Ο λαϊκισμός του κέντρου στρώνει το χαλί στα άκρα

Ο Μίλτον Φρίντμαν είχε διατυπώσει μία από τις πιο διορατικές παρατηρήσεις για την πολιτική: «Μόνο μια κρίση, πραγματική ή αντιληπτή, παράγει πραγματική αλλαγή». Και όταν η κρίση έρθει, έλεγε, οι αποφάσεις εξαρτώνται από τις ιδέες που βρίσκονται ήδη διαθέσιμες.

Η Γαλλία μοιάζει αποφασισμένη να δοκιμάσει αυτή τη θεωρία στην πράξη.

Μία νέα έκθεση που εκπονήθηκε κατόπιν κυβερνητικής εντολής προειδοποιεί ότι, χωρίς ουσιαστική αλλαγή πορείας, το γαλλικό δημοσιονομικό έλλειμμα μπορεί να πλησιάσει το 7% του ΑΕΠ έως το 2030 και το δημόσιο χρέος να ξεπεράσει το 130%. Οι ετήσιες πληρωμές τόκων ενδέχεται τότε να φτάσουν τα 124 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η Γαλλία δεν είναι μια μικρή οικονομία που μπορεί η Ευρώπη να παρακολουθεί από απόσταση. Με χρέος άνω των 3,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ, η δημοσιονομική της πορεία αφορά ολόκληρη την Ευρωζώνη. Όσο μεγαλύτερος είναι ο ασθενής, τόσο πιο επικίνδυνη γίνεται η αυταπάτη ότι κάποιος άλλος θα πληρώσει τη θεραπεία.

Αυτοί οι αριθμοί δεν περιγράφουν μια ξαφνική καταστροφή. Δεν υπήρξε σεισμός, πόλεμος ή πανδημία που να εξηγεί από μόνος του τη δημοσιονομική πορεία της Γαλλίας. Περιγράφουν κάτι πολύ πιο συνηθισμένο και, πολιτικά, πολύ πιο επικίνδυνο: δεκαετίες υποσχέσεων που ξεπερνούν τις δυνατότητες της οικονομίας που καλείται να τις πληρώσει.

Εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες απάτες της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής. Μάθαμε να αναγνωρίζουμε τον λαϊκισμό μόνο όταν φωνάζει, προσβάλλει τους θεσμούς ή υπόσχεται ότι θα διώξει τους ξένους. Δυσκολευόμαστε όμως να τον δούμε όταν φορά γραβάτα, μιλά μετριοπαθώς και εγκρίνει έναν ακόμη προϋπολογισμό που μεταφέρει τον λογαριασμό στους επόμενους.

Κι όμως, υπάρχει και λαϊκισμός του κέντρου. Είναι η πολιτική που γνωρίζει ότι ένα ασφαλιστικό σύστημα δεν βγαίνει αλλά αναβάλλει τη μεταρρύθμιση. Που γνωρίζει ότι οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται ταχύτερα από τα έσοδα αλλά βαφτίζει κάθε περικοπή «λιτότητα». Που δανείζεται για να προστατεύσει το σημερινό πολιτικό κόστος και αφήνει στον επόμενο την οικονομική κρίση.

Το πρόβλημα είναι ότι οι αγορές δεν ψηφίζουν και οι αριθμοί δεν συμμετέχουν σε τηλεοπτικά πάνελ. Για ένα διάστημα μπορείς να τους αγνοείς. Δεν μπορείς όμως να αποφύγεις για πάντα τις συνέπειες αυτής της άρνησης.

Όταν έρθει η κρίση, οι επιλογές στενεύουν. Οι μεταρρυθμίσεις που σήμερα μπορούν να γίνουν σταδιακά και με κοινωνική ευαισθησία, αύριο μπορεί να επιβληθούν βίαια. Οι περικοπές που σήμερα μπορούν να είναι στοχευμένες, αύριο γίνονται οριζόντιες. Και οι πολίτες που επί χρόνια άκουγαν ότι «όλα είναι υπό έλεγχο» εύλογα αισθάνονται εξαπατημένοι.

Τότε εμφανίζονται τα άκρα και προσφέρουν τις ιδέες που έχουν ήδη διαθέσιμες. Προστατευτισμό, εθνικοποιήσεις, κυνήγι πλουσίων, κυνήγι μεταναστών, έξοδο από ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, έναν ισχυρό ηγέτη που υπόσχεται να λύσει με πολιτική βούληση όσα η αριθμητική αρνείται να λύσει.

Η άνοδος του λαϊκισμού δεν εξηγείται πάντα από το TikTok, τη ρωσική προπαγάνδα ή την υποτιθέμενη ανοησία των ψηφοφόρων. Συχνά ξεκινά από την ανευθυνότητα εκείνων που αυτοπαρουσιάζονται ως οι μόνοι υπεύθυνοι.

Η Ελλάδα γνωρίζει καλά αυτή την ιστορία. Για χρόνια αγοράζαμε κοινωνική ειρήνη με δανεικά. Όταν η πραγματικότητα έστειλε τον λογαριασμό, το πολιτικό σύστημα έψαξε ενόχους παντού εκτός από τις αποφάσεις που είχε λάβει. Και μέσα από την κρίση, το πολιτικά αδιανόητο έγινε πολιτικά αναπόφευκτο, ακριβώς όπως προειδοποιούσε ο Φρίντμαν.

Το μάθημα της Γαλλίας δεν είναι ότι πρέπει να περιμένουμε με ικανοποίηση την κατάρρευση του γαλλικού κοινωνικού μοντέλου. Είναι ότι η δημοσιονομική σοβαρότητα αποτελεί προϋπόθεση της πολιτικής μετριοπάθειας.

Όποιος αναβάλλει τις δύσκολες αποφάσεις δεν αποφεύγει την κρίση. Απλώς φροντίζει, όταν αυτή έρθει, να είναι οι πιο ακραίες ιδέες εκείνες που θα βρίσκονται ήδη πάνω στο τραπέζι.