Προς νέα υψηλά ο S&P 500 μετά τη βύθιση στις 6.343 μονάδες
shutterstock
shutterstock

Προς νέα υψηλά ο S&P 500 μετά τη βύθιση στις 6.343 μονάδες

Με τον S&P 500 να επανακάμπτει στα προ κρίσης επίπεδα τιμών και να έχει απομακρυνθεί κατά 8% από τον πρόσφατο πυθμένα των 6.343 μονάδων, η αισιοδοξία έχει επιστρέψει εκ νέου στην επενδυτική κοινότητα. Οι κινήσεις των τελευταίων ημερών στην Wall Street, δίνουν από μόνες τους την απάντηση στο κυρίαρχο ερώτημα. Βρισκόμαστε μπροστά στο ξεκίνημα ενός νέου ανοδικού κύκλου ή η τρέχουσα ανάκαμψη είναι απλά μια ανάπαυλα πριν από μια νέα πτώση;

Έτσι διαπιστώνουμε ότι οι επενδυτές εκτιμούν ότι έχουν αφήσει πίσω τους τις ανησυχίες από τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και το ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, που απειλούν ανά πάσα στιγμή να ανατρέψουν το θετικό κλίμα. Εστιάζοντας περισσότερο στον συνδυασμό της ανθεκτικότητας της αμερικανικής οικονομίας, της ανοδικής εταιρικής κερδοφορίας και της ψυχολογίας των επενδυτών απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη (AI), που όπως φαίνεται δεν επηρεάζεται από τον πόλεμο στο Ιράν.

Κατ’ αρχάς το 33% της αξίας του δείκτη S&P 500, βασίζεται την πορεία των τεχνολογικών μετοχών όπως είναι η Nvidia, η Apple, η Microsoft, η Amazon, η Alphabet (Google), η Broadcom, η Meta Platforms (Facebook) και η Tesla, που παραμένουν αλώβητες από την πυρήνα της κρίσης. Καθώς οι τεχνολογικές εξελίξεις αποτελούν μονόδρομο, δεν πλήττονται από τις κρίσεις και δεν είναι ευάλωτες απέναντι στους ελλοχεύοντες κινδύνους. Γεγονός που εφησυχάζει σε μεγάλο βαθμό τους επενδυτές και υπόσχεται άνοδο των τιμών των συγκεκριμένων μετοχών 

Πέραν τούτου, δημοσιεύτηκαν και τρεις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αναλύσεις της RBC Capital Markets, της HSBC και της Wolfe Research, που στέλνουν κι αυτές ένα αισιόδοξο μήνυμα.

Η RBC Capital Markets είναι θυγατρική εταιρεία της ιδιαίτερα συντηρητικής τράπεζας Royal Bank of Canada. Οπότε η άποψη της έχει τη δική της ειδική βαρύτητα, ειδικά εν μέσω του γενικευμένου κλίματος αβεβαιότητας και ανησυχίας. Στην ανάλυση της σημειώνεται, ότι η υποχώρηση του S&P 500, μετά την έναρξη του πολέμου στις 6.343 μονάδες, παρέμεινε μέσα στα ανεκτά πλαίσια ενός κλασσικού pullback μικρότερου του 10% από τα υψηλά του Ιανουαρίου, χωρίς να αγγίξει τα όρια του βαπτίσματος της αγοράς σε bear market. Να θυμίσουμε ότι τον Απρίλιο του 2025 η ανακοίνωση της επιβολής δασμών από την πλευρά του Λευκού Οίκου,  είχε στείλει τον S&P 500 στο -20%.

Κατά την RBC, οι φόβοι εμφάνισης ύφεσης βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα, οι προσδοκίες των εταιρικών κερδών για το 2026 παραμένουν ισχυρές και η γενική αίσθηση της Wall Street ότι ο πόλεμος θα λήξει σύντομα, οδηγούν στην εκτίμηση ότι «οι αγορές έχουν δει τα χαμηλά τους» για το 2026.

Η τιμή – στόχος για τον S&P 500 παραμένει αμετάβλητη από την πλευρά της RBC Capital Markets στις 7.750 μονάδες, που αντιστοιχεί σε μια άνοδο της τάξης περίπου του +11% από το χθεσινό κλείσιμο. Η RBC συστήνει για αγορά τις αναπτυξιακές μετοχές  της υψηλής κεφαλαιοποίησης, τις λεγόμενες «large cap growth», έναντι των μετοχών «αξίας» που προτιμώνται γενικότερα σε περιόδους αβεβαιότητας.

Η Wolfe Research, δηλώνει απερίφραστα ότι το χαμηλό των 6.343 μονάδων για το 2026 έχει ήδη σημειωθεί για τον S&P 500 και ότι οι επενδυτές το έχουν αφήσει πίσω τους για τα καλά. Η Wolfe Research είναι φανατική οπαδός της τακτικής «buy the dip», και προτρέπει τους πελάτες της, να αγοράζουν μετοχές πάντα στις βυθίσεις της Wall Street. Δηλαδή να εκμεταλλεύονται τις υποχωρήσεις των μετοχών που πυροδοτούνται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Από εξελίξεις που δεν επηρεάζουν και δεν μεταβάλουν τα θεμελιώδη οικονομικά δεδομένα των τεχνολογικών εταιρειών. 

Για την Wolfe Research,  η «λυδία λίθος» για την βραχυπρόθεσμη πορεία της αγοράς είναι η περίοδος ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων του Q1 (πρώτου τριμήνου). Με την άνοδο του S&P 500, να εξαρτάται όλο και περισσότερο από τους τομείς της τεχνολογίας, των ημιαγωγών και του οικοσυστήματος της τεχνητής νοημοσύνης, οποιαδήποτε απογοήτευση από τους «κολοσσούς» του κλάδου θα μπορούσε να κλονίσει την εμπιστοσύνη της αγοράς και να θέσει ερωτήματα σχετικά με τις υψηλές προσδοκίες που έχουν κατακλίσει την αγορά.   

Η τιμή – στόχος για τον S&P 500 βρίσκεται για το βασικό σενάριο στις 7.000 μονάδες, με το θετικό σενάριο να φτάνει στις 7.500 μονάδες. Με την άνοδο να στηρίζεται στις αποδόσεις των μετοχών από τους κλάδους της τεχνολογίας, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών -που ήδη ανακοινώνουν πολύ θετικά αποτελέσματα-, της επικοινωνίας και των καταναλωτικών προϊόντων.

Η HSBC προσεγγίζει τον πόλεμο στο Ιράν και την ευρύτερη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο.  Η τράπεζα υποστηρίζει ότι η αγορά δεν χρειάζεται την πλήρη επίλυση των εντάσεων για να ανακάμψει και ότι αρκεί μια έστω και οριακή «περιθωριακή» βελτίωση. Σημειώνει ότι ακόμα και μια «λιγότερο κακή» ροή ειδήσεων, μπορεί να είναι «αρκετά καλή» για τις αγορές. 

Στα θετικά η HSBC τοποθετεί το γεγονός ότι η απαισιοδοξία και οι αμφιβολίες για την τεχνητή νοημοσύνη (AI) τα δύο τελευταία τρίμηνα, έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση του «premium» των αποτιμήσεων της αμερικανικής τεχνολογίας, καθιστώντας τις μετοχές εκ νέου δελεαστικές στα τρέχοντα επίπεδα. Η περίοδος της ανακοίνωσης των  κερδών του Q1, ξεκινά με ισχυρές προσδοκίες, με τους  αναλυτές να προβλέπουν αύξηση EPS (κέρδη ανά μετοχή) από 13% έως και 19% σε ετήσια βάση, με την τεχνολογία να ηγείται της αύξησης κατά +23%, με τους υπόλοιπους κλάδους να βρίσκονται στο +5%. Η Jefferies είναι ακόμα πιο αισιόδοξη και σε αντίστοιχη έκθεση της, εκτιμά ότι η κερδοφορία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, «small & mid-cap stocks» του S&P500 θα αυξηθεί κατά +11,5%. Σε περίπτωση όμως που διαψευσθούν οι εκτιμήσεις των αναλυτών για το Q1 και οι αυξημένες προσδοκίες των επενδυτών, τότε η αντίδραση θα είναι άμεσα πτωτική.

Η τιμή – στόχος της HSBC για τον S&P 500 βρίσκεται στις 7.500 μονάδες. Η εκτίμηση βασίζεται στην ιστορική εμπειρία που δείχνει ότι όποτε οι αγορές «χωνεύουν» με σχετική ευκολία τα γεωπολιτικά σοκ, επιστρέφουν με ταχύτητα σε ανοδική τροχιά, ειδικά όταν υποστηρίζονται από ισχυρά θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη