Υπό το πρίσμα του περιφερειακού ανταγωνισμού Άγκυρας-Τελ Αβίβ ερμηνεύει την όξυνση της τουρκικής ρητορικής για το τρίγωνο Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ο πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος και επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), Θόδωρος Τσίκας, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη. Για το μέτωπο του Ιράν, εκτιμά ότι η εκεχειρία κατά βάση θα διατηρηθεί, καθώς με τα σημερινά δεδομένα, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε και το Ιράν επιθυμούν επιστροφή σε γενικευμένη πολεμική σύγκρουση - γεγονός που, όπως επισημαίνει ο κ. Τσίκας, οδηγεί σε μία ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ειρήνης και πολέμου, με διακυμάνσεις, πίεση και αβεβαιότητα.
Το κύριο διαπραγματευτικό «χαρτί» του ιρανικού καθεστώτος παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ και το «χαρτί» αυτό -που δεν προϋπήρχε του πολέμου- επιχειρεί να αφαιρέσει ο Ντόναλντ Τραμπ μέσω του ναυτικού αποκλεισμού, που «στοχεύει» ταυτόχρονα στην άσκηση πίεσης στην Κίνα, αναφέρει ο Θόδωρος Τσίκας. Όσο εξελίσσεται το γεωπολιτικό πόκερ γύρω από τα Στενά, η διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα -αναστολή εμπλουτισμού, αποθέματα ουρανίου και μηχανισμός επαλήθευσης- καθίσταται δυσκολότερη, καθώς αμφότερες οι πλευρές θεωρούν ότι έχουν νικήσει και κινούνται με μαξιμαλιστικές θέσεις, μέσα σε ένα περιβάλλον έλλειψης εμπιστοσύνης και καχυποψίας. Εξαιρετικά δύσκολο παραμένει και το ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων, το οποίο το Ιράν δεν αποδέχεται να θέσει υπό διαπραγμάτευση.
Ο κ. Τσίκας εξηγεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί από την περιοχή αφήνοντας την παγκόσμια οικονομία υπό ομηρία, ενώ σημειώνει ότι θα δοκιμαστούν προσεχώς τα όρια αντοχής του Ιράν απέναντι στην αμερικανική τακτική στα Στενά του Ορμούζ, η οποία στοχεύει στην οικονομική ασφυξία του. Στο τέλος του δρόμου θα μπορούσε να βρεθεί μία ρύθμιση για τα Στενά, είτε με τη μορφή διεθνούς Συνθήκης ή Πρωτοκόλλου, αναφέρει ο ίδιος, ενώ «δείχνει» και στην πολυεθνική ναυτική δύναμη που συγκροτείται με πρωτοβουλία Βρετανίας και Γαλλίας για να εγγυηθεί σε επόμενο στάδιο την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Παράλληλα στέκεται στο σχήμα συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας που διαμορφώνεται - ένα σχήμα συνεργασίας μεταξύ ισχυρών σουνιτικών μουσουλμανικών χωρών που αποκτά δυναμική και θα έχει μέλλον.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης:
Κύριε Τσίκα, πριν περάσουμε στο μέτωπο των εξελίξεων γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και την εύθραυστη εκεχειρία ΗΠΑ-Ιράν, μπορούμε να έχουμε την εκτίμησή σας για την όξυνση της ρητορικής της Τουρκίας σχετικά με την τριμερή συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ τη δεδομένη στιγμή;
Η όξυνση της ρητορικής εντάσσεται στην αυξανόμενη ένταση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, ιδιαίτερα στην ένταση μεταξύ των Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Μπενιαμίν Νετανιάχου. Με το Ισραήλ η Τουρκία βρίσκεται σε ανταγωνισμό για επιρροή στη Μέση Ανατολή, το Κέρας της Αφρικής και όχι μόνο, και έχει το φόβο ότι οι εξελίξεις στο Ιράν θα ενδυναμώσουν εν τέλει τον ρόλο του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή. Αυτός είναι ο κύριος φόβος και ο κύριος λόγος. Το ζήτημα Ελλάδας-Κύπρου έρχεται σε δεύτερο ή τρίτο επίπεδο.
Η τουρκική ανάλυση θεωρεί ότι το Ισραήλ έχει μια επιθετικότητα, την οποία θα μπορούσε κάποια στιγμή να εκδηλώσει και εναντίον της Τουρκίας. Υπάρχει παράλληλα μία ανησυχία κυρίως για τα ισραηλινά οπλικά συστήματα, ιδίως όσα έχουν προμηθευτεί η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ελλάδα, και μάλιστα εγκαθίστανται σε νησιά του Αιγαίου.
Προσωπικά θεωρώ ότι η Αθήνα δεν έχει λόγο και όφελος να οξύνει αυτές τις ανησυχίες. Μέσω του ελληνοτουρκικού διαλόγου, έχει -ως έναν βαθμό- καταφέρει να απομονώσει τις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις από τις ευρύτερες εξελίξεις στην περιοχή. Υπ’ αυτή την έννοια, εάν η Ελλάδα προχωρήσει πιο βαθιά στον διάλογο με την Τουρκία προς την κατεύθυνση της επίλυσης των διαφορών -αντί τα ζητήματα να «παγώνουν»-, μπορεί να αφαιρέσει στοιχεία έντασης και να βελτιώσει το κλίμα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και μέσω του διαλόγου μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ο οποίος έχει ήδη αρχίσει, ωστόσο καρκινοβατεί. Το τελευταίο διάστημα υπήρξαν εξελίξεις στο Κυπριακό υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και φαίνεται ότι η διαδικασία μπορεί να επανεκκινήσει .
Όσον αφορά αυτή καθαυτή τη συνεργασία και υπό ποιο πρίσμα πρέπει να αντιμετωπίζεται: είναι άλλο η Ελλάδα να συνεργάζεται διμερώς με το Ισραήλ και διαφορετικό να δίνει την εντύπωση ότι διαμορφώνει έναν αντι-τουρκικό άξονα. Διότι ο φόβος της «περικύκλωσης» για την Τουρκία είναι ιστορικός και κατά καιρούς εντείνεται, ανάλογα με τις εξελίξεις στην περιοχή. Άρα, είναι διαφορετικό ζήτημα σε ποιο βαθμό και σε ποια πεδία συνεργάζεται η Ελλάδα με το Ισραήλ σε σχέση από την διαμόρφωση ενός “άξονα” - πολλώ δε μάλλον που η τριμερής δεν έχει αποδώσει ιδιαίτερα. Οι διμερείς συνεργασίες, Ελλάδα-Ισραήλ και Κυπριακή Δημοκρατία-Ισραήλ, έχουν αποδώσει σε ορισμένα πεδία. Η τριμερής συνεργασία έχει μείνει κυρίως στο επίπεδο διακηρύξεων: συναντήσεις ηγετών και υπουργών Εξωτερικών, με κοινές ανακοινώσεις. Δεν χρειάζεται, επομένως, να δημιουργούνται επιπλέον περιπλοκές, όταν δεν υπάρχει και ουσιαστικό αντίκρισμα.
Συνεπώς, οι τελευταίες δηλώσεις δια στόματος Φιντάν αντανακλούν γενικότερη νευρικότητα λόγω των εξελίξεων στην περιοχή και τον ιστορικό φόβο της περικύκλωσης
Ο όρος «νευρικότητα» δεν θα με έβρισκε ιδιαίτερα σύμφωνο. Είναι ένας όρος που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την Τουρκία, αλλά δεν αποδίδει ακριβώς την κατάσταση. Πρόκειται περισσότερο για ζήτημα συμφερόντων - αφορά τα μέτωπα που έχει ανοιχτά η κάθε χώρα.
Η Τουρκία βρίσκεται σε έντονη αντιπαράθεση με το Ισραήλ και ανησυχεί, όχι αβάσιμα διότι υπάρχουν στοιχεία, ότι το τελευταίο ενισχύει ως ένα βαθμό και κουρδικά κινήματα στην ευρύτερη περιοχή -στη Συρία, στο Ιράκ, πιθανόν τώρα και στο Ιράν. Αυτό είναι κρίσιμο στοιχείο, καθώς η Τουρκία δεν θέλει μια νέα έξαρση του κουρδικού εθνικισμού. Ιδίως τη στιγμή που έχει προχωρήσει σε ένα βαθμό η προσπάθεια επίλυσης του Κουρδικού ζητήματος στο εσωτερικό της μέσω του εμμέσου διαλόγου με την ηγεσία του παράνομου PKK και τον φυλακισμένο ηγέτη του, Αμπντουλάχ Οτζαλάν. Υπάρχουν σκέψεις και για συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να αναβαθμιστούν τα δικαιώματα και η ορατότητα της κουρδικής συνιστώσας του τουρκικού κράτους. Στη Συρία, επίσης, οι Κούρδοι φαίνεται να έχουν αποδεχθεί εν πολλοίς την ένταξή τους στον επίσημο στρατό και στα σώματα ασφαλείας της μεταβατικής διοίκησης, κάτι που έχει συμβάλει σε μια σχετική αποκλιμάκωση.
Ωστόσο, υπάρχει ανησυχία ότι αν ενισχυθεί περαιτέρω το Ισραήλ και κλείσει άλλα μέτωπα, ενδέχεται να στραφεί και κατά της Τουρκίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα και η Κύπρος αντιμετωπίζονται από την Άγκυρα ως πιθανά πεδία που μπορεί να αξιοποιήσει το Ισραήλ, και συγκεκριμένα ο Νετανιάχου, για να στραφεί εναντίον της Τουρκίας.
Υπάρχει και ιστορικό βάθος σε αυτή τη θεώρηση. Για παράδειγμα, όταν ξεκίνησε το σχήμα συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, υπήρχαν σχέδια των τριών χωρών για τον αγωγό φυσικού αερίου EastMed, τα οποία κατά τη γνώμη μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να υλοποιηθούν λόγω κόστους και κινδύνων. Η Τουρκία τότε θεώρησε ότι επιχειρείται ο αποκλεισμός της από την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου και αντέδρασε με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Άρα δεν πρόκειται για κάτι νέο. Είναι μια σταθερή αντίληψη της Τουρκίας από τη στιγμή που διαμορφώθηκε αυτό το σχήμα συνεργασίας.
Περνώντας στο μέτωπο του Ιράν, πώς αξιολογείτε την κίνηση Τραμπ με τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και ποια εκτιμάτε ότι θα είναι η «τύχη» της εκεχειρίας;
Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση αναμονής. Η εκεχειρία, με τα σημερινά δεδομένα, δεν θεωρώ ότι θα κινδυνεύσει. Μπορεί να υπάρξουν διακυμάνσεις, έντονη ρητορική ή ακόμη και μεμονωμένα χτυπήματα για την άσκηση πίεσης, αλλά επιστροφή σε γενικευμένη πολεμική σύγκρουση δεν φαίνεται πιθανή αυτή τη στιγμή. Διότι καμία από τις δύο βασικές πλευρές, Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν, για δικούς τους λόγους δεν την επιθυμεί. Πρόκειται για μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε πόλεμος, αλλά ούτε και ειρήνη.
Όσον αφορά τον ναυτικό αποκλεισμό, αυτός συνδέεται με το γεγονός ότι ο Τραμπ θεωρεί πως το μοναδικό «χαρτί» που έχει στο χέρι του το Ιράν είναι τα Στενά του Ορμούζ. Το Ιράν έχει αποδυναμωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό στρατιωτικά και το κύριο μέσο πίεσης που του απομένει είναι η δυνατότητα να επηρεάζει τη διέλευση από τα Στενά. Ο στόχος, λοιπόν, είναι να αφαιρέσει ή να περιορίσει αυτό το διαπραγματευτικό «χαρτί». Πρόκειται για μια σχετικά «ήπια» επιλογή, καθώς δεν περιλαμβάνει άμεση στρατιωτική κατάληψη της νήσου Χαργκ ή των άλλων μικρών νησιών στα Στενά, που θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνη.
Από τα σενάρια που έχουν παρατεθεί στον Τραμπ, αυτός προτιμά αυτό του αποκλεισμού που τυπικά δεν παραβιάζει την εκεχειρία. Όμως από την άλλη πιέζει το Ιράν να λάβει κάποιες αποφάσεις, κυρίως μέσω του περιορισμού των οικονομικών εσόδων του. Το Ιράν όλο αυτό το διάστημα, ενώ απέκλειε τις εξαγωγές από τις αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου, εξήγαγε το δικό του πετρέλαιο μέσω των Στενών -με κύριο αποδέκτη την Κίνα- και επωφελήθηκε οικονομικά και από τις αυξημένες τιμές, ενώ υπήρξε και η προσωρινή αναστολή των αμερικανικών κυρώσεων για όσα πλοία ήταν ήδη φορτωμένα με ιρανικό πετρέλαιο. Τώρα επιχειρείται να περιοριστούν αυτά τα έσοδα, οδηγώντας το Ιράν σε οικονομική ασφυξία.
Το βασικό ζήτημα εδώ είναι τα όρια αντοχής του Ιράν. Το Ιράν έχει δείξει ότι διαθέτει ανθεκτικότητα και το θεοκρατικό καθεστώς δεν «συγκινείται» εάν προκληθεί περαιτέρω επιβάρυνση στον ιρανικό λαό, όταν προ μηνών σφαγίαζε χιλιάδες πολίτες του. Αντιμετωπίζει την κατάσταση ως υπαρξιακή απειλή, γεγονός που σημαίνει ότι είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα.
Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να αξιοποιήσουν μέσω του ναυτικού αποκλεισμού και το εργαλείο της έμμεσης πίεσης προς την Κίνα, ώστε να την ωθήσουν να επηρεάσει την ιρανική στάση στις διαπραγματεύσεις, όταν πλέον θα δυσκολεύεται και η ίδια να προμηθευτεί πετρέλαιο.
Ωστόσο, αυτή η τακτική μάλλον απαιτεί χρόνο για να αποδώσει. Έχει αυτό τον χρόνο ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και η παγκόσμια οικονομία;
Ο Τραμπ δεν έχει χρόνο, ακριβώς λόγω των πολιτικών και οικονομικών πιέσεων στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Διότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επιφέρει άνοδο των τιμών παγκοσμίως αλλά και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο Τραμπ δεν διαθέτει απεριόριστο πολιτικό χρόνο. Αντίθετα, το ιρανικό καθεστώς, ως μη δημοκρατικό, έχει άλλου τύπου αντοχές - και αν υποθέσουμε ότι οι αντοχές του Ιράν είναι μεγαλύτερες, τότε ο χρόνος είναι πράγματι παράγοντας που θα παίξει ρόλο.
Τι σημαίνει πρακτικά ο ναυτικός αποκλεισμός;
Ο ναυτικός αποκλεισμός είναι δαπανηρός, απαιτεί σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις και δημιουργεί πολλές περιπλοκές. Το μεν Ιράν θέλει να επιβάλει διόδια στις υπόλοιπες χώρες, ο δε Τραμπ λέει ότι οι ΗΠΑ επιβάλλουν ναυτικό αποκλεισμό σε όσους καταβάλλουν τέλη διέλευσης στο Ιράν ή εξυπηρετούν απευθείας τις ιρανικές εξαγωγές. Επομένως, στην πράξη δεν υπάρχει καμία δίοδος από τα Στενά του Ορμούζ, είτε λόγω των περιορισμών του Ιράν, είτε λόγω του ναυτικού αποκλεισμού των ΗΠΑ. Λίγοι θα «ξεφεύγουν», αλλά πρόκειται για σταγόνα στον ωκεανό. Το μόνο πετρέλαιο που συνεχίζει να διοχετεύεται σχετικά απρόσκοπτα, είναι της Σαουδικής Αραβίας, μέσω του χερσαίου αγωγού από τον Περσικό προς την Ερυθρά Θάλασσα, αλλά αυτό είναι μόνο ένα τμήμα της ποσότητας που εξαγόταν πριν την σύγκρουση. Η κατάσταση αυτή φυσικά δημιουργεί πίεση σε όλους.
Βλέπουμε ενδείξεις επανέναρξης των συνομιλιών μετά την αρχική, άκαρπη διαπραγμάτευση στο Πακιστάν, ενόσω παράλληλα έρχονται στο φως πληροφορίες που θέλουν το Ιράν να προτείνει πενταετή αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου και τις ΗΠΑ να επιμένουν σε διάστημα 20ετίας. Θα «βρεθούν» κάπου ανάμεσα; Ποιες είναι οι κρίσιμες παράμετροι και ποιες οι διαφοροποιήσεις σε σχέση με τη συμφωνία του 2015 επί Ομπάμα;
Κατ’ αρχάς, οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν είχαν σταματήσει ποτέ, είτε απευθείας είτε μέσω διαμεσολαβητών, κυρίως του Πακιστάν. Η διαπραγμάτευση σχετικά με την αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου για ένα χρονικό διάστημα, όπως ζητούν οι ΗΠΑ, συνδυάζεται και με το ποσοστό εμπλουτισμού που θα επιτραπεί στο Ιράν.
Στη συμφωνία Ομπάμα, οι Ιρανοί είχαν τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου σε μέγιστο ποσοστό 3,67%. Γνωρίζουμε ότι στις διαπραγματεύσεις του Φεβρουαρίου, πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, οι Αμερικανοί ζητούσαν απόλυτη αναστολή, δηλαδή το Ιράν να προμηθεύεται την απαραίτητη ενέργεια από το εξωτερικό. Αυτό προφανώς δεν είναι αποδεκτό από το Ιράν. Στη συνέχεια, οι προτάσεις μετακινήθηκαν προς χαμηλά ποσοστά εμπλουτισμού, γύρω στο 1,5%. Εκτιμώ ότι και τώρα θα υπάρξει ένα «παζάρι» γύρω από αυτά τα δύο βασικά στοιχεία: τη διάρκεια αναστολής και το ποσοστό εμπλουτισμού που θα επιτρέπεται.
Κρίσιμος παράγοντας είναι φυσικά επίσης ο μηχανισμός επαλήθευσης και ελέγχου των συμφωνηθέντων. Στο παρελθόν υπήρξαν προβλήματα στη συνεργασία του Ιράν με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, η οποία είναι υπεύθυνη για τους ελέγχους.
Συναρτημένη με το πυρηνικό πρόγραμμα ζήτημα είναι ασφαλώς η τύχη των 450 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, που φέρεται να βρίσκονται σε υπόγεια εγκατάσταση κοντά στην πόλη Ισφαχάν. Οι ΗΠΑ ζητούν να παραδοθεί αυτή η ποσότητα. Έχουν προταθεί και εναλλακτικές, όπως να μεταφερθεί σε τρίτη χώρα ή ακόμη και να παραμείνει στο Ιράν υπό διεθνή επιτήρηση. Πρόκειται για ένα δύσκολο σημείο της διαπραγμάτευσης.
Από ό,τι φαίνεται, στις συνομιλίες που έγιναν στο Πακιστάν, ως πρώτο βήμα οι Αμερικανοί ζήτησαν την παράδοση των αποθεμάτων και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ώστε στη συνέχεια να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις σε βάθος. Δεν επρόκειτο σε κάθε περίπτωση να υπάρξει λύση σε μία ημέρα. Ωστόσο, το Ιράν αντέδρασε και δεν υπήρξε συμφωνία σε αυτό το στάδιο.
Οι βασικές παράμετροι που αφορούν στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα είναι γνωστές, έχουν συζητηθεί επί χρόνια και μπορεί ίσως να υπάρξει μία συναντίληψη. Ωστόσο, εκτιμώ ότι το δύσκολο θέμα είναι οι βαλλιστικοί πύραυλοι. Οι ΗΠΑ θέτουν το ζήτημα, αλλά το Ιράν έχει αρνηθεί έως τώρα να το συζητήσει, υποστηρίζοντας ότι αφορά την εθνική άμυνα του και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Από την άλλη το Ιράν έχει υποστεί μεγάλη ζημιά στο βαλλιστικό οπλοστάσιο, αλλά αυτό εκτιμάται από τους διάφορους συνομιλητές με διαφορετικό τρόπο.
Παράλληλα, υπάρχει ένα γενικότερο πρόβλημα: και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι έχουν νικήσει για διαφορετικούς λόγους. Ο μεν Τραμπ διότι οι ΗΠΑ έχουν επιτύχει στρατιωτικά πλήγματα και έχουν αποδυναμώσει το Ιράν. Το Ιράν, από την πλευρά του, θεωρεί ότι το καθεστώς του άντεξε και διατηρεί τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης - και παράλληλα ανακάλυψε και το «όπλο» των Στενών. Καθώς αμφότεροι βλέπουν τους εαυτούς τους ως νικητές, αυτό οδηγεί σε μαξιμαλιστικές θέσεις, κάτι που δυσκολεύει την επίτευξη συμφωνίας - και μάλιστα όταν έχει αναπτυχθεί πλέον και μία ιστορική εχθρότητα, με το Ιράν να θεωρεί τις ΗΠΑ τον «μεγάλο σατανά» και αντίθετα για την Αμερική να αποτελεί το Ιράν την κορυφή του «άξονα του κακού».
Και έρχεται να προστεθεί βέβαια και η βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης. Οι Αμερικανοί φοβούνται πως ό,τι και αν συμφωνηθεί, το Ιράν θα βρει τρόπους να υπεκφύγει και να μην τηρήσει τις υποχρεώσεις του, εξ ου και πιέζουν για πολύ αυστηρές ρυθμίσεις. Το Ιράν από την πλευρά του λέει ότι όσες φορές εισήλθε σε διαπραγμάτευση, οι ΗΠΑ επιτέθηκαν, και ζητά εγγυήσεις ότι δεν θα ξανασυμβεί το ίδιο - κάτι που είναι όμως πολύ δύσκολο να εγγυηθούν οι ΗΠΑ και ιδίως ο Τραμπ. Το ζήτημα της έλλειψης εμπιστοσύνης και της καχυποψίας είναι βασικό στοιχείο αυτής της διαπραγμάτευσης.
Στο βάθος του τούνελ, διακρίνετε ότι θα υπάρξει κάποια διεθνής Συνθήκη για τη ρύθμιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ;
Τα Στενά του Ορμούζ είναι ζήτημα διεθνούς σημασίας. Δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ, αλλά ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα. Συνεπώς, είναι λογικό να υπάρξει κάποια μορφή ρύθμισης - αν θα πρόκειται για μία διεθνή Συνθήκη όπως η Συνθήκη του Μοντρέ για τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων ή ένα Πρωτόκολλο στο οποίο αναφέρεται το Ιράν, μένει να διαφανεί. Φυσικά, αυτό θα συμβεί μετά την ομαλοποίηση στην περιοχή.
Να επισημάνουμε εδώ ότι ετοιμάζεται και η πολυεθνική ναυτική δύναμη, με πρωτοβουλία της Βρετανίας και της Γαλλίας, ώστε μετά τη διαπραγμάτευση να μπορεί να εγγυηθεί την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, όπως ισχύει στα διεθνή στενά, χωρίς περιορισμούς ή διόδια, η επιβολή των οποίων είναι παράνομη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί από την περιοχή χωρίς να έχει επιλυθεί το ζήτημα των Στενών. Δεν μπορεί να αφήσει υπό ομηρία την παγκόσμια οικονομία, ενώ η αύξηση των τιμών του πετρελαίου επηρεάζει και την αμερικανική οικονομία, με πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Επηρεάζονται επίσης οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, ιδίως οι χώρες του Κόλπου. Ναι μεν η Σαουδική Αραβία μπορεί να εξάγει μέρος -όχι το σύνολο- του πετρελαίου της μέσω του χερσαίου αγωγού, όμως άλλες χώρες, όπως το Κουβέιτ, εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τα Στενά. Οι εναλλακτικές λύσεις που συζητούνται τώρα -νέοι αγωγοί, νέες διαδρομές- απαιτούν χρόνο και έχουν μεγάλο κόστος. Δεν πρόκειται για άμεσες λύσεις. Ακόμη και η εν δυνάμει απειλή ότι το Ιράν θα μπορούσε να χτυπήσει, διατηρεί τις τιμές πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και αυτό δεν είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα.
Ο Τραμπ πιέζεται γιατί το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ δεν προϋπήρχε της σύγκρουσης - είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Του χρεώνουν ότι εξαιτίας των δικών του χειρισμών έκλεισαν τα Στενά. Και γι’ αυτό βλέπουμε και την απροθυμία από τους συμμάχους να εμπλακούν, καθώς θεωρούν ότι η κατάσταση αυτή είναι απόρροια ενός πολέμου που δεν είναι δικός τους, όπως δηλώνουν. Είναι ένα αδιέξοδο και ο Τραμπ είναι αναγκασμένος να δώσει λύση, καθώς θα παρουσιαστεί ως πλήρης αποτυχία του ακόμη και εάν έχει νικήσει στρατιωτικά το Ιράν.
Ας μην λησμονούμε παράλληλα ότι την Αμερική την διαπερνά και το «σύνδρομο του Βιετνάμ». Στον πόλεμο του Βιετνάμ, οι ΗΠΑ κέρδισαν όλες τις μεγάλες μάχες, αλλά τελικά έχασαν τον πόλεμο. Αυτό είναι καταγεγραμμένο στην ιστορική μνήμη της Αμερικής και επηρεάζει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τέτοιες συγκρούσεις.
Σε συνέχεια αναφορών σας στη Σαουδική Αραβία, θα μπορούσα κλείνοντας να σας ρωτήσω γιατί παρέλαβε τώρα, δηλαδή μετά τη σύναψη της εκεχειρίας, μαχητικά αεροσκάφη από το Πακιστάν, στο πλαίσιο της διμερούς συμφωνίας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής;
Το «κουβάρι» Μέση Ανατολή, Δυτική Ασία, Ερυθρά Θάλασσα, Κέρας της Αφρικής είναι σύνθετο και μπερδεμένο ή -άλλως- όλοι είναι με όλους και κανείς με κανέναν αποκλειστικά.
Το Πακιστάν έχει αμυντική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, που προβλέπει στρατιωτική συνδρομή. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας είχε αναλάβει την υποχρέωση να δώσει στη Σαουδική Αραβία τα εν λόγω αεροσκάφη. Ωστόσο, το Πακιστάν διατηρεί και καλές σχέσεις με το Ιράν - εξ ου και ανέλαβε ρόλο διαμεσολαβητή. Κατά τη διάρκεια του πολέμου απέφυγε να στείλει τα μαχητικά, δηλαδή καθυστέρησε να εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα με τη Σαουδική Αραβία, ώστε να μην θεωρηθεί εχθρική ενέργεια προς το Ιράν. Με το Ιράν το Πακιστάν διαθέτει κοινά σύνορα, αντιμετωπίζει από κοινού το αυτονομιστικό κίνημα των Βαλούχων, και φυσικά θέλει να συνεχίσει να διατηρεί καλές σχέσεις με την Τεχεράνη, πέραν του ότι θέλει να διατηρήσει και τον μεσολαβητικό ρόλο του. Επομένως, μετά την εκεχειρία το Πακιστάν είχε μεγαλύτερη ευχέρεια να κινηθεί, αισθάνθηκε δηλαδή ελεύθερο να τηρήσει τη συμφωνία.
Εκεί που πρέπει να σταθούμε, είναι στο σχήμα συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας που διαμορφώνεται - ένα σχήμα συνεργασίας μεταξύ ισχυρών σουνιτικών μουσουλμανικών χωρών. Δεν πρόκειται για ένα πλαίσιο που ανέκυψε με τις διαμεσολαβήσεις στον πόλεμο στον Ιράν· είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μήνες πριν, όπως φαίνεται και από τις επαφές και τα ταξίδια ηγετών στην περιοχή, όπως του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε Κάιρο και Ριάντ. Η Σαουδική Αραβία δεν μετείχε στη διαμεσολάβηση με το Ιράν καθώς ήταν επί της ουσίας ένα ανταγωνιστικό μέρος, αλλά αυτό που συνολικά βλέπουμε είναι ότι το σχήμα αυτό αποκτά δυναμική και θα έχει μέλλον. Στο πνεύμα αυτών των διεργασιών συνήφθη πέρυσι και η αμυντική συμφωνία Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
