Πώς η στεγαστική κρίση στη Βρετανία συμβάλλει στη μείωση του προσδόκιμου υγιούς ζωής

Πώς η στεγαστική κρίση στη Βρετανία συμβάλλει στη μείωση του προσδόκιμου υγιούς ζωής

Οι πολίτες στο Ηνωμένο Βασίλειο περνούν πλέον λιγότερα χρόνια με καλή υγεία, σε σύγκριση με πριν από μία δεκαετία, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Ιδρύματος Υγείας. Η χώρα κατατάσσεται πλέον στις τελευταίες θέσεις, ανάμεσα σε 21 κράτη, ξεπερνώντας μόνο τις ΗΠΑ.

Η μείωση του προσδόκιμου υγιούς ζωής αποδίδεται σε πολλούς παράγοντες, όπως η παχυσαρκία, η κατανάλωση αλκοόλ, η χρήση ναρκωτικών, οι αυτοκτονίες, οι χρόνιες ασθένειες, η φτώχεια και η αυξανόμενη ανισότητα. Ωστόσο, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι η στέγαση. Οι συνθήκες και ο τόπος διαβίωσης επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι κίνδυνοι για την υγεία στην κοινωνία.

Η Επιθεώρηση Στέγασης του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί ετήσια ανεξάρτητη αξιολόγηση της στεγαστικής πολιτικής και των σχετικών στοιχείων. Συντάσσεται από ειδικούς και δημοσιεύεται από το Chartered Institute of Housing. Η τελευταία έκθεση, στην οποία συμμετείχαμε, αναδεικνύει τους πολλαπλούς και αλληλένδετους τρόπους με τους οποίους η στέγαση επηρεάζει την υγεία.

Ένα βασικό στοιχείο είναι η προσιτή τιμή - Το κόστος στέγασης επηρεάζει το πού μπορούν να ζήσουν οι άνθρωποι, εάν μπορούν να θερμάνουν επαρκώς το σπίτι τους, να καλύψουν βασικές ανάγκες όπως τρόφιμα και μετακινήσεις, να μετακινηθούν για εργασία ή να εγκαταλείψουν ακατάλληλες και μη ασφαλείς κατοικίες. Παράλληλα, επιβαρύνει την καθημερινότητα με χρόνιο οικονομικό άγχος.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το στεγαστικό κόστος παραμένει ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με τα ιστορικά δεδομένα, ενώ η κακή ποιότητα κατοικιών εξακολουθεί να είναι εκτεταμένη. Η έκθεση επισημαίνει ότι τα ιδιωτικά ενοίκια απορροφούν πλέον το μεγαλύτερο καταγεγραμμένο ποσοστό εισοδήματος, την ώρα που εκατομμύρια κατοικίες στην Αγγλία εξακολουθούν να ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια.

Όταν η στέγαση καθίσταται μη προσιτή, οι άνθρωποι αναγκάζονται να κάνουν συμβιβασμούς. Για παράδειγμα, επιλέγουν φθηνότερες κατοικίες με υγρασία ή υπερπληθυσμό. Περιορίζουν δαπάνες για θέρμανση, φαγητό, φάρμακα και μετακινήσεις ή απομακρύνονται από δημόσιες υπηρεσίες, εργασία και δίκτυα υποστήριξης. Τα προβλήματα προσιτότητας αναγκάζουν επίσης πολλούς ανθρώπους να στραφούν σε φθηνότερες και λιγότερο ασφαλείς μισθώσεις.

Η κακή ποιότητα στέγασης επηρεάζει άμεσα την υγεία. Το κρύο, η υγρασία, η μούχλα, η φθορά, ο ανεπαρκής αερισμός και οι επικίνδυνες κατοικίες συνδέονται με αναπνευστικές παθήσεις, αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, προβλήματα ψυχικής υγείας και μειωμένη ευεξία.

Το Building Research Establishment, ανεξάρτητος ερευνητικός οργανισμός, εκτιμά ότι η κακή στέγαση κοστίζει στο NHS της Αγγλίας περίπου 1,4 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως. Περισσότερο από το ήμισυ του ποσού αυτού σχετίζεται με τα κρύα σπίτια, τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο αναπνευστικών και καρδιαγγειακών παθήσεων, αλλά και προβλημάτων ψυχικής υγείας. Οι ηλικιωμένοι, τα βρέφη και τα άτομα με υποκείμενα νοσήματα θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτα.

Αλλά το συνολικό κοινωνικό κόστος είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ο κακός ύπνος, το άγχος, οι διαταραχές στη σχολική φοίτηση, η εργασιακή ανασφάλεια, η κοινωνική απομόνωση και οι πιέσεις που συνδέονται με τη φροντίδα επηρεάζουν τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία. Αυξάνουν την πίεση στις οικογένειες και, μακροπρόθεσμα, στα συστήματα υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής πρόνοιας.

Ιστορικά, η κοινωνική στέγαση στο Ηνωμένο Βασίλειο παρείχε ένα δίχτυ προστασίας για όσους δεν είχαν πρόσβαση σε ποιοτικές και οικονομικά προσιτές κατοικίες στην ελέυθερη αγορά. Ωστόσο, το απόθεμα κοινωνικών ενοικιαζόμενων κατοικιών έχει μειωθεί σημαντικά. Ως αποτέλεσμα, ολοένα και περισσότεροι πολίτες εξαρτώνται από τα συχνά ακριβά ενοίκια της αγοράς, όπου η ποιότητα, το μέγεθος και η τοποθεσία της κατοικίας συνδέονται άμεσα με το εισόδημα.

Η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα ενοικιαζόμενων κατοικιών κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει αυξήσει την έκθεση πολλών νοικοκυριών όχι μόνο σε υψηλότερα στεγαστικά κόστη, αλλά και σε μικρότερη ασφάλεια μίσθωσης και περιορισμένη προστασία συγκριτικά με εκείνη που παραδοσιακά παρείχε η κοινωνική κατοικία.

Ο Νόμος περί Δικαιωμάτων των Ενοικιαστών ενισχύει ορισμένες δικλίδες προστασίας, ωστόσο δεν καταργεί πλήρως τις εξώσεις «χωρίς υπαιτιότητα», ούτε προστατεύει ουσιαστικά τους ενοικιαστές από οικονομικές πιέσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια κατοικίας. Το διαρκές άγχος για πιθανή έξωση, επισκευές ή αυξήσεις ενοικίων αποτελεί άμεσο κίνδυνο για την υγεία.

Πρόσφατα στοιχεία στοιχεία δείχνουν επίσης ότι η στεγαστική ανασφάλεια μπορεί να επιταχύνει μετρήσιμα τη βιολογική γήρανση, με επιπτώσεις αντίστοιχες εκείνων που προκαλούν παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα.

Ο αριθμός των ατόμων που διαμένουν σε προσωρινή στέγαση έχει αυξηθεί δραματικά, φτάνοντας τα 130.000 νοικοκυριά στις αρχές του 2025. Πρόκειται για αύξηση 156% σε σύγκριση με το 2010. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με την περιορισμένη οικονομική προσιτότητα, την ανασφάλεια στον ιδιωτικό ενοικιαζόμενο τομέα και την έλλειψη κοινωνικής κατοικίας. Η προσωρινή στέγαση θεωρείται ιδιαίτερα ακατάλληλη για τα παιδιά. Η διαβίωση σε προσωρινή στέγαση αποτέλεσε παράγοντα που συνέβαλε στον θάνατο τουλάχιστον 104 παιδιών στην Αγγλία μεταξύ 2019 και 2025, εκ των οποίων τα 76 ήταν κάτω του ενός έτους.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την ποιότητα της κατοικίας. Η προσωρινή στέγαση συνδέεται με πολλαπλούς κινδύνους: φτώχεια, υπερπληθυσμό, κακές συνθήκες διαβίωσης, αστάθεια, έλλειψη ασφαλούς χώρου για βρέφη, περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες, αλλά και ευρύτερες φυλετικές και κοινωνικές ανισότητες. Η Εθνική Βάση Δεδομένων Παιδικής Θνησιμότητας αναγνωρίζει την προσωρινή στέγαση ως παράγοντα που αυξάνει την ευαλωτότητα και συνδέεται με κακή υγεία ή θάνατο, χωρίς απαραίτητα να αποτελεί τη μοναδική αιτία. Παράλληλα, νεότερα στοιχεία τη συνδέουν επίσης την προσωρινή στέγαση και με τη θνησιγένεια ή τον νεογνικό θάνατο.

Ανισότητες στην υγεία και τη στέγαση

Τα στοιχεία της ONS αποτυπώνουν τεράστιες ανισότητες στο προσδόκιμο υγιούς ζωής μεταξύ των περισσότερο και λιγότερο υποβαθμισμένων περιοχών. Την περίοδο 2022-2024, το προσδόκιμο υγιούς ζωής στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Αγγλίας ήταν μόλις 49,8 έτη για τους άνδρες και 48,2 έτη για τις γυναίκες, έναντι 69,2 και 68,5 ετών αντίστοιχα στις λιγότερο υποβαθμισμένες περιοχές.

Η στέγαση συμβάλλει καθοριστικά σε αυτή τη διαφορά, επηρεάζοντας το αν οι άνθρωποι ζουν σε κατοικίες που στηρίζουν την ανάρρωση και την ευημερία ή, αντίθετα, εντείνουν το άγχος και την ανασφάλεια.  Επηρεάζει επίσης το αν τα παιδιά μεγαλώνουν σε σταθερό περιβάλλον και αν οι ηλικιωμένοι μπορούν να παραμείνουν ασφαλείς, ζεστοί και ανεξάρτητοι.

Αν η κυβέρνηση επιθυμεί πραγματικά να πετύχει το στόχο της, μειώσει στο μισό το χάσμα στο προσδόκιμο υγιούς ζωής μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων περιοχών, τότε η στεγαστική πολιτική πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πολιτική δημόσιας υγείας.

Αυτό προϋποθέτει επενδύσεις σε κοινωνικές κατοικίες, αυστηρότερα πρότυπα στον ιδιωτικό ενοικιαζόμενο τομέα, πιο ζεστά, ασφαλή και προσβάσιμα σπίτια, καθώς και αναγνώριση της προσωρινής στέγασης, του υπερπληθυσμού και της στεγαστικής ανασφάλειας ως αποτυχιών δημόσιας υγείας και όχι απλώς ως προβλημάτων διαχείρισης κατοικιών.

Παράλληλα, απαιτείται αλλαγή στον τρόπο αξιολόγησης της στεγαστικής πολιτικής. Μέχρι σήμερα, η επιτυχία μετριέται κυρίως με βάση την προσφορά κατοικιών, τις τιμές ή τα ποσοστά ιδιοκατοίκησης. Τα στοιχεία αυτά έχουν σημασία, αλλά παραμένουν ελλιπή. Ένα υγιές στεγαστικό σύστημα θα πρέπει να αξιολογείται και με βάση το κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να ζουν σε σπίτια οικονομικά προσιτά, ασφαλή, αξιοπρεπή, κατάλληλα και ανθεκτικά στην κλιματική αλλαγή.

Η μείωση του προσδόκιμου υγιούς ζωής λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα. Υποδηλώνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο όχι μόνο αποτυγχάνει να διατηρήσει τους ανθρώπους υγιείς για μεγαλύτερο διάστημα, αλλά και να εξασφαλίσει τις βασικές προϋποθέσεις για μια υγιή ζωή.


Η Emma Baker είναι καθηγήτρια Έρευνας Στέγασης στο Πανεπιστήμιο Αδελαΐδας, η Amy Clair είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια (Έρευνα Στέγασης) στο ίδιο πανεπιστήμιο και Ερευνητική Συνεργάτιδα στο Ερευνητικό Κέντρο ESRC για τη Μικροκοινωνική Αλλαγή του Πανεπιστημίου του Έσσεξ, ενώ ο Mark Stephens κατέχει την έδρα Mactaggart στις Σπουδές Γης, Ακινήτων και Αστικών Περιοχών στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Το άρθρο του αναδημοσιεύεται αυτούσιο στο Liberal, μέσω άδειας Creative Commons, από τον ιστότοπο TheConversation.com.