Η συζήτηση για τη δημογραφική μεταμόρφωση της Ευρώπης ξεκινά συνήθως λάθος. Άλλοι την παρουσιάζουν ως αυτονόητη πρόοδο και άλλοι ως οργανωμένη αντικατάσταση. Και οι δύο πλευρές αποφεύγουν το δύσκολο ερώτημα. Πώς μπορεί μία ανοιχτή κοινωνία να δεχθεί μεγάλη οικονομική μετανάστευση χωρίς να διαλύσει την κοινωνική εμπιστοσύνη που την κάνει ανοιχτή;
Δεν μιλάμε εδώ για πρόσφυγες. Ο πρόσφυγας προστατεύεται από διεθνείς συμβάσεις, επειδή διώκεται ή κινδυνεύει. Εκεί η συζήτηση αφορά το άσυλο, το Κράτος Δικαίου και την έντιμη εφαρμογή των κανόνων. Μιλάμε για οικονομική μετανάστευση. Για ανθρώπους που μετακινούνται επειδή αναζητούν εργασία, ασφάλεια, προκοπή και καλύτερη ζωή. Αυτή η μετακίνηση δεν είναι ηθικό σκάνδαλο. Είναι μία από τις σταθερές της ανθρώπινης ιστορίας.
Η οικονομία, κατά κανόνα, απορροφά τους μετανάστες γρήγορα και αποδοτικά. Όχι επειδή το κράτος γνωρίζει ποιον χρειαζόμαστε και πού. Δεν το γνωρίζει. Δεν μπορεί να το γνωρίζει. Η αγορά λειτουργεί με αποκεντρωμένη γνώση, τιμές, μισθούς, ρίσκο και καθημερινές συναλλαγές. Ο εργοδότης που ψάχνει εργατικά χέρια, ο εργαζόμενος που δέχεται μία θέση, ο καταναλωτής που αγοράζει φθηνότερες ή καλύτερες υπηρεσίες, ξέρουν περισσότερα από οποιοδήποτε υπουργείο. Ένας άνθρωπος έρχεται, βρίσκει δουλειά, νοικιάζει σπίτι, πληρώνει φόρους, καταναλώνει, παράγει. Αν δημιουργεί αξία, η οικονομία τον κρατά. Γι’ αυτό οι οικονομικοί μετανάστες μπορούν πράγματι να είναι ευλογία.
Η κοινωνία όμως δεν απορροφά ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχει μηχανισμό τιμών που διορθώνει γρήγορα τα λάθη. Δεν έχει συμβάσεις που λήγουν εύκολα. Δεν λειτουργεί με κέρδος και ζημία. Η κοινωνία στηρίζεται σε εμπιστοσύνη, γλώσσα, οικειότητα, άγραφους κανόνες, κοινές προσδοκίες και αίσθηση συνέχειας. Αυτά δεν παράγονται αυτόματα επειδή κάποιος βρήκε δουλειά. Μπορεί ένας μετανάστης να είναι άψογος εργαζόμενος και η παρουσία του να παραμένει κοινωνικά δύσκολη όταν η αλλαγή είναι απότομη, μαζική ή χωρικά συγκεντρωμένη.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική ένταση. Η αγορά βλέπει έναν εργαζόμενο. Η γειτονιά βλέπει μια αλλαγή του οικείου κόσμου της. Η οικονομία κερδίζει από την κινητικότητα. Η κοινωνία δοκιμάζεται από την ταχύτητα της μεταβολής. Μία χώρα μπορεί να χρειάζεται περισσότερα χέρια στα χωράφια, στα εργοτάξια, στα νοσοκομεία, στην εστίαση και στην τεχνολογία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι σχολικές τάξεις, οι δήμοι, οι γειτονιές και οι τοπικές κοινότητες μπορούν να μεταβληθούν απεριόριστα χωρίς κόστος.
Το κράτος δεν πρέπει να παριστάνει τον σοφό δημογραφικό σχεδιαστή. Δεν γνωρίζει ποιες ειδικότητες θα χρειάζεται η οικονομία σε δέκα χρόνια. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αγορά. Οφείλει όμως να κάνει λίγα και σοβαρά πράγματα: να εφαρμόζει τον νόμο, να προστατεύει τα σύνορα, να ξεχωρίζει καθαρά τον πρόσφυγα από τον οικονομικό μετανάστη, να διατηρεί αξιόπιστους κανόνες παραμονής και να μην μεταφέρει το κόστος των δικών του αποτυχιών στις πιο αδύναμες γειτονιές.
Είναι, λοιπόν, δικαιολογημένη η ανησυχία; Ναι, όταν αφορά την ταχύτητα, την κλίμακα και τους όρους της αλλαγής. Δεν είναι ρατσισμός να θέλει κανείς δημογραφική συνέχεια, κοινωνική συνοχή και κοινό δημόσιο βίο. Δεν είναι ρατσισμός να ανησυχεί για παράλληλες κοινωνίες, για σχολεία που δυσκολεύονται, για γειτονιές που αλλάζουν απότομα, για αξίες που συγκρούονται με την ισότητα των φύλων ή το Κράτος Δικαίου.
Ρατσισμός αρχίζει όταν η ανησυχία παύει να αφορά συμπεριφορές, θεσμούς και κανόνες και γίνεται κατηγορία αίματος. Όταν κάποιος λέει ότι άνθρωποι συγκεκριμένης καταγωγής δεν μπορούν ποτέ να γίνουν συμπολίτες, ό,τι κι αν κάνουν. Όταν η καταγωγή γίνεται τεκμήριο ενοχής. Όταν ο ξένος δεν κρίνεται ως άτομο, αλλά ως μόνιμος φορέας απειλής.
Η αγορά ξέρει καλύτερα από το κράτος ποιον εργαζόμενο χρειάζεται. Η κοινωνία όμως ξέρει καλύτερα από την αγορά πόση αλλαγή μπορεί να αντέξει χωρίς να χάσει την εμπιστοσύνη της. Η σοβαρή πολιτική αρχίζει όταν κρατάμε και τις δύο αλήθειες ταυτόχρονα.
