Στ. Κυριακίδης: Τα μέτωπα του Ερντογάν, η «Γαλάζια Πατρίδα» και οι κίνδυνοι στο Αιγαίο
AP Photo/Markus Schreiber
AP Photo/Markus Schreiber

Στ. Κυριακίδης: Τα μέτωπα του Ερντογάν, η «Γαλάζια Πατρίδα» και οι κίνδυνοι στο Αιγαίο

Κλειστός ο δρόμος για τα F-35· ανοιχτός πιθανώς για τους κινητήρες F110 του μαχητικού ΚΑΑΝ. Τις προσδοκίες του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τον Ντόναλντ Τραμπ και την επικείμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, το ευρύτερο πλέγμα των προκλήσεων και στρατηγικών υπολογισμών της Άγκυρας -με αιχμή τα πολλαπλά πεδία γεωπολιτικού ανταγωνισμού με το Ισραήλ-, τις επιδράσεις στο σκηνικό της Ανατολικής Μεσογείου και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς τους κινδύνους που εγκυμονεί στο πεδίο η δρομολογούμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», καταγράφει ο στρατηγικός αναλυτής Στάθης Κυριακίδης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.

Τι μπορεί τελικά να «δώσει» ο Ντόναλντ Τραμπ στην Τουρκία; Ο κ. Κυριακίδης, Υποναύαρχος ε.α., αμυντικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International, επισημαίνει ότι παρότι ο Ερντογάν αναμφισβήτητα θα πιέσει εκ νέου για την άρση των κυρώσεων CAATSA και την επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35, το πιθανότερο «δώρο» που μπορεί να της προσφέρει ο Αμερικανός πρόεδρος, ύστερα και από την υπαινικτική του δήλωση, είναι η έγκριση εξαγωγής των κινητήρων F110 της General Electric για το τουρκικό μαχητικό KAAN, καθώς θεωρητικά υπάρχει νομικό περιθώριο να παρακαμφθούν οι κυρώσεις.

Δεν είναι προφανώς αυτή η εξέλιξη που θα «κάνει πολύ χαρούμενη την Τουρκία», καθώς θα πρόκειται ουσιαστικά για ένα «αντίδωρο», αναφέρει ο Στάθης Κυριακίδης, τονίζοντας ότι εξελίξεις για τα F-35 είναι εκτός συζήτησης όσο η Τουρκία διατηρεί τους S-400, και σε κάθε των περιπτώσεων η ελληνική αεροπορική υπεροχή είναι δεδομένη και μόνο θα διευρύνεται.

Στη συνολική προσπάθεια της κυβέρνησης Ερντογάν να εκμεταλλευτεί την πολύ μεγάλη περιφερειακή αστάθεια προκειμένου να προωθήσει την τουρκική στρατηγική αναγκαιότητα, εστιάζει στην εκτενή αυτή συνομιλία. Στο εξωτερικό πεδίο, το Ισραήλ αποτελεί το βασικό γεωπολιτικό ανταγωνιστή της Τουρκίας, με τη Συρία, το Ιράν και το Κουρδικό ζήτημα να συνθέτουν ένα σύνθετο πλέγμα προκλήσεων απέναντι σε μία Άγκυρα που στέκεται θορυβημένη απέναντι πρωτοβουλίες όπως ο Διάδρομος IMEC, που έχει «απόληξη» το Σχήμα «3+1», τις οποίες και επιχειρεί να αντικρούσει.

Στο πεδίο των ελληνοτουρκικών και με φόντο τις κινήσεις προς τη νομοθέτηση του αναθεωρητικού δόγματος της «Γαλάζας Πατρίδας», ο Στάθης Κυριακίδης -αφού πρώτα αναφέρει πως τα «ήρεμα νερά» δεν σημαίνουν εγκατάλειψη διεκδικήσεων-, υπογραμμίζει ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο οι τουρκικές διεκδικήσεις μπορεί να επιχειρηθεί να εφαρμοστούν στο πεδίο κατόπιν της υιοθέτησης του σχετικού νομοσχεδίου. Σημειώνει πως η Ελλάδα οφείλει να έχει ήδη «έτοιμα» όλα τα σενάρια κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης, ενώ εξηγεί ποια είναι τα όρια της ευρωπαϊκής στήριξης και οι πραγματικές διαστάσεις του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας, της ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής.

Στον «αέρα» του Liberal θα βρίσκεται προσεχώς το δεύτερο σκέλος της συνέντευξης του κ. Κυριακίδη, στο οποίο επικεντρώνεται στα εσωτερικά μέτωπα της Τουρκίας: το πολιτικό αύριο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μέσω ποιων οδών θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια επόμενη προεδρική θητεία, και ποια εμπόδια μπορεί ή δεν μπορεί να υπερκεράσει, μιλώντας παράλληλα για τον «εμφύλιο» που μαίνεται στην κεμαλική αντιπολίτευση μεταξύ των συστημάτων Κιλιτσντάρογλου και Οζέλ, και την ενδιάμεση λύση που «ακούει» στο όνομα του δημάρχου της Άγκυρας Μανσούρ Γιαβάς.

Ακολουθεί το πληρες κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Κυριακίδη, πριν αποτυπώσουμε τα ανοιχτά μέτωπα Ερντογάν στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, και το πώς διακλαδώνονται και σε ποιο βαθμό επιδρούν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θα μπορούσαμε να έχουμε την εικόνα σας για το τι προσδοκά η Άγκυρα από την επικείμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ ως προς το ρόλο της και την κατεύθυνση της Συμμαχίας, αλλά και, σε διμερές επίπεδο, από τις ΗΠΑ και τον Ντόναλντ Τραμπ;

Η Τουρκία έχει σαφώς «ποντάρει» πολλά σε αυτή τη Σύνοδο Κορυφής. Καταρχάς ο ίδιος ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιθυμεί να αναβαθμίσει το ηγετικό του προφίλ, αναγορεύοντας ουσιαστικά εαυτόν σε βασικό συνομιλητή του Ντόναλντ Τραμπ, τουλάχιστον στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και, θεωρώ, και στη Συμμαχία γενικότερα. Διότι η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής. Ήταν, κατά κύριο λόγο, και ο προνομιακός συνομιλητής του Ιράν πριν από τον πόλεμο. Μπορεί να μην ανέλαβε τελικά τον διαμεσολαβητικό ρόλο που επιδίωκε στην κρίση στην Κόλπο, διότι προφανώς το Πακιστάν και το Κατάρ βρίσκονταν σε καλύτερη θέση για να τον αναλάβουν, διατηρεί όμως έναν σημαντικό διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν αναφέρεται πολλές φορές στην Τουρκία και τις συνομιλίες της Κωνσταντινούπολης. 

Η Τουρκία, δηλαδή, ήδη διαθέτει έναν σημαντικό ρόλο. Ο ίδιος ο Ερντογάν παραμένει υπέρμαχος της ενίσχυσης του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ, της ισοκατανομής των βαρών και της προοπτικής να ανέλθουν οι αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ. Η βασική του προτεραιότητα -και στο σημείο αυτό δεν διαφωνούμε εμείς ως Ελλάδα με την Τουρκία- είναι να δοθεί βαρύτητα στη νότια πτέρυγα της Συμμαχίας και όχι μόνο στην ανατολική. Ο Τούρκος πρόεδρος βέβαια φοβάται περισσότερο μια αποσταθεροποίηση στο Ιράκ, διότι η Συρία σταδιακά σταθεροποιείται, καθώς και τις μεταναστευτικές ροές, μεταξύ άλλων. Επομένως, αυτό που θα επιδιώξει ο Ερντογάν -πέραν της αναβάθμισης του ρόλου της Τουρκίας και του ηγετικού του προφίλ- είναι να ενισχυθεί η άμυνα της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ, με μεγαλύτερη έμφαση στην αντιπυραυλική προστασία, την αεράμυνα και τις σχετικές δυνατότητες αποτροπής.

Σε διμερές επίπεδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ερντογάν είναι βέβαιο ότι θα πιέσει για ακόμη μία φορά για την άρση των κυρώσεων CAATSA του 2020 με κύρια στόχευση την επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35. Βέβαια, και το πρόγραμμα των F-16 Viper βρίσκεται σε σχετικά «παγωμένη» κατάσταση, καθώς δεν έχει ακόμη αποφασιστεί η πλήρης υλοποίησή του. Δεν έχει ξεκινήσει η τροποποίηση, η μετασκευή των τουρκικών F-16 σε Viper. Με αποτέλεσμα η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία να έχει μεγάλη υπεροχή και, συν το χρόνω, θα γίνεται πολύ μεγαλύτερο το πρόβλημα της Πολεμικής Αεροπορίας της Τουρκίας.

Αυτό που διακρίνεται όμως από τη δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι μπορεί να «χαροποιήσει» την Τουρκία σε απάντηση ερώτησης για το εάν θα μεταβεί στην Άγκυρα με κάποιο «δώρο», καθώς και από τις δηλώσεις του Τζέι Ντι Βανς, στον οποίο και παρέπεμψε ο Αμερικανός πρόεδρος για τα περαιτέρω, δεν είναι τα F-35 αλλά οι κινητήρες τύπου F110 της General Electric για το μαχητικό KAAN.

Μέσω ποιας οδού ένα αμυντικό υλικό όπως οι κινητήρες F110 «ξεπερνούν» τις κυρώσεις CAATSA;

Η απάντηση είναι απλή. Η σχετική απόφαση, εφόσον ληφθεί, είναι αμιγώς πολιτική - περισσότερο επαφίεται, δηλαδή, στον Ντόναλντ Τραμπ παρά στο Κογκρέσο. Και αυτό διότι οι εν λόγω κυρώσεις δεν αποτελούν γενικό εμπάργκο κατά των οπλικών συστημάτων της Τουρκίας. Η νομική απαγόρευση που έχει «περάσει» το Κογκρέσο αφορά την τουρκική Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB) και μόνο. 

Ας το επεξηγήσουμε: Θα πρέπει αυτή η Διεύθυνση να είναι συμβαλλόμενο μέρος ή να είναι ο τελικός αποδέκτης του προϊόντος. Στην προκειμένη περίπτωση, το KAAN είναι μία παραγωγή της Τουρκικής Αεροδιαστημικής Βιομηχανίας (TUSAS). Το συγκεκριμένο αεροπλάνο ναι μεν υλοποιείται στο πλαίσιο της τουρκικής αμυντικής πολιτικής, όμως θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η Τουρκική Αεροδιαστημική Βιομηχανία (TUSAS) και η Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB), είναι διαφορετικοί φορείς, διαφορετικές οντότητες. Συνεπώς, καθώς η πώληση των κινητήρων F110 γίνεται μεταξύ της General Electric Aerospace και της TUSAS, θεωρητικά -και τονίζω τον όρο «θεωρητικά»- μπορεί να παρακαμφθούν οι κυρώσεις CAATSA, καθώς η Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB) δεν θα είναι συμβαλλόμενο μέρος.

Κατά πόσο αυτό μπορεί να συμβεί ή όχι, εννοώ σε εσωτερικό επίπεδο στις ΗΠΑ, πρέπει να το δούμε. Διότι, προς το παρόν, η πίεση του Κογκρέσου έχει βάλει στον «πάγο» το ζήτημα της πώλησης των κινητήρων F110. Δηλαδή, έως τώρα δεν έχει αποφασιστεί τίποτα. Προσπαθεί βέβαια ο Τραμπ να ξεπεράσει αυτό το «πάγωμα» που έγκειται στις πιέσεις του ισραηλινού και του ελληνικού λόμπι. Μπορεί να το καταφέρει, αλλά οι πιέσεις θα είναι μεγάλες. Κάποιος από την άλλη θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι «κάτι πρέπει να δώσει» και στην Τουρκία. Εξ ου και το να παραχωρήσει την αμερικανική άδεια εξαγωγής για τους κινητήρες είναι κάτι που δεν αποκλείεται. 

Τώρα, όσον αφορά το ίδιο το αεροσκάφος KAAN, η Τουρκία διαθέτει ήδη δέκα κινητήρες, με τους οποίους πετούν μέχρι τώρα τα πρωτότυπα και τα μοντέλα του KAAN. Φυσικά, πόρρω απέχει να βγάλει αυτό το μαχητικό σε γραμμή παραγωγής - μιλάμε για το 2032-2033, εφόσον όλα τα υπόλοιπα στάδια εκπληρωθούν. Θα πρέπει, πάντως, να το πιστώσουμε στην τουρκική αμυντική βιομηχανία ότι κατάφερε να φθάσει σε ένα τέτοιο στάδιο αναπτύσσοντας ένα αποκλειστικά δικό της μαχητικό, θεωρητικά πέμπτης γενιάς. Το τονίζω: θεωρητικά. Αν δεν αποδειχθεί στο πεδίο, δεν μπορεί να συγκριθεί με το F-35 ή ένα Falcon. Αυτό είναι, λοιπόν, το «δώρο» που ενδεχομένως να λάβει ο Ερντογάν. 

Και πόσο «χαρούμενος» θα είναι στην πραγματικότητα ο Τούρκος πρόεδρος; 

Δεν θα μείνει πολύ ευχαριστημένος. Ένα αντίδωρο είναι στην ουσία. Διότι ο μεγάλος στόχος ήταν και παραμένουν τα F-35 και φυσικά τα F-16 Viper. Η Ελλάδα κοντεύει να ολοκληρώσει το πρόγραμμα αναβάθμισης των F-16. Και το προηγούμενο μοντέλο F-16 με το αναβαθμισμένο σε Viper δεν συγκρίνονται σε επίπεδο αερομαχίας και αποστολών. Συνεπώς, η Τουρκία μένει πάρα πολύ πίσω.

Στο ζήτημα των F-35 συνεπώς είμαστε εκεί που βρισκόμασταν. Ή έχει αλλάξει κάτι;

Δεν έχει αλλάξει κάτι. Το πρόγραμμα των F-35 είναι διακρατική συμφωνία αμυντικής βιομηχανίας και αμυντικών προμηθειών. Εμπίπτει 100% στο νόμο CAATSA. Θα δυσκολευτεί πάρα πολύ να βρει τρόπο ο Τραμπ να τον παρακάμψει - και, αν θέλετε την προσωπική μου άποψη δεν θα τα καταφέρει ποτέ ακριβώς λόγω των ισχυρών πιέσεων πρωτίστως του ισραηλινού λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο η Τουρκία εμμένει στην απόφασή της να μην αποδεσμεύεται από τους S-400. Αν φύγουν οι S-400, τότε εντείνεται και η πίεση προς το Κογκρέσο για να αρθεί ο CAATSA.

Περνώντας στο μέτωπα της εξωτερικής πολιτικής, ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Τουρκία, αρχής γενομένης από το Ισραήλ και τη Μέση Ανατολή, και πώς τις διαχειρίζεται; Τι φοβάται, τι επιδιώκει, τι διεκδικεί - και πώς;

Η πίεση που δέχεται η Τουρκία είναι μεγάλη τη δεδομένη περίοδο - και όταν η πίεση αυξάνεται, συνήθως η βαλβίδα ασφαλείας είναι η εξαγωγή της κρίσης προς Δυσμάς. Ένα είναι το «μότο» που θα χρησιμοποιούσα για την Τουρκία αυτή την εποχή: προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την πολύ μεγάλη περιφερειακή αστάθεια προκειμένου να προωθήσει ακόμη μία φορά, με ένταση όμως, την τουρκική στρατηγική αναγκαιότητα. Αυτός είναι ο σκοπός. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα είναι πολλές και αλληλοσυνδέονται. Ιεραρχικά, προφανώς το Ισραήλ είναι αυτή τη στιγμή η μεγαλύτερη πρόκληση για την Τουρκία. Ακολουθεί η κατάσταση στο Ιράν και τρίτο ζήτημα είναι η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ανατολική Μεσόγειος.

Με το Ισραήλ η Τουρκία έχει ανοίξει πάρα πολλά μέτωπα καθώς είναι ο βασικός ανταγωνιστής του στη Μέση Ανατολή. Μέχρι την εκκίνηση των συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν και του ζητήματος που ανέκυψε με αυτό καθαυτό το μνημόνιο κατανόησης και τη διασύνδεση του μετώπου του Λιβάνου με εκείνου του Ιράν, το Ισραήλ ήταν ο απόλυτος νικητής και κυρίαρχος στην περιοχή, έχοντας επικρατήσει σε πέντε μέτωπα - με τη διάλυση στην ουσία της Χαμάς, με πολύ ισχυρά πλήγματα στο στρατιωτικό μηχανισμό του Ιράν, αλλά και της Χεζμπολάχ. Στους Χούθι τη συγκεκριμένη στιγμή δεν επεκτείνομαι, καθώς είναι η στρατηγική εφεδρεία του Ιράν αλλά προς το παρόν βρίσκεται εν υπνώσει. 

Το πρώτο μέτωπο σύγκρουσης Τουρκίας και Ισραήλ είναι η Συρία. Η Τουρκία επιδιώκει το κουρδικό σύστημα στη βόρεια και ανατολική Συρία, η περιοχή της Ροζάβα, να ενταχθεί στην κυβέρνηση του Αχμέντ αλ Σάραα, βρίσκοντας απέναντί της το Ισραήλ. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο βασικός είναι ότι οι υποστηριζόμενες από το Ισραήλ κουρδικές στρατιωτικές δυνάμεις του YPG, των «τρομοκρατών» κατά την Τουρκία, προωθείται να ενσωματωθούν σε ένα σύστημα που δεν θα είναι φιλικό προς το Ισραήλ.

Επίσης, η αναφορά που έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ -εν τη ρύμη του λόγου του, φαντάζομαι, καθώς γνωρίζουμε πώς είναι οι δηλώσεις Τραμπ- ότι θα αναθέσει στη Συρία τον Λίβανο ως προς την αντιμετώπιση της Χεζμπολάχ, θεωρώ ότι ανησύχησε έτι περαιτέρω το Ισραήλ. Μην ξεχνάμε ότι το Ισραήλ έχει την υπόθεση των Δρούζων που αποτελούν τη ζώνη ασφαλείας του. Έχει στο μυαλό του τον «Διάδρομο του Δαβίδ» από τις περιοχές των Δρούζων μέχρι τη Ροζάβα στα ανατολικά, που αποτελεί ένα άλλο μεγάλο «buffer zone» για το ίδιο. Και, τρίτον, είναι η δύναμη που έχει συγκρουστεί ακόμη και στο πεδίο με την Τουρκία. Υπενθυμίζουμε τα πλήγματα κατά τουρκικών θέσεων από ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη στη βόρεια Συρία. Άρα έχουμε μία πολύ έντονη δράση και σύγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας με επίκεντρο τη Συρία.

Το δεύτερο πεδίο σύγκρουσης τείνει να καταστεί ο Λίβανος, ιδιαίτερα εάν εμπλακεί η Συρία και ο Αλ-Σάραα. Θεωρώ, πάντως, μικρές τις πιθανότητες ενός τέτοιου ενδεχομένου.

Το τρίτο πεδίο σύγκρουσης είναι σαφώς η Γάζα. Η Τουρκία επαίρεται πως είναι ο προστάτης των Παλαιστινίων και ο ρόλος της στη Γάζα είναι ξεκάθαρα υπέρ της Χαμάς. Ομοίως, έχει ζήτημα να καταδικάζει τη Χεζμπολάχ, και στηρίζει απλά τον Λίβανο και την κυβέρνησή του. Άρα, όλο αυτό το «πακέτο» -Λίβανος και Γάζα- αποτελεί το δεύτερο πεδίο ισχυρής σύγκρουσης μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.

Και το επόμενο πεδίο είναι η Σομαλιλάνδη. Η Σομαλιλάνδη είναι το κομμάτι της Σομαλίας που διεκδικεί την ανεξαρτησία του. Διαθέτει δική της κυβέρνηση, μη αναγνωρισμένη διεθνώς, δικές της ένοπλες δυνάμεις και δικά της σώματα ασφαλείας. Η μοναδική χώρα παγκοσμίως που την έχει αναγνωρίσει ως ανεξάρτητο κράτος είναι το Ισραήλ. Παράλληλα, η Σομαλιλάνδη άνοιξε πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ και όχι στο Τελ Αβίβ, κάτι που καταδικάστηκε από το σύνολο του αραβικού κόσμο εκτός από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν, τα οποία μπλόκαραν σχετικό ψήφισμα, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει κοινή καταδικαστική απόφαση του Αραβικού Συνδέσμου. Διότι, όπως είναι γνωστό, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν, μετά τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο, έχουν ταυτιστεί πλήρως με το Ισραήλ σε επίπεδο συμφερόντων. 

Τι έχει έλθει να σηματοδοτήσει για την Τουρκία η έκβαση του πολέμου στο Ιράν;

Η Τουρκία παρακολουθεί σταθερά με ιδιαίτερη ανησυχία το Ιράν. Ο βασικός λόγος είναι το Κουρδικό ζήτημα. Στο βορειοδυτικό τμήμα του Ιράν υπάρχει ισχυρή κουρδική παρουσία. Πριν από την 28η Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις κατά του Ιράν, υπήρχαν σενάρια σύμφωνα με τα οποία οι κουρδικές οργανώσεις θα μπορούσαν να εξοπλιστούν και να επιχειρήσουν να δημιουργήσουν τον δικό τους αυτόνομο χώρο στο βορειοδυτικό Ιράν. Αν συνδυαστεί αυτό με το Ιρακινό Κουρδιστάν και τη Ροζάβα στη Συρία, αντιλαμβανόμαστε ότι παραπέμπει στη δημιουργία του μεγάλου κουρδικού κράτους που αποτελεί και τον εφιάλτη της Άγκυρας. 

Όπως λοιπόν εξελίχθηκε η κατάσταση, στο σκέλος αυτό επί του παρόντος είναι ήσυχη η Τουρκία. Διότι αποδυναμώθηκε μεν αλλά δεν ανετράπη το ιρανικό καθεστώς. Με τη διεξαγωγή των συνομιλιών και όπως τώρα παρουσιάζεται το ιρανικό καθεστώς δεν προδιαγράφεται ούτε κάποια προοπτική πτώσης του, ούτε «συριοποίηση» του Ιράν μέσω ενός εμφυλίου πολέμου.

Το έτερο ζήτημα σχετικά με το Ιράν είναι ο ρόλος που θα αναλάβει η Τουρκία κάποια στιγμή στην εκεί μεταπολεμική κατάσταση. Δεν θέλει, σίγουρα, το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Κανείς δεν το θέλει αυτό. Δεν θέλει κυριαρχία του Ιράν στο Ιράκ για να μπορεί να έχει λόγο και εκεί. Και, προφανώς, δεν θέλει καμία σχέση του Ιράν με τη Συρία. Συνεπώς όλο αυτό το «πακέτο» είναι που ανησυχεί μεν την Τουρκία, όμως, οι τελευταίες εξελίξεις με την έναρξη των διαπραγματεύσεων είναι θετικές για την ίδια.

Και φθάνουμε στην γεωπολιτική και ενεργειακή «σκακιέρα» της Ανατολικής Μεσογείου

Εδώ περνάμε στην τρίτη μεγάλη συνδεόμενη με το Ισραήλ πρόκληση που αντιλαμβάνεται η Τουρκία και όπου εντάσσεται και ο ρόλος της Ελλάδας και της Κύπρου. Η Άγκυρα έχει την αίσθηση ότι περικυκλώνεται και αποκλείεται. 

Μέχρι ενός σημείου θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει γιατί αναπτύσσεται αυτή η αντίληψη. Ιδίως υπό το πρίσμα του πρότζεκτ του India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC) που ξεκινά από την Ινδία, διασχίζει μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων την Αραβική Χερσόνησο και φθάνει στο Ισραήλ, αφήνοντας εκτός την Τουρκία, την Ιορδανία και τη Συρία, καταλήγοντας ουσιαστικά στο στο Σχήμα «3+1», δηλαδή Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ, με την προσθήκη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό το σχήμα, το οποίο ξεκίνησε ως ενεργειακή συνεργασία και δυστυχώς δεν αναβαθμίστηκε πρόσφατα στον βαθμό που περιμέναμε σε μία αμυντική συμφωνία, παραμένει σε κάθε περίπτωση η απόληξη του IMEC. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία καταβάλλει πολύ μεγάλες προσπάθειες να ενεργοποιήσει εναλλακτικές διαδρομές. Εδώ ακριβώς εντάσσεται και η υπογραφή της συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία για τον σιδηρόδρομο Χετζάζ, ο οποίος ξεκινά από τη Μεδίνα και καταλήγει στην Κωνσταντινούπολη, βάζοντας στο «παιχνίδι» και την Ιορδανία και τη Συρία, με προοπτική να φθάσει μέχρι και το Ομάν. Να παρακάμψει δηλαδή πλήρως τον Κόλπο. 

Προκύπτει όμως το εξής οξύμωρο. Από τη μία πλευρά, η Σαουδική Αραβία υπογράφει το σχέδιο του σιδηροδρόμου Χετζάζ και, από την άλλη, πρωτοστάτησε στο σχέδιο του IMEC και συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων χωρών που υπέγραψαν τη σχετική πρωτοβουλία. Γι’ αυτό και μένει να δούμε πώς θα εξελιχθούν όλα αυτά στο μέλλον. Είναι ρευστή η κατάσταση.

Στα καθ’ ημάς, τι παρατηρούμε τώρα και τι αναμένουμε στα ελληνοτουρκικά; Μέχρι ποιου σημείου μπορεί να φθάσει η ρητορική κλιμάκωση συνδυαστικά με προκλητικές κινήσεις στο πεδίο; Τι θα αλλάξει εμπράκτως και ποιους πρόσθετους κινδύνους θα δημιουργήσει η νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας»;

Αυτό που παρατηρούμε είναι ένταση μεν, αλλά σαφώς χαμηλότερη σε σχέση με την περίοδο 2020-2022. Δεν έχουμε εξόδους του Oruc Reis, δεν έχουμε μαζικές υπερπτήσεις οπλισμένων σχηματισμών. Έχουμε όμως εκδόσεις NAVTEX, έχουμε ασκήσεις Έρευνας και Διάσωσης -σας παραπέμπω στην άσκηση «Deniz Aslanı-2026» στις αρχές Ιουνίου μεταξύ Σκύρου, Λήμνου και Ψαρών-, εκδόσεις ΝΟΤΑΜ και φυσικά παρεμπόδιση θαλασσίων έργων, όπως με το περίφημο καλώδιο του Great Sea Interconnector, και παρεμπόδιση ακόμη και πόντισης καλωδίων -έργων διασύνδεσης- μεταξύ ελληνικών νησιών.

Ως προς το ζήτημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», θα πρέπει να πούμε ότι όλη αυτή η λογική ότι έχουμε «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο αλλά από την άλλη έχουμε και συγκεκριμένες παραβιάσεις-παραβάσεις και με συγκεκριμένο μοτίβο -τη μία ημέρα εμφανίζονται, την επομένη όχι και έπειτα από μία εβδομάδα επανέρχονται- υποδεικνύει το εξής: στο πλαίσιο των «ήρεμων νερών» δεν θέλει η Τουρκία να είναι υπέρμετρα προκλητική, αλλά από την άλλη δηλώνει ότι είναι παρούσα και δεν απεμπολεί καμία από τις πάγιες θέσεις της αναφορικά με τη «Γαλάζια Πατρίδα». Αλλάζει τον όρο του Αιγαίου σε «Θάλασσα των Νήσων». Περνάει κάποια στιγμή το νομοσχέδιο και δίνει στον πρόεδρο την εξουσία να τακτοποιεί θαλάσσιες ζώνες. Άρα, λοιπόν, το Πολεμικό Ναυτικό, το Λιμενικό και η εσωτερική Διοίκηση καλούνται να εκτελέσουν στο πεδίο έναν εσωτερικό νόμο, ο οποίος δεν παράγει βέβαια κανένα έννομο αποτέλεσμα αλλά γι’ αυτούς δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο.

Το ζήτημα είναι συνεπώς καθαρά το πεδίο. Πώς αντιμετωπίζουμε εμείς την όποια πρόκληση όταν θεωρητικά οι τουρκικές δυνάμεις θα «καλύπτονται» πίσω από το ότι εφαρμόζουν εσωτερικό νόμο. Για τι καλείται να προετοιμαστεί η Αθήνα;

Ακριβώς. Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα: να εμφανιστεί σκάφος του τουρκικού Λιμενικού ακόμη και στα 6,1 ναυτικά μίλια από τη Σκύρο, στο κεντρικό Αιγαίο, και να επιχειρήσει να παρεμποδίσει αλιευτική δραστηριότητα ή ακόμη και να συλλάβει αλιέα. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Η Ελλάδα πρέπει ήδη από τώρα να έχει επεξεργαστεί όλα τα δυνατά σενάρια κλιμάκωσης και τους τρόπους αποκλιμάκωσης. Πρέπει να βρίσκονται ήδη στα «χέρια» των επιτελών του υπουργείου Εξωτερικών και του υπουργείου Εθνικής Άμυνας όλα τα πιθανά ενδεχόμενα.

Αυτές είναι οι προκλήσεις στα ελληνοτουρκικά στα πλαίσια της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η οποία «Γαλάζια Πατρίδα» ήρθε για να μείνει, ήρθε για να νομιμοποιηθεί εσωτερικά και ήρθε για να δημιουργήσει προβλήματα. Από την Τουρκία εξαρτάται -και αυτό είναι πολύ σημαντικό- το πόσο θα τραβήξει το σχοινί και πόσο θα θελήσει να ανεβάσει τους τόνους στο ζήτημα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Γιατί τη νομιμοποίηση την εσωτερική θα την έχει και πλέον από εκείνη εξαρτάται πώς θα το «μεταφράσει» αυτό στο πεδίο. Και γι’ αυτό πρέπει να είμαστε έτοιμοι.

Βέβαια, θα πει κάποιος ότι υπάρχει και το πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο ήταν κόλαφος για την Τουρκία και έκανε λόγο για παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου, και κατά πόσο όλα αυτά θα μπορούν να παίξουν ρόλο. Η απάντηση είναι απλή. Κανέναν ρόλο. Διότι, ναι μεν μπορεί να αντιδράσει ρητορικά η Τουρκία, αλλά διατηρεί μία εταιρική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία κανένα από τα δύο μέρη δεν θέλει να διακόψει. Και αυτό γιατί η Τουρκία αποτελεί απάντηση σε πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη. Μεταξύ αυτών είναι το μεταναστευτικό, η διαμεσολάβηση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, η πολύ ισχυρή αμυντική της βιομηχανία με συγκεκριμένα πλεονεκτήματα -ιδίως στον τομέα των μη επανδρωμένων- καθώς και η ασφάλεια ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων.

Για τους λόγους αυτούς, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως Ένωση, μπορεί με ισχυρή ρητορική να καταδικάζει όσα συμβαίνουν στην Τουρκία, είτε αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα είτε ζητήματα Δημοκρατίας, και να μην ανοίγει περαιτέρω κεφάλαια στην ενταξιακή διαδικασία, πλην όμως δεν διακόπτει και την εταιρική σχέση μαζί της. Και σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την ειδική σχέση που διατηρούν συγκεκριμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την τουρκική αμυντική βιομηχανία. Αναφέρομαι κυρίως στην Ισπανία, την Ιταλία και, το τελευταίο διάστημα, τη Γερμανία. 

Δεδομένης συνεπώς αυτής της Realpolitik υπερθετικού βαθμού, αν θα μπορούσε να ειπωθεί έτσι, όχι μόνο από πλευράς κρατών-μελών αλλά συνολικά Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να προετοιμαστούμε και να προσαρμόσουμε ανάλογα τις προσδοκίες μας για το όποιο ενδεχόμενο σενάριο κρίσης με την Τουρκία, χωρίς να τρέφουμε ενδεχομένως κάποιες ψευδαισθήσεις

Απολύτως. Γενικώς δεν θα πρέπει να περιμένουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως οργανισμός, να έχει κάποια περαιτέρω αρνητική θέση κατά της Τουρκίας πέραν της σκληρής ρητορικής. Θα πει κάποιος: το Άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας τι σημαίνει; Και εδώ ανοίγει μία πολύ μεγάλη συζήτηση για τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής και πώς την μεταφράζει ο καθένας. Δηλαδή, δεν θα πρέπει να βασιζόμαστε στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε καμία περίπτωση εάν υπάρξει ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Είναι διαφορετικό ζήτημα -και εκεί θέλει πολλή συζήτηση- η διμερής Συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας Ελλάδας-Γαλλίας και διαφορετικό το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής. Διότι το συγκεκριμένο άρθρο αναφέρεται σε όλους τους τρόπους συνδρομής, μη αποκλειομένης και της στρατιωτικής. Οπότε καταλαβαίνετε ότι το κρασί μπορεί να έχει τόσο πολύ νερό, που στο τέλος να μην έχει καν γεύση κρασιού...

Καταλήγοντας κ. Κυριακίδη, ένα σχόλιό σας για τις τελευταίες δηλώσεις του Ντεβλέτ Μπαχτσελί και κατά πόσο αποτελούν έκφανση της γνωστής ακραίας ρητορικής του ή εάν διακρίνατε κάτι περισσότερο

Ουδείς εξεπλάγην από το κρεσέντο δηλώσεων του Ντεβλέτ Μπαχτσελί. Η ρητορική του παραμένει ακριβώς η ίδια και «κρατάμε» πάντα το γεγονός ότι ο κυβερνητικός εταίρος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι και ο «προπομπός» του. Όποτε χρειάζεται να ειπωθεί κάτι ιδιαίτερα έντονο κυρίως για το εσωτερικό ακροατήριο, ο Μπαχτσελί είναι συνήθως εκείνος ο οποίος βγαίνει μπροστά.

Αυτό που παρατηρούμε πέρα από την κλασική ρητορική είναι η χρήση του όρου «Θάλασσα των Νήσων». Πρόκειται για έναν νεολογισμό που έρχεται να ενταχθεί στη συνολική λογική της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η Τουρκία διαχρονικά χρησιμοποιούσε τον όρο «Αιγαίο» (Ege). Η ονομασία αυτή είχε δοθεί και σε τουρκική φρεγάτα, όπως αντίστοιχα διαθέτουμε και εμείς τη φρεγάτα «ΑΙΓΑΙΟΝ».

Πλέον, ο νεολογισμός «Θάλασσα των Νήσων» έρχεται να «κουμπώσει» με τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», επιχειρώντας η Άγκυρα ουσιαστικά να διαγράψει οτιδήποτε παραπέμπει σε ελληνική ορολογία στο Αιγαίο. Στην τουρκική αφήγηση άλλωστε όλα τα νησιά διαθέτουν τουρκικές ονομασίες. Συνεπώς, ο ηγέτης του MHP, της εθνικιστικής πτέρυγας της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και στενός κυβερνητικός εταίρος του Ερντογάν, κάνει ακριβώς αυτό που είθισται να κάνει: βγαίνει μπροστά για τη συσπείρωση του εσωτερικού ακροατηρίου.