Β. Ψάλτης (Alpha Bank): Λύση στην οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης μια ενιαία κεφαλαιαγορά
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΔΕΛΦΩΝ

Β. Ψάλτης (Alpha Bank): Λύση στην οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης μια ενιαία κεφαλαιαγορά

Η Ευρώπη αναζητά ταυτόχρονα ανάπτυξη, στρατηγική αυτονομία και πράσινη μετάβαση, με αποτέλεσμα οι αντιφάσεις της οικονομικής της πολιτικής να γίνονται ολοένα και πιο έντονες. Από το βήμα του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, έθεσε με σαφήνεια ότι χωρίς βαθιές, ενοποιημένες κεφαλαιαγορές, η γηραιά ήπειρος δύσκολα θα χρηματοδοτήσει το μέλλον της.

Στο πάνελ με τίτλο «Navigating the future of European Economic Growth», η συζήτηση κινήθηκε γύρω από τις δομικές προκλήσεις της ευρωπαϊκής οικονομίας, με τον κ. Ψάλτη να επισημαίνει ότι η καθημερινότητα των αποφάσεων καθορίζεται πλέον από συγκρουόμενες στρατηγικές. Όπως ανέφερε, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά από «πολλά διλήμματα», τα οποία δυσχεραίνουν τη χάραξη συνεκτικής πολιτικής.

Οι αντιφάσεις της ευρωπαϊκής στρατηγικής

Το πρώτο μεγάλο δίλημμα αφορά τη σύγκρουση μεταξύ πράσινης μετάβασης και οικονομικής κυριαρχίας. Η Ευρώπη επιδιώκει την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, ωστόσο η εξάρτηση από εισαγόμενες τεχνολογίες –όπως φωτοβολταϊκά και μπαταρίες, κυρίως από την Κίνα– δημιουργεί ένα παράδοξο. Αν επιχειρήσει να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή μέσω προστατευτικών μέτρων, το κόστος εκτοξεύεται σε επίπεδα που, όπως σημείωσε ο επικεφαλής της Alpha Bank, «δεν είναι τραπεζικά αποδεκτά».

Το δεύτερο δίλημμα σχετίζεται με την ένταση μεταξύ ανοιχτών αγορών και στρατηγικής αυτονομίας. Η Ευρώπη επιδιώκει τη δημιουργία «ευρωπαϊκών πρωταθλητών», όμως η υλοποίηση αυτής της στρατηγικής παραμένει σε εθνικό επίπεδο. Αυτό, σύμφωνα με τον κ. Ψάλτη, αυξάνει τον κίνδυνο συγκέντρωσης και υπονομεύει τη βασική αρχή της διαφοροποίησης κινδύνου, η οποία αποτελεί πυλώνα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το τρίτο δίλημμα αφορά στην ισορροπία μεταξύ πράσινων στόχων και ανταγωνιστικότητας. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες λειτουργούν υπό αυστηρά κριτήρια ESG, τα οποία, αν και ευθυγραμμίζονται με τις περιβαλλοντικές προτεραιότητες, δημιουργούν ασύμμετρους όρους ανταγωνισμού σε σχέση με αμερικανικά και ασιατικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής πίεση στην κερδοφορία και στην ικανότητα χρηματοδότησης της οικονομίας.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Herman Van Rompuy, υπενθύμισε ότι μεγάλες πολιτικές εξελίξεις, όπως το Brexit, είχαν σαφές οικονομικό υπόβαθρο, υπογραμμίζοντας τη στενή διασύνδεση πολιτικής και οικονομίας στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Η ένωση κεφαλαιαγορών ως «ιερό δισκοπότηρο»

Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, ο κ. Ψάλτης ανέδειξε την ένωση κεφαλαιαγορών ως τη βασική απάντηση στο αναπτυξιακό αδιέξοδο της Ευρώπης. Όπως τόνισε, το επενδυτικό κενό ανέρχεται σε περίπου 700 δισ. ευρώ ετησίως, ένα μέγεθος που υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες του τραπεζικού συστήματος.

Η βασική ιδέα είναι η σταδιακή μετάβαση από ένα μοντέλο χρηματοδότησης που βασίζεται κυρίως στις τράπεζες σε ένα σύστημα όπου κυρίαρχο ρόλο θα έχουν οι αγορές. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου περίπου το 75% της χρηματοδότησης προέρχεται από τις κεφαλαιαγορές, στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό καλύπτεται από τις τράπεζες, οι οποίες λειτουργούν με εγγενείς περιορισμούς, καθώς διαχειρίζονται τις καταθέσεις των πολιτών και οφείλουν να είναι συντηρητικές.

Σε αυτό το πλαίσιο, εργαλεία όπως η τιτλοποίηση μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά. Μέσω της μεταφοράς μέρους του πιστωτικού κινδύνου σε επενδυτές, οι τράπεζες μπορούν να απελευθερώσουν κεφάλαια και να ενισχύσουν τη δανειοδοτική τους ικανότητα. 

Παράλληλα, η ανάπτυξη αγορών για πράσινα ομόλογα και κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου μπορεί να καλύψει τις ανάγκες χρηματοδότησης καινοτόμων έργων, όπως οι υποδομές υδρογόνου ή η δέσμευση άνθρακα, τα οποία δεν μπορούν να υποστηριχθούν αποκλειστικά από τον τραπεζικό τομέα.

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα που ανέδειξε ο κ. Ψάλτης είναι η εκροή ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς άλλες αγορές, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως σημείωσε, σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κεφαλαίων δεν επενδύεται εντός της Ένωσης, λόγω της έλλειψης βαθιών και ενοποιημένων αγορών. Η δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας κεφαλαιαγοράς θα μπορούσε να αναστρέψει αυτή την τάση, προσελκύοντας επενδύσεις και ενισχύοντας την ευρωπαϊκή οικονομική κυριαρχία.

Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του οράματος προσκρούει σε σημαντικά εμπόδια. Ζητήματα εποπτείας, φορολογικής εναρμόνισης και πολιτικής βούλησης παραμένουν ανοιχτά. Οι εθνικές κυβερνήσεις εμφανίζονται απρόθυμες να εκχωρήσουν αρμοδιότητες, ενώ και οι επενδυτές –όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία– συνεχίζουν να προτιμούν τις εγχώριες αγορές, αναπαράγοντας τον κατακερματισμό.