Οι διοικήσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών της Ελλάδας έχουν θέσει φιλόδοξους στόχους για την πιστωτική επέκταση εντός του 2026, με τις περισσότερες να έχουν καταγράψει σημαντικές επιδόσεις για το πρώτο τρίμηνο του 2026 παρά το περιβάλλον αβεβαιότητας που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Μέχρι στιγμής, έχουν ανακοινώσει τα αποτελέσματα πρώτου τριμήνου η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα και η Τράπεζα Πειραιώς ενώ στις 28 Μαΐου αναμένονται οι σχετικές ανακοινώσεις της Alpha Bank.
Οι επικεφαλής των συστημικών δεν καταγράφουν κάμψη στη ζήτηση για τα δάνεια λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, αναγνωρίζοντας ωστόσο πως το περιβάλλον αβεβαιότητας μπορεί να έχει καθοδικούς κινδύνους.
Eurobank
Ο CEO, Φωκίων Καραβίας, ανέφερε κατά την πρόσφατη ενημέρωση των αναλυτών πως «δεν έχουν καταγραφεί επιπτώσεις στο πιστωτικό κλίμα.
Ακόμα, τόνισε «νιώθουμε πολύ σίγουροι για το ότι θα επιτευχθεί ο στόχος των 3,8 δισ. δανείων που έχει θέσει στο guidance της η τράπεζα για το σύνολο του 2026».
Τράπεζα Πειραιώς
Ο CEO, Χρήστος Μεγάλου, έχει δηλώσει πως το guidance της τράπεζας για την πιστωτική επέκταση στο σύνολο του 2026 βρίσκεται στα 3 δισ. ευρώ.
Τα συνολικά δάνεια των πελατών για το πρώτο τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκαν κοντά στα 39 δισ. ευρώ (38,6 δισ.). Η πιστωτική επέκταση για το εν λόγω διάστημα διαμορφώθηκε στα 1,3 δισ. ευρώ, υποστηριζόμενη από όλους τους επιχειρηματικούς τομείς.
Εθνική Τράπεζα
Ο CEO της ΕΤΕ, Παύλος Μυλωνάς, είπε την περασμένη εβδομάδα πως η καθαρή πιστωτική επέκταση για την τράπεζα στο σύνολο του 2026 αναμένεται να κινηθεί άνω των 3 δισ. ευρώ.
Alpha Bank
Η Alpha Bank είναι η μοναδική από τις μεγάλες τράπεζες της Ελλάδας που δεν έχει ανακοινώσει ακόμα τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου (αναμένονται στις 28 Μαΐου).
Με βάση τα παραπάνω (και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένο guidance από την Alpha Bank) οι στόχοι των 3 εκ των 4 συστημικών τραπεζών για την πιστωτική επέκταση του 2026 «αγγίζουν» τα 10 δισ. ευρώ
Υπενθυμίζεται πως στο σύνολο του 2026 η Alpha εμφάνισε καθαρή πιστωτική επέκταση στα 3,5 δισ. ευρώ, με 1,3 δισ. στο τέταρτο τρίμηνο του 2026.
Οι προειδοποιήσεις ΤτΕ, ΕΚΤ και ΔΝΤ
Σημειώνεται πως σειρά θεσμικών φορέων (από την Τράπεζα της Ελλάδος έως την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) υπογραμμίζουν σε πρόσφατες εκθέσεις τους τη θετική πορεία των πιστώσεων από τις ελληνικές τράπεζες αλλά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν μέσα στο 2026, κυρίως λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Η ΤτΕ ανέφερε πως η παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών και την επίτευξη των στόχων τους για πιστωτική επέκταση.
Ακόμα, σημειώνεται πως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα ευάλωτα νοικοκυριά παραμένουν περισσότερο εκτεθειμένα στις αυξήσεις του κόστους χρηματοδότησης και στις πληθωριστικές πιέσεις.
Από την πλευρά της, η ΕΚΤ -σε συνολικότερο σχόλιο για τις τράπεζες της Ευρωζώνης- κατέγραψε για το πρώτο τρίμηνο του 2026 αυστηροποίηση των κριτηρίων των τραπεζών για την έγκριση δανείων, που στην περίπτωση στην περίπτωση των επιχειρήσεων η πιο έντονη από το τρίτο τρίμηνο του 2023.
Για το δεύτερο τρίμηνο του έτους και καθώς οι επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή αναμένεται να έχουν «μεταφερθεί» πιο έντονα στην οικονομία, η ΕΚΤ έκανε λόγο για «μια ευρεία και πιο έντονη καθαρή αυστηροποίηση των πιστωτικών κριτηρίων».
«Ορισμένες τράπεζες τόνισαν ότι οι τρέχουσες εξελίξεις στις τιμές της ενέργειας οδηγούσαν σε αυξημένη ζήτηση ρευστότητας από τις επιχειρήσεις, ενώ άλλες επισήμαναν την αυξημένη αβεβαιότητα και την αναβολή επενδύσεων ως παράγοντες που περιορίζουν τη ζήτηση», ανέφερε η ΕΚΤ.
Το ΔΝΤ ανέφερε σε έκθεση του στις 24 Μαρτίου για τις ελληνικές τράπεζες πως οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ήταν χαμηλοί πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και παραμένουν διαχειρίσιμοι.
Ωστόσο, τοι Ταμείο τόνιζε πως «ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν ισχυρούς ισολογισμούς και πιθανότατα θα είναι ανθεκτικές, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εμφανίζονται ευάλωτες, ενώ τα νοικοκυριά με χαμηλό επίπεδο αποταμιεύσεων έκτακτης ανάγκης ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο από διαταραχές του πραγματικού εισοδήματος και αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης».
