Ρ. Μαϊνάρντους: Η επόμενη φάση του ΝΑΤΟ, οι συμμαχίες της Ελλάδας και το στοίχημα της Ευρώπης
Shutterstock
Shutterstock

Ρ. Μαϊνάρντους: Η επόμενη φάση του ΝΑΤΟ, οι συμμαχίες της Ελλάδας και το στοίχημα της Ευρώπης

Η Αθήνα κινείται έγκαιρα σε μια εποχή όπου οι βεβαιότητες τελειώνουν. Τη βαθιά μετάβαση για τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, τις πολιτικές και στρατιωτικές δομές που διαμορφώνονται εκτός ΝΑΤΟ και τη μεγάλη πρόκληση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας σκιαγραφεί ο Δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους, κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο κ. Μαϊνάρντους προτάσσει την ελληνική στρατηγική πολυδιάστατων συμμαχιών πέραν του στενού ΝΑΤΟϊκού πλαισίου με κεντρικό άξονα το γεωστρατηγικά σαφώς προσανατολισμένο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες σχήμα με την Κύπρο και το Ισραήλ -το οποίο και πρωτίστως ενοχλεί την Τουρκία με τη δυσφορία της να αποτυπώνεται στη ρητορική περί «περικύκλωσης»-, την καίρια σύμπραξη με τη Γαλλία αλλά και τις αμυντικές συμφωνίες με κράτη του Κόλπου.

Παράλληλα, καταγράφει την εντεινόμενη στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας με φόντο τις μόνιμες στρατιωτικές δομές σε Λιβύη και Σομαλία, δίνοντας έμφαση στην ανάδυση, εν μέσω του πολέμου στο Ιράν, μίας γεωπολιτικής συμμαχίας με το Πακιστάν, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, που μένει να διαφανεί εάν μετεξελιχθεί σε μόνιμη στρατιωτική συνεργασία.

Ως προς το τι μέλλει γενέσθαι με το ΝΑΤΟ, ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους αναδεικνύει την αβεβαιότητα που πηγάζει από τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος και έχει θέσει επανειλημμένα υπό αμφισβήτηση την ίδια τη «raison d’être» της Συμμαχίας, για να υπογραμμίσει ότι καθώς πλέον συνολικά στην Ευρώπη διαμορφώνονται εναλλακτικές δομές μίας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, κεντρικό ζητούμενο είναι να μετατραπεί η ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας σε πραγματική και δεσμευτική πολιτική με οδηγό το Άρθρο 42.9 της Συνθήκης της Λισαβόνας περί αμοιβαίας συνδρομής.

Στο μέτωπο του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο κ. Μαϊνάρντους υπογραμμίζει ότι η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται χωρίς σαφή στρατηγική γραμμή την ίδια στιγμή που το Ιράν επενδύει στην αντοχή και τη γεωστρατηγική του θέση, ενώ εξηγεί τι σημαίνει και τι δεν σημαίνει η επίμαχη δήλωση του Γερμανού καγκελάριου Μερτς περί «ταπείνωσης» των ΗΠΑ για να υπεισέλθει στη συνέχεια στο ζήτημα του πολέμου στην Ουκρανία.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Μαϊνάρντους, καθώς ανοίγει το κεφάλαιο της επόμενης ημέρας του ΝΑΤΟ και η ευρωπαϊκή Άμυνα και ολοκλήρωση «περνούν» μέσα από ενισχυμένες συνεργασίες, πώς τοποθετείται η Ελλάδα στο νέο αυτό περιβάλλον σε επίπεδο συμμαχιών προς υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος και ταυτόχρονα για την προώθηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας;

Συμφωνώ ότι βρισκόμαστε καθ’ οδόν προς μια «επόμενη φάση» όσον αφορά το μέλλον του NATO. Κανείς σήμερα δεν γνωρίζει πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα· πολλά εξαρτώνται από τις διαθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου η απρόβλεπτη στάση αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα γεωστρατηγικής αστάθειας. Η επόμενη σημαντική ημερομηνία που ενδέχεται να προσφέρει μεγαλύτερη σαφήνεια είναι η Σύνοδος Κορυφής του NATO τον Ιούλιο στην Άγκυρα. Παραμένει στο τραπέζι η απειλή του Τραμπ για απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη, ενώ σε έναν βαθμό αυτή η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει.

Φυσικά, οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη -και εννοώ όλες τις κυβερνήσεις της ηπείρου- βρίσκονται ήδη στη διαδικασία προσαρμογής σε ένα ενδεχόμενο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα αποτελούν πλέον την κύρια δύναμη προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνονται πολιτικές και στρατιωτικές δομές εκτός του NATO. Ιδιαίτερα προχωρημένη - και μάλιστα ιδιαίτερα επιτυχημένη - θεωρώ τη στρατηγική δημιουργίας μιας συμπληρωματικής δομής στην ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική.

Αυτή η διαφοροποίηση, ή αλλιώς η αποφυγή μιας μονομερούς εξάρτησης από το NATO, έχει παράδοση στην Ελλάδα - και συνδέεται άμεσα με τη σύγκρουση με την Τουρκία. Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η Αθήνα, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος του NATO, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την αδράνεια της δυτικής συμμαχίας απέναντι στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως η απαρχή ή ως μέρος μιας «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής». Η πολιτική αυτή προωθήθηκε με πιο συστηματικό τρόπο, ιδίως σε στρατηγικά ζητήματα, μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2019.

Η «καρδιά» αυτής της εναλλακτικής δομής -πρόκειται για μια δομημένη, μακροπρόθεσμη συνεργασία- είναι η σύμπραξη μεταξύ της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ. Ακόμη κι αν αυτό δεν διατυπώνεται δημόσια, τους τρεις εταίρους συνδέει -για να το πούμε διπλωματικά- μια προβληματική σχέση με την Τουρκία. Σημαντικό είναι ότι αυτή η τριμερής συμμαχία είναι γεωστρατηγικά σαφώς προσανατολισμένη προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από στρατιωτικής άποψης, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η εντατική συνεργασία με τη στρατιωτική υπερδύναμη, το Ισραήλ. Ως ισχυρό πολιτικό εργαλείο λειτουργεί, συμπληρωματικά, και η συμφωνία αμοιβαίας συνδρομής με τη Γαλλία, η οποία γιορτάστηκε πρόσφατα στην Ελλάδα με ιδιαίτερη επισημότητα και μεγάλη προβολή.

Δεν βρίσκονται τόσο στο προσκήνιο οι στρατιωτικές συμφωνίες που έχει συνάψει η Αθήνα τα τελευταία χρόνια με χώρες του Περσικού Κόλπου - αναφέρομαι εδώ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στη Σαουδική Αραβία. Και σε αυτή την περίπτωση, πέρα από το πλαίσιο του NATO, έχουν διαμορφωθεί σταθερές δομές, οι οποίες δεν είναι μόνο θεωρητικής σημασίας, όπως είδαμε πρόσφατα, όταν Έλληνες αξιωματικοί, με αμερικανικά συστήματα Patriot αναχαίτισαν στη Σαουδική Αραβία πυραύλους και drones που είχαν εκτοξευθεί από το Ιράν. Η στρατιωτική σημασία αυτής της επιχείρησης είναι αξιοσημείωτη· πολύ πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει αυτή η -αμυντική- παρέμβαση των Ελλήνων στον πόλεμο. Και μάλιστα προς όλες τις κατευθύνσεις, ιδίως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο πρόεδρος καταγράφει με ιδιαίτερη προσοχή τη στάση των συμμάχων.

Πώς κινείται αντίστοιχα η Τουρκία;

Στην Τουρκία παρατηρείται μία αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής, η οποία εξελίσσεται εκτός των δομών του NATO. Αυτό αφορά τη Λιβύη, όπου επηρεάζονται άμεσα ελληνικά συμφέροντα, και πιο πρόσφατα και τη Σομαλία. Και στις δύο περιπτώσεις, η Άγκυρα έχει εγκαθιδρύσει μόνιμες στρατιωτικές δομές. Σημαντικός στρατηγικός εταίρος έχει καταστεί το Πακιστάν. Η συνεργασία, ιδίως στον τομέα των εξοπλισμών, έχει εξελιχθεί σε μια στενή εταιρική σχέση, με συμπαραγωγή και μεταφορά τεχνολογίας.

Στο πλαίσιο του πολέμου με το Ιράν έχει διαμορφωθεί μια χαλαρή γεωπολιτική συμμαχία, στην οποία, πέρα από την Τουρκία και το Πακιστάν, συμμετέχουν επίσης η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Στις τρέχουσες προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης στον πόλεμο με το Ιράν, αυτή η τετραμερής ομάδα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Το αν θα προκύψει από αυτήν μια μόνιμη στρατιωτική συμμαχία, μένει να φανεί. Στις αρχές του έτους αναφέρθηκε ότι η Άγκυρα εξετάζει το ενδεχόμενο προσχώρησης στο αμυντικό σύμφωνο μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν. Η συμφωνία, που συνήφθη τον Σεπτέμβριο του 2025, περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής.

Πώς έχει εισπράξει η Άγκυρα το «θα είμαστε εδώ» του Εμανουέλ Μακρόν από την Αθήνα;

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι επιτυχημένες προσπάθειες της Ελλάδας -και της Κύπρου- για τη σύναψη στρατιωτικών συμμαχιών δεν γίνονται δεκτές με ιδιαίτερο ενθουσιασμό στην Άγκυρα. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, επέκρινε πρόσφατα με οξύ τρόπο την τριμερή συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ και προειδοποίησε για τον κίνδυνο «περικύκλωσης» της Τουρκίας. Αυτό που ενοχλεί ιδιαίτερα την τουρκική πλευρά είναι κυρίως η συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ και τα συναφή εξοπλιστικά προγράμματα. 

Όταν ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, προβάλλει την αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και δεσμεύεται να υπερασπιστεί την ελληνική κυριαρχία, αυτό δεν συγκαταλέγεται στις θετικές ειδήσεις για την Τουρκία. Μέχρι στιγμής, έχω δει επικριτικά σχόλια κυρίως στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης και όχι από εκπροσώπους της κυβέρνησης.

Πού θα βλέπατε το μέλλον του ΝΑΤΟ και του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής Άμυνας; Πώς αναμένετε να κινηθεί στο εξής ο Ντόναλντ Τραμπ;

Ο πρόεδρος Τραμπ, με τις ρητορικές του επιθέσεις κατά κρατών-μελών του NATO, με τις διεκδικήσεις έναντι της Γροιλανδίας, καθώς και με τη δημόσια αμφισβήτηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής του Άρθρου 5, έχει τους τελευταίους μήνες θέσει επανειλημμένα υπό αμφισβήτηση την ίδια τη raison d’être της Συμμαχίας. Οι προκλήσεις από την Ουάσινγκτον δεν φαίνεται να έχουν τέλος, όπως έδειξαν και οι πρόσφατες απειλές περί ενδεχόμενου αποκλεισμού της Ισπανίας. 

Η εντύπωσή μου είναι ότι οι Ευρωπαίοι έχουν φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν αποδέχονται πλέον αδιαμαρτύρητα τις προκλήσεις του Αμερικανού προέδρου. 

Σε διαφορετικά επίπεδα, βλέπουμε στην Ευρώπη να διαμορφώνονται εναλλακτικές δομές μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Πρόκειται για ένα τεράστιο εγχείρημα, το οποίο δεν μπορεί να υλοποιηθεί από τη μία ημέρα στην άλλη - και είναι ιδιαίτερα δαπανηρό. Η Αθήνα, το Παρίσι και η Λευκωσία συμβάλλουν ουσιαστικά, φέρνοντας στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής πολιτικής τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας (Άρθρο 42.7). Όταν γίνεται λόγος για στρατηγική αυτονομία, η δεσμευτική αποσαφήνιση αυτής της ρήτρας αποτελεί ζήτημα κεντρικής σημασίας.

Ποιος είναι κατά την εκτίμησή σας ένας ενδιάμεσος απολογισμός του πολέμου στο Ιράν; Και τι έπεται;

Το μόνο θετικό είναι ότι τα όπλα έχουν πλέον σιγήσει εδώ και κάποιο διάστημα και ότι, προφανώς, διεξάγονται πολιτικές συνομιλίες σε διαφορετικά επίπεδα. Ας θυμηθούμε την αρχή: ο Ντόναλντ Τραμπ εισήλθε σε αυτή τη σύγκρουση -ωθούμενος και υποκινούμενος από τον ισραηλινό του σύμμαχο- χωρίς μία σαφώς διακριτή στρατηγική γραμμή. Έκτοτε βλέπουμε μία υπερδύναμη που περισσότερο αντιδρά παρά διαμορφώνει εξελίξεις - και που χάνει ολοένα και περισσότερο σε διεθνή αξιοπιστία. 

Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ένα καθεστώς που έχει βρεθεί υπό έντονη πίεση - και ακριβώς γι’ αυτό επιδιώκει να κερδίσει χρόνο. Το ποιος λαμβάνει τελικά τις αποφάσεις στην Τεχεράνη παραμένει ασαφές και φαίνεται να δυσχεραίνει την πολιτική διαδικασία. Πολλά στοιχεία δείχνουν ότι η ιρανική ηγεσία έχει πλέον αναγνωρίσει την αντοχή ως τον καθοριστικό της στρατηγικό πόρο. Σε αυτό προστίθεται και ένα δομικό πλεονέκτημα: η γεωστρατηγική θέση του Ιράν σε μία από τις σημαντικότερες παγκόσμιες εμπορικές οδούς του προσδίδει επιρροή που υπερβαίνει κατά πολύ τη στρατιωτική του ισχύ.

Πρόκειται για μια παράδοξη συγκυρία: η στρατιωτικά υπέρτερη δύναμη είναι πολιτικά δεσμευμένη, ενώ η δομικά ασθενέστερη πλευρά επιδεικνύει στρατηγική υπομονή. Στο τέλος, θα μπορούσε να αναδειχθεί νικητής ακριβώς εκείνο το καθεστώς που ο Ντόναλντ Τραμπ επιδίωκε να ανατρέψει. Και μάλιστα όχι λόγω στρατιωτικής υπεροχής, αλλά επειδή, χάρη στην αντοχή του, μπορεί να καθορίζει τους όρους της σύγκρουσης.

Έχει συζητηθεί η δήλωση Μερτς περί ταπείνωσης των Ηνωμένων Πολιτειών από την ιρανική ηγεσία και τους Φρουρούς της Επανάστασης. Που αποσκοπεί επιλέγοντας αυτές τις λέξεις ο Γερμανός καγκελάριος;

Ο Γερμανός καγκελάριος εξέφρασε ανοιχτά αυτό που πολλοί άλλοι σκέφτονται αλλά δεν τολμούν να πουν, από φόβο για αντίποινα από τον πρόεδρο Τραμπ. Ο Φρίντριχ Μερτς δεν αναμένει ότι θα βρεθεί γρήγορα μία λύση στο Ιράν. Καταλογίζει στους Αμερικανούς, ακόμη και στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, έλλειψη στρατηγικής σαφήνειας και προβαίνει σε σύγκριση με τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, οι οποίοι επίσης δεν εξελίχθηκαν όπως είχε σχεδιάσει η Ουάσινγκτον.

Με τη χρήση του όρου «ταπείνωση», οι δηλώσεις του καγκελαρίου ενώπιον Γερμανών μαθητών απέκτησαν μια επιπλέον συναισθηματική διάσταση. Για ποιον λόγο μίλησε με αυτόν τον τρόπο δεν το γνωρίζω. Είναι όμως γνωστό ότι ο Γερμανός καγκελάριος είναι ιδιαίτερα δυσαρεστημένος με την πολιτική του Αμερικανού προέδρου, καθώς αφ' ενός θέτει σε κίνδυνο έναν βασικό πυλώνα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής -τη διατλαντική συμμαχία- και αφ' ετέρου πλήττει σε μεγάλο βαθμό τα οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας. 

Ωστόσο, το Βερολίνο δεν επιλέγει σε καμία περίπτωση τη σύγκρουση με την Ουάσινγκτον: οι Γερμανοί επιδιώκουν, με ναρκαλιευτικά πλοία, να συμβάλουν ώστε να ανοίξει εκ νέου το Στενό του Ορμούζ, το οποίο είναι κομβικής σημασίας για τον παγκόσμιο εφοδιασμό πετρελαίου. Προϋπόθεση για αυτό είναι, ωστόσο, να έχουν προηγουμένως τερματιστεί οι εχθροπραξίες. Σε αυτό το ζήτημα, η γερμανική και η ελληνική στάση ταυτίζονται.

Παραγκωνίστηκε λόγω του πολέμου στο Ιράν το μέτωπο της Ουκρανίας, όμως δεν θα αργήσει η Ευρώπη να βρεθεί ενώπιον δύσκολων αποφάσεων. Ποια εικόνα διακρίνετε να διαμορφώνεται; Και πού στέκεται η Γερμανία στη συζήτηση που είχε ανοίξει με πρωτοβουλία Μακρόν πριν από τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή για το κατά πόσο η Ευρώπη θα πρέπει να συνομιλήσει με τον Πούτιν, σε συνάρτηση και με τη στάση της πλευράς Τραμπ;

Σωστά, θα πήγαινα ακόμη ένα βήμα παραπέρα: η Ουκρανία είναι μία από τις χαμένες του πολέμου με το Ιράν - κάτι που προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια στη γερμανική κυβέρνηση, για την οποία η Ουκρανία αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα στην εξωτερική και την πολιτική ασφάλειας. Μετά την αποχώρηση των Αμερικανών, οι Γερμανοί είναι οι σημαντικότεροι υποστηρικτές των Ουκρανών - πολιτικά, οικονομικά αλλά και στρατιωτικά.

Έναν διάλογο με τον πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, ο Γερμανός καγκελάριος, αν λάβει κανείς υπόψη τις δηλώσεις των τελευταίων μηνών, δεν τον θεωρεί ουσιαστικό, ιδίως επειδή η Μόσχα δεν αποδέχεται κατάπαυση του πυρός. Επιπλέον, το Βερολίνο αναμένει την έκβαση των πρωτοβουλιών που συντονίζονται από την Ουάσινγκτον και δεν επιθυμεί να τις διαταράξει με «παράλληλες» κινήσεις.

Η έμφαση αυτή τη στιγμή δίνεται στο να αυξηθεί, σε συνεργασία με τους συμμάχους, η οικονομική και στρατιωτική πίεση προς τους Ρώσους. Ταυτόχρονα, η επιδιωκόμενη ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κεντρικό στοιχείο της γερμανικής στρατηγικής, με τον Φρίντριχ Μερτς να έχει δηλώσει πρόσφατα -κάτι που προσωπικά δεν είχα ακούσει μέχρι τώρα- ότι οι εδαφικές παραχωρήσεις εκ μέρους της Ουκρανίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν προϋπόθεση για μια συμφωνία ειρήνης.


Ο Δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι Κύριος Ερευνητής στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)