Αφ. Λαγγίδης: Η αντίστροφη μέτρηση για Στάρμερ και ο πολιτικός λαβύρινθος της Βρετανίας
Liam McBurney/Pool Photo via AP, File
Liam McBurney/Pool Photo via AP, File

Αφ. Λαγγίδης: Η αντίστροφη μέτρηση για Στάρμερ και ο πολιτικός λαβύρινθος της Βρετανίας

Υπό το πρίσμα της βαθύτερης και συσσωρευμένης φθοράς του πολιτικού συστήματος του Ηνωμένου Βασιλείου, του κατακερματισμού και της αλλοίωσης των κοινωνιολογικών χαρακτηριστικών του εκλογικού σώματος, καθώς και της ανεπάρκειας του ίδιου του Κιρ Στάρμερ, αναλύει ο Δρ Αφεντούλης Λαγγίδης την κυβερνητική κρίση στη Βρετανία, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.

Ο Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστημίο σκιαγραφεί τη ραγδαία διαδικασία αποδόμησης της κυβέρνησης των Εργατικών· εξηγεί πώς ένα σκάνδαλο αποτελεί παγίως την «κορυφή του παγόβουνου» στη Βρετανία, ήτοι την κορύφωση ενός βαθύτερου πολιτικού και οικονομικού προβλήματος. Μιλά για τον «Σταρμερισμό», τις ημέρες που μετρούν αντίστροφα για τον Βρετανό πρωθυπουργό στο Νο. 10 της Ντάουνινγκ Στριτ -αλλά όχι και για πρόωρες εκλογές, δεδομένου ότι είναι αμφίβολο αν οι τάσεις που εμφάνισαν οι τοπικές εκλογές, μπορούν να ανατραπούν. 

Μια Βρετανία σε βαθιά πολιτική και κοινωνική αναδιάταξη, περιγράφει ο κ. Λαγγίδης. Η άνοδος του ακροδεξιού Νάιτζελ Φάρατζ και του Reform UK αποδίδεται όχι μόνο στις οικονομικές ανισορροπίες, αλλά και στις μεταβολές της πολιτισμικής και κοινωνικής συνοχής της χώρας, ιδιαίτερα υπό την πίεση της μαζικής μετανάστευσης. Ταυτόχρονα, τόσο οι Εργατικοί όσο και οι Συντηρητικοί παρουσιάζονται χωρίς συνεκτική στρατηγική ή ηγετικές φυσιογνωμίες αντίστοιχες του παρελθόντος.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Λαγγίδη, σε δίνη οι Εργατικοί μετά και τις σοβαρές απώλειες στις τοπικές εκλογές, παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών, αντιδράσεις βουλευτών, και προς τα πού βαδίζει ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ; 

Στην πολιτική, ιδιαίτερα δε, στην βρετανική πολιτική, ένα σκάνδαλο, αποτελεί πάντοτε την κορυφή του παγόβουνου κατά την παροιμιώδη έκφραση. Τούτο σημαίνει, ότι πάντοτε είναι το επιφαινόμενο μιας πορείας κατάπτωσης ενός πολιτικού σχηματισμού, ακόμη κι αν αυτός πρωτοεξελέγη με εντυπωσιακά ποσοστά στήριξης.

Στην περίπτωση Στάρμερ, το σκάνδαλο που αποτέλεσε την αφορμή για τα γεγονότα που οδήγησαν στην ραγδαία διαδικασία αποδόμησης της τελευταίας κυβέρνησης των Εργατικών, αφορούσε τον Πίτερ Μάντελσον, πρεσβευτή του Ηνωμένου Βασιλείου στις Ηνωμένες Πολιτείες, και την εμπλοκή του στην υπόθεση των «Αρχείων Έπστιν». Ένα σκάνδαλο που πιθανόν να έχει κι άλλα θύματα, πέραν της κυβέρνησης Στάρμερ και φυσικά του αδελφού του βασιλέως Καρόλου, του διαβόητου πλέον «πρίγκιπα Ανδρέα».

Όπως σωστά αναφέρατε, στην περίπτωση Κιρ Στάρμερ, είχαμε -κι ακόμη η διαδικασία βρίσκεται εν εξελίξει- αλυσιδωτές παραιτήσεις μελών της κυβέρνησης, σοβαρή πολιτική αμφισβήτηση του Στάρμερ από το ίδιο του το κόμμα, με τον ίδιο να δηλώνει, πως δεν προτίθεται παραιτούμενος, να «οδηγήσει την χώρα στο πολιτικό χάος.

Σημειωτέο, επιπλέον ότι το προαναφερθέν σκάνδαλο ήταν το πιο πρόσφατο σε μια σειρά πολιτικών σκανδάλων, κάποια εκ των οποίων αγγίζουν πραγματικά τα αίτια της κρίσης πολιτικής, που είναι πλέον ενδημικό φαινόμενο στη Βρετανία. Το αμέσως προηγηθέν αφορούσε τα ψευδή οικονομικά στοιχεία και τις αντίστοιχες δηλώσεις της Ρέιτσελ Ριβς, «υπουργού Θησαυροφυλακίου, άλλως πως, Οικονομικών» της χώρας.

Τονίζω ιδιαίτερα τη φράση «πραγματικά», διότι εντέλει η οικονομική πραγματικότητα είναι πάνω και πέρα απ’ όλα, η γενεσιουργός αιτία όλων των κλυδωνισμών που παίρνουν τη μορφή σκανδάλων. 

Για τον Μπόρις Τζονσον ήταν το «πάρτι κορωνοϊού» στη Ντάουνινγκ Στριτ, για τον Στάρμερ, είναι το σεξουαλικού χαρακτήρα σκάνδαλο Μάντελσον.

Απάντηση στο ερώτημα σας ευθέως όμως. Ο βηματισμός της κυβέρνησης, και του ιδίου του επικεφαλής της Στάρμερ, οδηγεί αναπόφευκτα στην πτώση κι η εκτίμησή μου είναι πως το μόνο που είναι προς συζήτηση, είναι το πόσες ημέρες ακόμη θα αντέξει. Για να το θέσω και λίγο διαφορετικά, πόσο θα διαρκέσει η «διαχείριση της ήττας». Ο Στάρμερ νικήθηκε όχι από τους υπουργούς του, αλλά όλοι, στο σύνολο τους, νικήθηκαν συντριπτικά στις «αυτοδιοικητικές εκλογές».

Από την άλλη, μια αντικατάσταση Στάρμερ θα πυροδοτούσε και ένα «κύμα» για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών υπό την έννοια ότι ο διάδοχός του δεν θα είναι εκλεγμένος. Μπορεί να «σηκώσει» η Βρετανία μια προφανώς ταραχώδη προεκλογική περίοδο εν μέσω της παρούσας γεωπολιτικής συγκυρίας και οικονομικής αβεβαιότητας;

Εντυπωσιακή ανάκαμψη από τραγικά αποτελέσματα των εκλογών, συμβαίνει σπανίως και πολλές φορές απαιτείται το, με ψυχολογικές βάσεις, «σύνδρομο της συσπείρωσης γύρω από τη σημαία». Αυτή η τελευταία συμβαίνει πάντοτε εν όψει μιας σοβαρής εξωτερικής απειλής και με αυτή υπονοώ έναν «αντίπαλο» πραγματικό ή μη, που βρίσκεται έξωθεν των πυλών.

Πολύ σωστά αναφέρεστε στην συγκυρία, ήτοι στην γεωπολιτική συγκυρία ή/και την οικονομική αβεβαιότητα, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε δυο πράγματα: Πρώτον ότι πάντοτε μιλάμε για ισοζύγιο κερδών και απωλειών. Αν τα κέρδη είναι ή εμφανίζονται αποσπασματικά ή μηδαμινά, τότε η ελπίδα πως οι απώλειες θα περιορισθούν δεν αποτελεί αξιόπιστη πρόταση. Δεύτερον, πως θα πρέπει, να υφίσταται εναλλακτικό «Σχέδιο Β», δηλαδή είτε με τη συμμετοχή Στάρμερ σε νέο πολιτικό σχήμα, είτε από τους εσωκομματικούς αμφισβητίες του. 

Αν και πάρα πολλά κρίνονται από την «διαχείριση εικόνας», αυτή η τελευταία δεν είναι επαρκής για να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα της χώρας. Μια παρατεταμένη εκλογική περίοδος, όντως ενέχει πολύ περισσότερους κινδύνους από τους εμφανείς, ακόμη και για χώρα με σε ιστορικό βάθος κοινοβουλευτικής παράδοσης.

Όμως, από τη μια, ενώ δεν είναι η πρώτη φορά που η Βρετανία περιδινίζεται πολιτικά, εντούτοις, η σύσταση του εκλογικού σώματος έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό. Και το ερώτημα είναι, αν στο διάστημα μικρό ή μεγάλο, που θα μεσολαβήσει μέχρι τις εκλογές, οι αλλαγές αυτές θα συνεχιστούν προς την ίδια κατεύθυνση.

Και αν στήνονταν κάλπες; Στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων έχει εδραιωθεί το ακροδεξιό Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, ενισχύονται οι Πράσινοι και το δίπολο Εργατικών-Συντηρητικών έχει προ πολλού καταρρεύσει. Μας έχετε μιλήσει και σε προηγούμενες συνεντεύξεις σας για τη Βρετανία στις ημέρες Στάρμερ και την πολιτική κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Που βρισκόμαστε σήμερα;

Σχεδόν πάντοτε, στην πολιτική, η συζήτηση είναι θέμα αναζήτησης «ημερομηνιών βάσης» από τις οποίες δηλαδή ξεκινά ή τελειώνει μια κρίση.

Στην παρούσα, η συζήτηση είναι πολύ μεγάλη για να συμπυκνωθεί στο πλαίσιο μιας σύντομης πολιτικής αποτίμησης, αλλά αυτό που είναι κεφαλαιώδους σημασίας, είναι να καταγραφούν, αν όχι όλα τα προβλήματα, τουλάχιστον στα πιο σημαντικά εξ αυτών. Και αυτά είναι σωρευτικά πολλά. Και σε τελευταία ανάλυση σχετίζονται άμεσα με την ακόμη και πολιτισμική ομοιογένεια ενός εκλογικού σώματος. Όταν σε αυτό εμφανίζεται προϊούσα ή σχετική ακόμη πολυδιάσπαση ή κατακερματισμός, είναι σχεδόν αδύνατο να βρίσκεται κοινή συνισταμένη για το ποια είναι φύση των προβλημάτων και προς τα πού θα πρέπει να κινούνται οι λύσεις.

Οι οικονομικές ανισορροπίες, όπως προαναφέρθηκε, είναι βασική πηγή για τα προβλήματα, αλλά οι προτάσεις αναίρεσης τους είναι απείρως πιο δύσκολες και τελικά σχετίζονται με την συνολική «Κοσμο-αντίληψη-κοσμοθεωρία» (Weltanschauung) του ψηφοφόρου σε ατομικό επίπεδο, ή σε συλλογικό επίπεδο ομάδων.

Οι Τόρις, οι Συντηρητικοί, υπέστησαν κι αυτοί σοβαρότατες απώλειες στις τοπικές εκλογές, κι όχι μόνο εξαιτίας του προσώπου που τους «καθοδηγεί». Συνεπεία και των αλλεπάλληλων τραγικών προσώπων, αρχής γενομένης από τον Τζόνσον. Σήμερα, μεταξύ άγνοιας για το πρόσωπο και πολιτικής ανυποληψίας, κινείται η ηγέτης του παραδοσιακού αυτού κόμματος, η Κέμι Μπέϊντενοκ, που δηλώνει απλά… θαυμάστρια της Μάργκαρετ Θάτσερ.

Ο Φάρατζ, ενώ από τη μια παραμένει «πιστός στις επιλογές» του για το δέον γενέσθαι, αδυνατεί να πείσει για την δυνατότητα υλοποίησης αυτών των προτάσεων. Για να χρησιμοποιήσω -παρακινδυνευμένα- μια άλλη περίπτωση, μπορεί να αποδειχθεί μία ακόμη «Τζόρτζια Μελόνι» που έχει χάσει τη δυναμική η οποία αρχικά σχετίζονταν με ...ανατρεπτικές επιλογές.

Όλα αυτά, ας μου επιτραπεί, σε μια χώρα που «κουβαλά» μια ιστορική παράδοση με ένα βαβαρημένο ποικιλοτρόπως ιστορικό παρελθόν, αλλά το οποίο εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτό ως «Χρυσούς Αιών», αλλά με μηδενικές πιθανότητες επιστροφής σε αυτόν. Ο Νάιτζελ Φάρατζ δεν είναι Όσγουαλντ Μόσλεϊ, αλλά με ένα κομματικό και ιδεολογικό υπόβαθρο με ρηχά ερείσματα, σε μια βρετανική κοινωνία με έντονες ανησυχίες για το πώς αναδιαμορφώνεται από την μαζική και σε περιπτώσεις ανεξέλεγκτη εισροή αλλότριων στοιχείων, και με δεδομένο ότι οι φαινομενικά απλές λύσεις είναι ελκυστικές, ερωτοτροπεί με ασύμβατες προς μια δημοκρατική, ανοικτή κοινωνία.

Δεν δημιούργησε αυτός προβλήματα, το έκαναν με έμφαση κυρίως Εργατικές κυβερνήσεις, από την εποχή του... αλήστου μνήμης Τόνι Μπλερ (και των διαδόχων του Γκόρντον Μπράουν και Έντ Μίλιμπαντ) και του φαιδρού συνθήματος «Cool Brittania», αλλά η επιστροφή στο Status Quo Ante, δεν γίνεται χωρίς παρενέργειες.

Ποια θα ήταν τα σενάρια της επομένης μιας εκλογικής αναμέτρησης στη Βρετανία εάν επιβεβαιώνονταν οι δημοσκοπήσεις ως προς τη δυναμική της Άκρας Δεξιάς;

Θα ήθελα να σημειώσω, πως τη στιγμή που μιλάμε δεν είναι δεδομένο πως η καταφυγή στις κάλπες, είναι μια θέση που υποστηρίζουν όλες οι συνιστώσες του Εργατικού Κόμματος. Είναι πιστεύω κατανοητό πως η πρώτη όχι μοναδική φυσικά- επιλογή είναι, η «διαχείριση ζημιών» (damage control). Τούτο γιατί αν διεξάγονταν αμέσως πρόωρες εκλογές, είναι αμφίβολο αν οι τάσεις, ή δυναμική που εμφάνισαν οι τοπικές εκλογές, μπορεί να ανατραπεί. Υπ’ αυτή την έννοια ουδείς «σώφρων» Εργατικός θα επέλεγε ένα εκ νέου καταστροφικό αποτέλεσμα, έναντι μιας «ξεκάθαρης λύσης». 

Μη παραγνωρίζοντας το γεγονός πως συνήθως οι τοπικές εκλογές, καθίστανται «βαλβίδα ανακούφισης της δυσαρέσκειας», η εκτίμησή μου είναι πως δημοσκοπήσεις αμέσως μετά από διεξαχθείσες εκλογές, μπορεί να λειτουργούν είτε ως «καμπανάκι» είτε ως «φόβητρο» για πολλούς αναποφάσιστους. 

Η δυναμική της βρετανικής ακραία συντηρητικής παράταξης είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά δεν οδηγεί και πάλι μηχανιστικά σε μια «Άλωση της Βαστίλης», αντιδιαμετρικά. Και η εκτίμηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί πως ισχύει και στην περίπτωση παρελθόντων και μελλοντικών αποτελεσμάτων και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Της Γερμανίας και της Γαλλίας, συμπεριλαμβανομένων. 

Για να επιχειρήσουμε να φαιδρύνουμε έστω και λίγο την δυσάρεστη εικόνα και ατμόσφαιρα, το «Μεγάλο, πέραν της Μάγχης Νησί» έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες, και πολλές φορές στην Ιστορία, ακολούθησε τη δική του, «κόντρα στο ρεύμα» διαδρομή.

Ακόμη και αν επιβιώσει τώρα ο Κιρ Στάρμερ καθώς βουλευτές που τον στηρίζουν έχουν βγει στην αντεπίθεση, θεωρείται ευρέως -και το ίδιο εκτιμούν τα συνδικάτα που πρόσκεινται στους Εργατικούς- πως δεν θα είναι εκείνος που θα οδηγήσει το κόμμα στις επόμενες εκλογές. Ποια πρόσωπα βγαίνουν μπροστά και ποιο είναι το προφίλ του δημάρχου του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ;

Όπως ίσως θυμούνται κάποιοι αναγνώστες, έχει παλαιότερα γίνει αναφορά στον «Σταρμερισμό». Ήτοι, την σχεδόν πλήρη απουσία μιας πάγιας, συγκροτημένης αντίληψης που θα προσιδίαζε σε ξεκάθαρη πολιτική ιδεολογία. 

Είναι απογοητευτικό, αλλά ο Κιρ Στάρμερ, δεν διέψευσε τον παλιό εαυτό του, ενός προσώπου που ως δικηγόρος, απέκτησε φήμη, από το πόσο θόρυβο προκαλούσαν οι υποθέσεις τις οποίες αναλάμβανε και πόσο ελκυστικές ήταν οι αγορεύσεις του και οι υπερασπιστικές γραμμές, σε στρώματα της βρετανικής κοινωνίας, που αυτοχαρακτηρίζονται ως «μη προνομιούχοι» και «ριζοσπάστες». 

Δεν είναι καθόλου σαφές μέχρι τη στιγμή που μιλάμε, αν ο Άντι Μπέρναμ, ή λίγο πριν αυτόν, ο Γουες Στρίτινγκ, έχουν συγκροτημένες προτάσεις, πέρα από την αντίθεση τους στα έντονα φαινόμενα -καθημερινά- που ο Στάρμερ επέτρεψε να εκδηλώνονται μέχρι τούδε ανενόχλητα. Είναι πολύ πιθανό, επίσης, το να σταθεί υπέρ της ομαλοποίησης των σχέσεων Εργατικών και Ντόναλντ Τραμπ, προβληματικών στην καλύτερη περίπτωση, καταλοίπων της τραγικής, καταστροφικής ηγεσίας των Εργατικών από τον Τζέρεμι Κόρμπιν. 

Στο τελευταίο αξίζει να σταθεί κάποιος περισσότερο. Όπως και στην υπερατλαντική πλευρά, όπου στους Δημοκρατικούς, διεκδικεί την ηγεσία, η «παράταξη Μπέρνι Σάντερς και του περιβάλλοντος του», κι όχι μόνο, και που αντιπροσωπεύει την (κατ’ ευφημισμό) «αριστερά του Κέντρου» ιδεολογία, παρομοίως περίπου και στους Εργατικούς, ο χώρος των Εργατικών, υφίσταται ενδημικά πιέσεις από αριστερά-ακροαριστερά στοιχεία που εντέλει φθείρουν συνολικά τις εκλογικές επιδόσεις. 

Ο Κόρμπιν, φάνταζε ως ο εκπρόσωπος όλων των «μειονοτήτων» στη Βρετανία, με κατ’ ουσίαν αντι-δυτική φρασεολογία, και επηρέασε μοιραία, έστω και οριακά τον ίδιο τον Κιρ Στάρμερ. Η όποια άνοδος της ριζοσπαστικής ακραίας Δεξιάς, αν και δεν σχετίζεται μηχανιστικά, με την αντίδραση προς το άλλο άκρο -εδώ υπεισέρχονται κι άλλες παράμετροι-, εντούτοις ως πολιτική τάση, είναι ιστορικά καταγραμμένη. 

Αντανακλά η περίπτωση Στάρμερ μια ευρύτερη κρίση ηγεσίας στις δυτικές δημοκρατίες; Πώς αξιολογείτε ταυτόχρονα την πολιτική κατάσταση στο Βερολίνο, όπου ο Φρίντριχ Μερτς συμπλήρωσε προ ημερών έναν χρόνο στην καγκελαρία με δημοτικότητα στο ναδίρ και την AfD στα «ύψη»;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, στο θεωρητικό επίπεδο. θα έπρεπε να είναι περιφραστική. Χάριν «οικονομίας» όμως, η απάντηση είναι -δυστυχώς- μονολεκτική και καταφατική. 

Ναι, εκ των συμφραζομένων, παρατηρούμε μια ευρύτερη κρίση ηγεσίας. Η απουσία ηγεσιών δεν παραπέμπει αυτομάτως στην εσκεμμένη επιλογή προσώπων -ηγετών που υστερούν έναντι άλλων συγκριτικά, αλλά -και τούτο είναι πολύ σοβαρότερο- την ταυτόχρονη απουσία κριτικής ικανότητας από το/τα εκλογικά σώματα. Πολλάκις δε, το σχήμα «το μη χείρον, βέλτιστον» είναι αυτό που επικρατεί τελικά, αλλά αυτό δεν είναι και δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την… παρακμή.

Πολύ δε περισσότερο, δεν μπορεί να σημαίνει ότι τα πρόσωπα που παρουσιάζει η άλλη πλευρά, είναι ποιοτικά καλύτερα. Η Κέμι Μπέιντενοκ των Τόρις, υστερεί δραματικά έναντι του, ας μου επιτραπεί η έκφραση, αλλοπρόσαλλου Νάιτζελ Φάρατζ, αλλά και οι δυο απέχουν «παρσέκ» των επιπέδων Τσώρτσιλ, Θάτσερ ή και Ουίλσον ή Μακ Μίλαν ακόμη.

Παρομοίως η ηγεσία του AfD, στη Γερμανία εμφανίζεται ως «βέλτιστη» επιλογή έναντι των αντιπάλων, αλλά στην πραγματικότητα είναι η επιλογή μεταξύ μιας μετατόπισης της εκπνοής προθεσμιών σε πολιτικές αποφάσεις, προς στο μέλλον. Δυστυχώς η σημερινή αλλά και η πλειοψηφία των πρόσφατων ηγεσιών της ΕΕ δεν αφίστανται αυτής της δεινής κατάστασης και καθιστούν την συνολική εικόνα, ακόμη πιο ζοφερή.