Για περαιτέρω δυναμική αναβαθμίσεων των ελληνικών τραπεζών από την Fitch Ratings το επόμενο χρονικό διάστημα από την Fitch Ratings κάνει λόγο ο Pau Labro, διευθυντής στην ομάδα Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων του οίκου αξιολόγησης και υπεύθυνος για την αξιολόγηση ισπανικών, ελληνικών και κυπριακών τραπεζών, σε συνέντευξη του στο Liberal.
Ο ίδιος εκτιμά πως οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημειώσει θετική πορεία τα τελευταία χρόνια σε σειρά τομέων και εκτιμά πως τα κέρδη τους για το σύνολο του 2026 θα είναι σε παρόμοιο επίπεδο με αυτά του 2025.
Ακόμα, κάνει λόγο για παράγοντες αβεβαιότητας και για προκλήσεις που μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα των τραπεζών, δίνοντας έμφαση στο δανεισμό λιανικής.
Παράλληλα, κάνει λόγο για τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών από τους πελάτες των τραπεζών στην Ελλάδα.
Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Βέλμαχο
Πώς αξιολογείτε την απόδοση των ελληνικών τραπεζών μέχρι στιγμής το 2026 και σε ποιο βαθμό επηρεάζει τον κλάδο η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή;
Για το 2026, αναμένουμε παρόμοια επίπεδα κερδοφορίας για τις μεγάλες ελληνικές τράπεζες, υποστηριζόμενα από την ανάκαμψη των καθαρών εσόδων από τόκους, τη συνεχιζόμενη αύξηση των εσόδων από προμήθειες και το μειωμένο κόστος κινδύνου. Αυτά θα πρέπει να αντισταθμίσουν τα υψηλότερα λειτουργικά έξοδα που συνδέονται με την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Τα καθαρά έσοδα από τόκους ανακάμπτουν, καθώς τα επιτόκια έχουν σταθεροποιηθεί και η ισχυρή αύξηση των δανείων συνεχίζεται (8% το 2025), η οποία υποστηρίζεται πλέον και από την ανάκαμψη του λιανικού τομέα.
Δεν αναμένουμε άμεσο αντίκτυπο στις ελληνικές τράπεζες από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, λόγω της μικρής έκθεσής τους στην περιοχή και της βελτιωμένης χρηματοοικονομικής τους θέσης. Η αυξημένη αβεβαιότητα, ο ενδεχόμενος υψηλότερος πληθωρισμός και η ασθενέστερη ανάπτυξη ενδέχεται να επιβαρύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης των τραπεζών.
Για τους δανειολήπτες λιανικής, ενδέχεται να προκύψουν πιέσεις ως προς τη δυνατότητα αποπληρωμής, αν και τα κυβερνητικά μέτρα μπορούν να συμβάλουν στην άμβλυνση του αντίκτυπού τους. Οι τράπεζες ενδέχεται επίσης να χρειαστεί να αυξήσουν τις προβλέψεις για πιστωτικές ζημίες, ώστε να αντανακλούν τους αυξημένους μακροοικονομικούς κινδύνους, αλλά σε μέτρια επίπεδα.
Η πορεία της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ αποτελεί έναν άλλο σημαντικό παράγοντα που πρέπει να παρακολουθείται, δεδομένου ότι η νομισματική σύσφιξη θα μπορούσε να στηρίξει τα καθαρά έσοδα από τόκους των ελληνικών τραπεζών μεσοπρόθεσμα.
Σε ποιους τομείς έχουν σημειώσει οι ελληνικές τράπεζες τη σημαντικότερη πρόοδο τα τελευταία χρόνια;
Η χρηματοοικονομική θέση και το επιχειρηματικό προφίλ των ελληνικών τραπεζών έχουν βελτιωθεί σημαντικά μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσής τους και της εξυγίανσης της ποιότητας των περιουσιακών τους στοιχείων.
Η ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, παρά τις σημαντικές εξωτερικές διαταραχές, τα πιο συνετά κριτήρια χορήγησης δανείων και το βελτιωμένο πιστωτικό προφίλ του κράτους έχουν επίσης στηρίξει την πορεία των τραπεζών.
Η κεφαλαιοποίηση, η δημιουργία κερδών και η χρηματοδοτική θέση των ελληνικών τραπεζών έχουν αποκατασταθεί σε υγιή επίπεδα, ενώ η ποιότητα των περιουσιακών τους στοιχείων είναι πλέον κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι ελληνικές τράπεζες επικεντρώνονται επί του παρόντος στην ενίσχυση του επιχειρηματικού τους προφίλ και στη διαφοροποίηση των εσόδων μέσω ευρύτερης προσφοράς προϊόντων, ψηφιακής μεταμόρφωσης και βελτιωμένης εμπειρίας πελατών. Οι τράπεζες έχουν επίσης επιδιώξει μικρής κλίμακας εξαγορές σε επιλεγμένους τομείς, ιδίως στον τομέα των ασφαλειών και της διαχείρισης περιουσίας, καθώς και σε γνωστές ξένες αγορές, κυρίως στην Κύπρο, προκειμένου να επεκτείνουν περαιτέρω και να διαφοροποιήσουν τη βάση των εσόδων τους.
Οι ελληνικές τράπεζες σημειώνουν σημαντική πρόοδο στον τομέα αυτό, καθώς η χώρα προσφέρει σημαντικό δυναμικό ανάπτυξης στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και στις ασφαλίσεις, όπου οι όγκοι παραμένουν πολύ χαμηλότεροι από εκείνους άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Ως αποτέλεσμα αυτής της συνεχιζόμενης προόδου, η Fitch έχει αναβαθμίσει τις μεγάλες ελληνικές τράπεζες τα τελευταία χρόνια, και όλες έχουν πλέον αξιολογηθεί σε επίπεδο επενδυτικής βαθμίδας. Εξακολουθούμε να διαβλέπουμε περαιτέρω ανοδική δυναμική για την Eurobank και την Εθνική Τράπεζα στο εγγύς μέλλον, καθώς οι αξιολογήσεις «BBB-» για τις δύο τράπεζες έχουν θετική προοπτική.
Ποια είναι τα κύρια εμπόδια που εμποδίζουν τις ελληνικές τράπεζες να καλύψουν το χάσμα με τις ομολόγους τους στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Η εκτίμησή μας για το επιχειρηματικό περιβάλλον των ελληνικών τραπεζών είναι θετική, καθώς αναμένουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη θα συνεχίσει να υποστηρίζει ευκαιρίες σε νέες δανειοδοτικές δραστηριότητες και δραστηριότητες που αποφέρουν προμήθειες, ενώ οι πιέσεις στην ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων αναμένεται να παραμείνουν περιορισμένες.
Ωστόσο, πιστεύουμε ότι εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένες διαρθρωτικές αδυναμίες, ιδίως στον τομέα της λιανικής τραπεζικής, καθώς τα επίπεδα εισοδήματος στην Ελλάδα παραμένουν κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και η ανεργία, αν και μειώνεται, παραμένει υψηλή.
Επιπλέον, το σημαντικό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός του τραπεζικού συστήματος επιλύεται με αργούς ρυθμούς, γεγονός που τελικά επιβαρύνει τη ζήτηση δανεισμού. Ως αποτέλεσμα, ο δανεισμός λιανικής στην Ελλάδα παρέμεινε γενικά υποτονικός, αν και τώρα παρουσιάζει ανάκαμψη.
Ένα άλλο διακριτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής τραπεζικής αγοράς είναι η σημαντική έκθεση στον κρατικό τομέα μέσω των τίτλων τιτλοποίησης από το Σχέδιο Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων («Ηρακλής») και των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων, αν και αυτές αποσβένονται ταχέως.
Πώς αξιολογείτε τα σχέδια διαχείρισης των τραπεζών όσον αφορά τη διανομή μερισμάτων και την ευρύτερη απόδοση κεφαλαίου στους μετόχους;
Θεωρούμε ότι αυτό αποτελεί ένδειξη ομαλοποίησης του τομέα μετά από χρόνια ρυθμιστικών περιορισμών, αντανακλώντας την αποκατάσταση της κεφαλαιακής θέσης των ελληνικών τραπεζών σε επαρκή επίπεδα, τη βελτίωση της δημιουργίας κερδών και την ανθεκτικότητα σε σενάρια πίεσης. Τα σχέδια διανομής κεφαλαίου των ελληνικών τραπεζών συνάδουν με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές τάσεις, όπου το πλεονάζον κεφάλαιο διανέμεται στους μετόχους.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αύξηση των διανομών κεφαλαίου στην Ελλάδα συνοδεύτηκε από ταχύτερο ρυθμό αποαναγνώρισης των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων από τις ρυθμιστικές κεφαλαιακές βάσεις των τραπεζών, βελτιώνοντας έτσι την ποιότητα του κεφαλαίου τους.
Πώς αξιολογείτε την έκθεση των ελληνικών τραπεζών σε κινδύνους εμπορικών ακινήτων και δανεισμού προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς ομολόγους τους;
Η έκθεση σε εμπορικά ακίνητα (τόσο όσον αφορά την έκθεση σε δάνεια όσο και μέσω ακινήτων άμεσης επένδυσης σε ορισμένες οντότητες) είναι κατά κύριο λόγο εγχώρια και επωφελείται από την ευνοϊκή αγορά ακινήτων στην Ελλάδα. Ο τομέας αυτός έχει αποδώσει καλά εν μέσω αυξανόμενων επιτοκίων και δεν διαπιστώνουμε πιέσεις αποτίμησης του είδους που παρατηρούνται σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Οι ευρύτεροι επιχειρηματικοί τομείς στην Ελλάδα διατηρούν συνολικά υγιή χρηματοοικονομική θέση, έχουν επιδείξει ανθεκτικότητα κατά τη διάρκεια κρίσεων και βρίσκονται σε καλή θέση για να επωφεληθούν από ένα ανθεκτικό οικονομικό περιβάλλον και χαμηλότερο κόστος δανεισμού. Δεν εντοπίζουμε συγκεκριμένες αδυναμίες μεταξύ των ΜμΕ, αλλά αυτές είναι εγγενώς πιο επιρρεπείς σε κυκλικές διακυμάνσεις.
Υπάρχουν προοπτικές για περαιτέρω επενδυτική επέκταση των ελληνικών τραπεζών εκτός Ελλάδας; Και αν ναι, ποιες αγορές θεωρείτε πιο πιθανές;
Οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν επικεντρωμένες στην εγχώρια αγορά, όπου θα υπάρχουν σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες μεσοπρόθεσμα. Για τον λόγο αυτό, δεν αναμένουμε ουσιαστική περαιτέρω διεθνή επέκταση μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών. Σε περίπτωση που προκύψουν ευκαιρίες, οποιαδήποτε διεθνής επέκταση θα επικεντρωθεί πιθανότατα σε γειτονικές αγορές όπου οι ελληνικές τράπεζες έχουν αποκτήσει γνώση από την παλαιότερη παρουσία τους.
Η Eurobank είναι η μόνη μεγάλη τράπεζα που διατηρεί σημαντική διεθνή παρουσία στην Κύπρο, μετά την εξαγορά της Hellenic Bank, και στη Βουλγαρία. Η CrediaBank πρόκειται να επεκταθεί στη Μάλτα μέσω της εξαγοράς της HSBC Malta.
Εκτός από τη διεθνή παρουσία μέσω θυγατρικών, οι ελληνικές τράπεζες αυξάνουν τη συμμετοχή τους σε διεθνή κοινοπρακτικά δάνεια για να διαφοροποιήσουν τις δανειοδοτικές δραστηριότητές τους και να αντισταθμίσουν τις έντονες πιέσεις στα περιθώρια κέρδους στην Ελλάδα.
Ποιοι βασικοί δείκτες - όπως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPE) και οι δείκτες CET1- μπορούν να προσφέρουν μια ουσιαστική μεσοπρόθεσμη εικόνα της υγείας των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων;
Αναμένουμε τα αποτελέσματα του 1ου τριμήνου του 2026 για τις ελληνικές τράπεζες να επιβεβαιώσουν τη θετική πορεία της επιχειρηματικής ανάπτυξης και της διαφοροποίησης των εσόδων, υποστηριζόμενη από την ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Οι περισσότερες μεγάλες τράπεζες (εκτός της Πειραιώς) εξακολουθούν να έχουν δείκτες κοινού μετοχικού κεφαλαίου της κατηγορίας 1 (CET1) πάνω από τις μεσοπρόθεσμες προσδοκίες. Η Fitch αναμένει ότι οι δείκτες CET1 θα μειωθούν σταδιακά λόγω της συνεχιζόμενης αύξησης των δανείων, των υψηλότερων διανομών κεφαλαίου και του αντίκτυπου πιθανών εξαγορών, αλλά θα παραμείνουν σε επίπεδα συμβατά με τα βελτιωμένα προφίλ κινδύνου τους.
Όσον αφορά την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων, αναμένουμε ότι ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα παραμείνει σταθερός φέτος στο 3% περίπου, ενώ το κόστος κινδύνου αναμένεται να μειωθεί ελαφρώς, υποστηριζόμενο από την ανθεκτική απόδοση των δανειοληπτών και τη μείωση των έκτακτων επιπτώσεων, ακόμη και αν οι μακροοικονομικές προσδοκίες αναθεωρηθούν προς τα κάτω.
Οι νέες εισροές προβληματικών δανείων από παλαιά στεγαστικά δάνεια με κλιμακωτό επιτόκιο θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω σε ορισμένες τράπεζες κατά τη διάρκεια του έτους, αν και η κάλυψη θα πρέπει να είναι επαρκής λαμβάνοντας υπόψη τις προβλέψεις που οι τράπεζες προχώρησαν νωρίτερα το 2025.
Πώς μπορούν οι ελληνικές τράπεζες να αξιοποιήσουν τις αναδυόμενες τεχνολογίες, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, για να βελτιώσουν την λειτουργική τους αποδοτικότητα και τη συνολική τους απόδοση;
Η λειτουργική αποδοτικότητα του ελληνικού τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά μετά την ουσιαστική αναδιάρθρωση της τελευταίας δεκαετίας. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα (που υπολογίζεται ως το ποσοστό των λειτουργικών εξόδων που καλύπτονται από τα έσοδα) βρίσκεται κάτω από το 40%, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών.
Η ψηφιακή θέση των ελληνικών τραπεζών έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια και θεωρούμε ότι είναι γενικά συγκρίσιμη με άλλες μεσαίου μεγέθους τράπεζες στην Ευρώπη. Οι τράπεζες αναπτύσσουν ψηφιακές δυνατότητες και δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης για να βελτιώσουν την εξυπηρέτηση των πελατών, να προσφέρουν πιο εξατομικευμένες λύσεις, να αξιοποιήσουν την ανάλυση δεδομένων και να ενισχύσουν περαιτέρω την παραγωγικότητα των εργαζομένων και τη λειτουργική αποδοτικότητα.
Η υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών από τους πελάτες των τραπεζών στην Ελλάδα παραμένει σχετικά χαμηλή σε σχέση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αν και έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η συνέχιση αυτής της τάσης αναμένεται να δημιουργήσει ευκαιρίες για τις παραδοσιακές τράπεζες, αλλά και ενδεχομένως μεγαλύτερες ανταγωνιστικές πιέσεις από νέους παίκτες, όπως παρατηρούμε σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
