Με την εμβληματική φράση του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: «είναι ευκολότερο να ξεκινήσεις έναν πόλεμο παρά να τον τελειώσεις», ξεκίνησε την ομιλία του ο διευθύνων σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), στην πρόσφατη σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας όπου συγκεντρώθηκε η ελίτ της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.
Αυτή είναι η απλή αλήθεια. Για την έναρξη ενός πολέμου αρκεί μια μονομερής απόφαση, αλλά για τον τερματισμό απαιτείται μια πολυμερής συναίνεση. Κάτι που προς το παρόν φαντάζει μακρινό. Παράλληλα μετά τον τερματισμό, απαιτείται μια ευρύτατη συνεργασία για το ξεπέρασμα των επιπτώσεων, που δεν εξαφανίζονται ως δια μαγείας από την πρώτη ημέρα της ειρήνευσης.
Έτσι στο πλαίσιο των εργασιών, της συνόδου που προαναφέρθηκε, οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι διαμορφωτές της διεθνούς οικονομικής πολιτικής, σκιαγράφησαν έναν ορίζοντα γεμάτο αβεβαιότητα. Προειδοποιώντας ότι οι παρενέργειες της σύγκρουσης έχουν ήδη αρχίσει να διαβρώνουν την ανάπτυξη, να τροφοδοτούν τις πληθωριστικές πιέσεις και να αποκτούν έναν μη βραχυχρόνιο, αλλά ούτε και παροδικό χαρακτήρα.
Διότι παρ’ όλο που ο Λευκός Οίκος υπόσχεται ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα, οι υπεύθυνοι χάραξης της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής δεν μπορούν να βασίζονται στο «ευνοϊκό σενάριο». Η ασάφεια των μηνυμάτων από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη πέραν του γεγονότος ότι προκαλεί σχεδόν καθημερινά νευρικότητα στις αγορές, αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις να προετοιμάζονται για παρατεταμένες δευτερογενείς επιπτώσεις που θα πλήξουν όχι μόνο την ενέργεια, αλλά και μια πολύ ευρύτερη γκάμα προϊόντων, οδηγώντας ταυτόχρονα σε χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό.
Ίσως ο μεγαλύτερος «εφιάλτης» για τους κεντρικούς τραπεζίτες είναι η εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού. Δηλαδή, ενός συνδυασμού στάσιμης οικονομικής δραστηριότητας και καλπάζοντος πληθωρισμού. Η διάχυτη ανησυχία ανάμεσα στις ομιλίες των εισηγητών, σύγκλινε σε μια αύξηση του παγκόσμιου πληθωρισμού από 1,5% έως και 2,5%, ανάλογα με τον χρονικό ορίζοντα τερματισμού του πολέμου. Πυροδοτώντας μια παγκόσμια κρίση που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί με τα κλασικά εργαλεία της νομισματικής πολιτικής. Και όπως είναι λογικό, οι μικρές οικονομίες που είναι απολύτως εξαρτημένες από το υψηλό ενεργειακό κόστος, πιθανότατα να υποστούν πιέσεις ακόμα και όσον αφορά τη διαχείριση του κρατικού χρέους τους.
Η λήψη των σχετικών αποφάσεων δεν θα είναι μια εύκολη υπόθεση. Ο Διοικητής της Τράπεζας της Φινλανδίας και γνωστός μας από την εποχή των μνημονίων Olli Rehn και ο Πρόεδρος της Bundesbank Joachim Nagel χρησιμοποίησαν στις παρεμβάσεις τους όρους όπως «ομιχλώδες», «θολό» και «αδιαφανές», για το τοπίο μέσα στο οποίο καλούνται να κάνουν τις προβλέψεις τους και να λάβουν τις αποφάσεις τους. Η έλλειψη πληροφοριών και η πολυπλοκότητα των επιπτώσεων από τον πόλεμο, καθιστά σχεδόν αδύνατη αφενός την πλήρη αξιολόγηση της κατάστασης και αφετέρου την επιλογή της ενδεδειγμένης νομισματικής αντίδρασης.
Το γεγονός που ανησυχεί ακόμα περισσότερο τους κεντρικούς τραπεζίτες και τις κυβερνήσεις είναι ότι αγορές μετοχών φαίνεται να επιδεικνύουν μια αξιοσημείωτη, αν όχι παράξενη, ανθεκτικότητα. Οι αμερικανικοί χρηματιστηριακοί δείκτες δεν είναι απλά ήρεμοι, αλλά κάνουν πάρτι. Ωστόσο, αυτή η ηρεμία μπορεί να είναι απατηλή. Και οι ομιλητές εξέφρασαν την έκπληξή τους για την επιστροφή των αγορών στα προ πολέμου επίπεδα, προειδοποιώντας ότι η πραγματική επίπτωση στην προσφορά αγαθών δεν έχει φανεί ακόμα. Τονίζοντας ότι τα πλοία που εξυπηρετούν την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα είτε βρίσκονται ακόμα εν πλω, είτε δεν έχουν καν αποπλεύσει για τους προορισμούς τους. Υπονοώντας ότι η διαταραχή στην πραγματική οικονομία βρίσκεται ακόμα προ των πυλών και δεν έχει δείξει τις πλήρεις διαστάσεις της.
Η γενικευμένη πίστη των επενδυτών, ότι κανείς δεν θέλει να πέσουν οι αγορές, διότι αν συμβεί κάτι τέτοιο όλοι θα βγουν χαμένοι, προκαλεί ηρεμία και ανοδικές προσδοκίες. Ωστόσο, βρίσκεται περισσότερο στη σφαίρα του συναισθήματος και της ανάγκης εξιδανίκευσης της κατάστασης και λιγότερο στη σφαίρα της πραγματικότητας. Διότι ανεξάρτητα από το τέλος του πολέμου, θα απαιτηθούν τεράστιες επενδύσεις και δαπάνες για να επανέλθει το σύστημα σε πλήρη και ικανή λειτουργία, και ακόμα περισσότερες για να επιτευχθεί η ενεργειακή ανεξαρτησία και η ασφάλεια των ενεργειακών συμμαχιών που θα δομηθούν την επόμενη ημέρα, με βάση τους νέους δρόμους των υδρογονανθράκων.
Η ανάγκη για ενεργειακή κυριαρχία και διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων, δεν είναι πλέον μια μακροπρόθεσμη και αφηρημένη στρατηγική, αλλά μια άμεση αναγκαιότητα επιβίωσης. Οπότε εάν πάνω σε αυτές τις αναγκαίες επενδύσεις σε υποδομές, συναθροίσουμε και τα κρατικά χρέη που θα αυξηθούν αναπόφευκτα για την αντιμετώπιση της κρίσης και των συνεπειών της, διαμορφώνεται ένα σκηνικό ιδιαίτερα επικίνδυνο, που δεν θα επιτρέψει τις χρηματιστηριακές προσδοκίες να μετουσιωθούν σε πραγματικά αποτελέσματα.
Ο πόλεμος ξεκίνησε με μια εντολή. Η λήξη του, είναι μια εξαιρετικά πιο δύσκολη, πολύπλοκη και πολυπαραγοντική υπόθεση. Ακόμα πιο δύσκολη θα είναι η διαχείριση της οικονομικής αναστάτωσης που βρίσκεται εν εξελίξει. Μιας βαθιάς αναστάτωσης της οποίας τα σημάδια ανιχνεύονται σε κάθε οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Η πλήρης αποκατάσταση της εμπορικής, οικονομικής και επιχειρηματικής κανονικότητας θα διαρκέσει μήνες, με τις απώλειες να κινδυνεύουν να πολλαπλασιαστούν.
