Η σοβαρή κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και ο παρατεταμένος αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, πυροδοτούν νέα σενάρια εκτίναξης των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι. Ενώ η τιμή του Brent κινείται σήμερα γύρω στα 85 δολάρια, δίνοντας την εντύπωση ότι η αγορά δεν βλέπει μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα, κάτω από την επιφάνεια συσσωρεύονται αρκετές εστίες κινδύνου.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα αφορά στα πολύ μικρότερα περιθώρια που έχουν τα κράτη και οι αγορές να απορροφήσουν ένα νέο ενεργειακό σοκ. Διότι τα 4 «μαξιλάρια» που προστάτευαν τις αγορές, εξαντλούνται επικίνδυνα.
Με άλλα λόγια, οι αναλυτές δεν ανησυχούν τόσο για τα περίπου 1,5 δισ. βαρέλια πετρελαίου που έχει «χάσει» η παγκόσμια αγορά, αλλά για την αδυναμία αντιμετώπισης της κρίσης στην περίπτωση δεν ο πόλεμος συνεχιστεί.
Η Goldman Sachs προβλέπει ότι το Brent θα κυμανθεί κατά μέσο όρο τα 80 δολάρια το βαρέλι στο δ’ τρίμηνο του 2026 και στα 75 δολάρια το 2027, που συνεπάγεται ότι το βασικό της σενάριο δεν είναι σενάριο κρίσης. Ωστόσο, η αμερικανική τράπεζα προειδοποιεί ότι οι τιμές μπορεί να εκτιναχθούν πάνω από τα 110 δολάρια αν συνεχιστούν οι καθυστερήσεις στην ανάκαμψη των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο.
Η όποια ανθεκτικότητα επέδειξε μέχρι σήμερα η αγορά πετρελαίου απέναντι στο μεγαλύτερο ενεργειακό σοκ των τελευταίων 50 ετών, δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι εξαφανίστηκαν. Αντιθέτως, σε νέα του έκθεση το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί ότι η αγορά άντεξε στους πρώτους μήνες της κρίσης χάρη σε μια σειρά από προσωρινά «μαξιλάρια».
Μην ξεχνάμε ότι οι αρχικές εκτιμήσεις των ειδικών ανέφεραν ότι αν τα Στενά του Ορμούζ παρέμεναν κλειστά για πάνω από περίπου ένα μήνα, η αγορά θα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα και έχουμε ήδη ξεπεράσει τους 4,5 μήνες πολέμου.
Στο πρώτο ενεργειακό σοκ που έπληξε την παγκόσμια οικονομία στις αρχές Μαρτίου, η αγορά άντεξε και γιατί «έκαιγε» το πλεόνασμα. Βλέπετε, πριν ξεσπάσει η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν, η παγκόσμια αγορά λειτουργούσε με πλεόνασμα περίπου 2 εκατ. βαρελιών ημερησίως. Κατά συνέπεια, μπορούσε να απορροφήσει μέρος των αρχικών κραδασμών.
Παράλληλα, λήφθηκαν και άλλα μέτρα, όπως η χρήση αποθεμάτων ασφαλείας (στρατηγικών και μη), η αύξηση της παραγωγής στις ΗΠΑ, καθώς και η μείωση των αγορών από την Κίνα, που είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας στον κόσμο. Από τα ιστορικά υψηλά των 11,6 εκατ. βαρελιών την ημέρα το 2025, η Κίνα μείωσε τις εισαγωγές αργού σε περίπου 7 εκατ. βαρέλια την ημέρα τον Ιούνιο, που είναι το χαμηλότερο επίπεδο της δεκαετίας.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) προχώρησε στην απελευθέρωση 400 εκατ. βαρελιών πετρελαίου, ενώ και η Ουάσιγκτον αποφάσισε να διοχετεύσει στην αγορά σημαντικές ποσότητες από τα στρατηγικά αποθέματα των ΗΠΑ.
Τι μέλλει γενέσθαι, λοιπόν, μετά και τις νέες επιθέσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν και της Τεχεράνης κατά των χωρών του Κόλπου;
«Με τα αποθέματα ασφαλείας πλέον εξαντλημένα, το σύστημα είναι πιο εκτεθειμένο αν οι διαταραχές συνεχιστούν ή κλιμακωθούν εκ νέου, ενώ η προσπάθεια αποκατάστασης των αποθεμάτων θα διατηρήσει την αγορά σφιχτή ακόμη και όσο η προφορά θα ανακάμπτει», προειδοποιεί το ΔΝΤ.
Οι επόμενοι δύο μήνες είναι εξαιρετικά κρίσιμοι. Διότι αφενός η νέα διαταραχή στα Στενά θέλει εβδομάδες για να φτάσει στην αγορά και αφετέρου αν συνεχιστεί ο πόλεμος τα αποθέματα θα συνεχίσουν να συρρικνώνονται, ενώ οι τιμές του πετρελαίου μπορούν εύκολα να εκτιναχθούν πάνω από τα 100 δολάρια.
Ο φόβος αυξάνεται τις αγορές γιατί η στάθμη στις δεξαμενές των στρατηγικών και εμπορικών αποθεμάτων έχει υποχωρήσει αισθητά, την ώρα που οι εκτός Κόλπου παραγωγοί δεν μπορούν να αυξάνουν την παραγωγή επ’ αόριστον. Παράλληλα, οι θαλάσσιες μεταφορές βρίσκονται αντιμέτωπες με μία τρομακτική αναταραχή.
Εκτός από τα Στενά του Ορμούζ, το Ιράν κάλεσε προχθές του Χούθι να κλείσουν την πετρελαϊκή διαδρομή της Ερυθράς Θάλασσας στο στενό του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Όσο αυξάνονται οι εστίες κινδύνου, τόσο αυξάνεται και το κόστος των μεταφορών και η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει με «ασφυξία».
Για όλους αυτούς τους λόγους οι αγορές τιμολογούν έλλειψη άμεσης προσφοράς. Η καμπύλη του Brent γύρισε έντονα στο λεγόμενο backwardation (το συμβόλαιο του πρώτου μήνα διαπραγματευόταν στις 14 Ιουλίου περίπου 8,9 δολάρια υψηλότερα από το συμβόλαιο έξι μήνες μετά), κάτι που δείχνει σύμφωνα με την Saxo Bank ότι η αγορά αναμένει ότι η διαθεσιμότητα πετρελαίου θα παραμείνει περιορισμένη τις επόμενες εβδομάδες.
Για μία ακόμη φορά το πλήγμα είναι μεγαλύτερο για την Ευρώπη. Η Γηραιά Ήπειρος καλείται να μπει στη χειμερινή περίοδο με τον πονοκέφαλο της αναπλήρωσης των αποθηκών φυσικού αερίου. Οι υψηλές τιμές του LNG και ο έντονος ανταγωνισμός με την Ασία καθιστούν ολοένα ακριβότερη την αναπλήρωση. Ακόμα και αν οι αποθήκες γεμίσουν, αυτό θα έχει γίνει με μεγαλύτερο κόστος και ένα νέο γεωπολιτικό επεισόδιο ή ένας βαρύς χειμώνας, μπορούν να αναθερμάνουν την πληθωριστική κρίση.
