Ο Τζεφ Μπέζος έχει δίκιο. Όχι επειδή είναι ο Μπέζος. Όχι επειδή ίδρυσε την Amazon. Όχι επειδή οι δισεκατομμυριούχοι χρειάζονται υπεράσπιση από εμάς τους υπόλοιπους. Έχει δίκιο επειδή η πολιτική που ψάχνει πρώτα έναν κακό και μετά ένα πρόβλημα, δεν λύνει τίποτα. Απλώς οργανώνει την αγανάκτηση.
Η συζήτηση ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη και την πρόταση του δημάρχου Ζοχράν Μαμντάνι για νέο φόρο στις πολυτελείς δεύτερες κατοικίες. Το επιχείρημα ακούγεται γνώριμο. Υπάρχουν πλούσιοι, υπάρχει ακρίβεια, άρα ας φορολογήσουμε τους πλούσιους για να λυθεί η ακρίβεια. Είναι η παλαιότερη συνταγή του λαϊκισμού. Παίρνει ένα πραγματικό πρόβλημα, το μετατρέπει σε ηθικό θέατρο και μετά πουλάει εισιτήρια στην οργή.
Ο Μπέζος είπε κάτι απλό. Όταν δεν ξέρεις πώς να λύσεις ένα πρόβλημα, φτιάχνεις έναν εχθρό. Αυτό δεν είναι απλώς καλή ατάκα. Είναι ακριβής περιγραφή του κρατισμού στην ώριμη παρακμή του. Το κράτος φουσκώνει το κόστος ζωής με κανονισμούς, περιορισμούς στην οικοδόμηση, δασμούς, ελλείμματα, σπατάλη και κακή διοίκηση. Μετά δείχνει τον πλούσιο επιχειρηματία και ζητά χειροκρότημα επειδή δήθεν τον τιμωρεί.
Εδώ όμως χρειάζεται η κρίσιμη διάκριση. Ο φιλελεύθερος δεν είναι υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων ή επιχειρηματιών. Είναι υπέρ της αγοράς. Δεν υπερασπίζεται την Amazon, την Google, την Nvidia ή οποιονδήποτε άλλο εταιρικό γίγαντα ως τέτοιον. Υπερασπίζεται τον ανταγωνισμό, την καινοτομία, το δικαίωμα του καταναλωτή να διαλέγει και το δικαίωμα του νέου επιχειρηματία να αμφισβητεί τους ισχυρούς. Υπέρ της αγοράς δεν σημαίνει υπέρ των επιχειρήσεων και επιχειρηματιών. Συχνά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Η μεγάλη επιχείρηση μπορεί κάλλιστα να βολευτεί με το κράτος. Μπορεί να ζητήσει επιδοτήσεις, προστατευτικούς κανόνες, ρυθμιστικά εμπόδια για τους μικρότερους ανταγωνιστές της και ειδικές φορολογικές μεταχειρίσεις. Αυτά δεν είναι καπιταλισμός. Είναι κορπορατισμός. Είναι η αγορά όταν την κλειδώνει η πολιτική εξουσία και μοιράζει τα κλειδιά στους φίλους της. Ο φιλελεύθερος οφείλει να είναι εξίσου εχθρικός προς τον σοσιαλιστή που θέλει να τιμωρήσει τον πλούτο και προς τον επιχειρηματία που θέλει να αγοράσει προστασία από το κράτος.
Άρα, ναι, ο Μπέζος έχει δίκιο όταν λέει ότι η φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων δεν θα λύσει την κρίση του κόστους ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε θέση του Μπέζος είναι φιλελεύθερο ευαγγέλιο. Σημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση περιγράφει σωστά το πρόβλημα. Η αμερικανική φορολογία είναι ήδη ιδιαίτερα προοδευτική. Το ομοσπονδιακό κράτος εισπράττει τρισεκατομμύρια και παρ’ όλα αυτά ξοδεύει με τρόπο που συχνά παράγει σπατάλη, ελλείμματα και νέες στρεβλώσεις. Περισσότερο χρήμα σε ένα κακοσχεδιασμένο κράτος δεν σημαίνει περισσότερη δικαιοσύνη. Σημαίνει ακριβότερη αποτυχία.
Και βέβαια, η ακρίβεια δεν πέφτει επειδή ένας πολιτικός βρήκε έναν δισεκατομμυριούχο να λεηλατήσει. Πέφτει όταν αυξάνεται η προσφορά κατοικιών, όταν μειώνονται οι δασμοί, όταν ανοίγουν οι αγορές, όταν περιορίζεται η σπατάλη, όταν η παραγωγή γίνεται ευκολότερη και όταν το κράτος παύει να τιμωρεί όσους δημιουργούν αξία. Αυτή είναι η πραγματική φιλολαϊκή πολιτική. Όχι η τιμωρία των πλουσίων, αλλά η απελευθέρωση των πολλών.
Η πολιτική της ελεύθερης αγοράς δεν ζητά να αγαπήσουμε τους πλούσιους. Ζητά να καταλάβουμε πώς δημιουργείται ο πλούτος. Και κυρίως ζητά να μην παραδώσουμε τη ζωή μας σε δημάρχους, υπουργούς και γραφειοκράτες που παριστάνουν τους Ρομπέν των Δασών ενώ κρατούν στα χέρια τους το ταμείο, τους κανόνες και το πρόβλημα που οι ίδιοι γιγάντωσαν.
