχει πλέον περάσει. Είχε προσθέσει, επίσης, πως με την πάροδο του χρόνου αποκαταστάθηκε το κλίμα αμοιβαίου σεβασμού, συνεργασίας, εμπιστοσύνης και φιλίας μεταξύ των δύο πλευρών.
Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν η αμερικανική πλευρά έχει επηρεάσει τις αποφάσεις του Παναμά σχετικά με τα λιμάνια και την CK Hutchison αλλά αυτό δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία. Αυτό που μετρά είναι πως σχεδόν 15 μήνες μετά τις αρχικές δηλώσεις Τραμπ σχετικά με τη Διώρυγα του Παναμά, σχεδόν ό,τι ευχόταν ο Αμερικανός πρόεδρος κοντεύει να γίνει πραγματικότητα.
