Ο λαγοκέφαλος και η κόμπρα

Η είδηση ότι το κράτος «επικήρυξε» τον λαγοκέφαλο με 5,33 ευρώ το κιλό ακούγεται, με την πρώτη ματιά, σαν μια καθαρή πράξη πρακτικής λογικής. Έχουμε ένα ξενικό είδος που δημιουργεί πρόβλημα στο θαλάσσιο οικοσύστημα και στο εισόδημα των αλιέων. Έχουμε ψαράδες που βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος, παράνομες πρακτικές και περιορισμούς. Άρα, λέει η πολιτεία, ας πληρώσουμε τους επαγγελματίες για να βγάλουν τον λαγοκέφαλο από τη θάλασσα. Το μέτρο θα εφαρμοστεί πιλοτικά σε Κρήτη και Νότιο Αιγαίο, αποκλειστικά από επαγγελματίες αλιείς, με αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων.

Όποιος όμως έχει μάθει να σκέφτεται με όρους κινήτρων οφείλει να σηκώσει το φρύδι του. Όχι επειδή το πρόβλημα είναι φανταστικό. Είναι απολύτως πραγματικό. Ούτε επειδή οι ψαράδες δεν χρειάζονται στήριξη. Τη χρειάζονται. Το ερώτημα είναι αν η πολιτική που σχεδιάζουμε μειώνει το πρόβλημα ή αν, άθελά της, δημιουργεί μια νέα μικρή αγορά γύρω από τη διαιώνισή του.

Εδώ μπαίνει η ιστορία της κόμπρας. Κατά την περίφημη οικονομική παραβολή, οι βρετανικές αρχές στο αποικιακό Δελχί ανησυχούσαν για τον αριθμό των δηλητηριωδών φιδιών και αποφάσισαν να πληρώνουν αμοιβή για κάθε νεκρή κόμπρα. Στην αρχή, το μέτρο φάνηκε να δουλεύει. Πολλές κόμπρες θανατώθηκαν και παραδόθηκαν στις αρχές. Ύστερα όμως κάποιοι κατάλαβαν ότι μπορούσαν να βγάλουν χρήματα όχι κυνηγώντας κόμπρες, αλλά εκτρέφοντάς τες. Όταν το κράτος αντιλήφθηκε την απάτη και ακύρωσε το πρόγραμμα, οι εκτροφείς απελευθέρωσαν τις άχρηστες πλέον κόμπρες. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την παραβολή, ήταν ότι το Δελχί κατέληξε με περισσότερες κόμπρες από όσες υπήρχαν στην αρχή. Ο όρος διαδόθηκε από τον οικονομολόγο Horst Siebert ως παράδειγμα λανθασμένων κινήτρων στην οικονομική πολιτική.

Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας για να καταλάβει το μάθημα. Το κράτος σπάνια πληρώνει μόνο για αυτό που νομίζει ότι πληρώνει. Όταν πληρώνει ανά κιλό λαγοκέφαλου, δεν αγοράζει απλώς οικολογική αποκατάσταση. Αγοράζει ανθρώπινη συμπεριφορά. Και οι άνθρωποι αντιδρούν στα κίνητρα.

Μπορεί να υπάρξει υπερδήλωση ποσοτήτων. Μπορεί να υπάρξει μεταφορά αλιευμάτων από άλλες περιοχές. Μπορεί η αλιευτική προσπάθεια να στραφεί προς εκεί όπου υπάρχει επιδότηση και όχι εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη οικολογική ή καταναλωτική ανάγκη. Μπορεί ένα προσωρινό μέτρο να αποκτήσει τους γνωστούς ελληνικούς προστάτες του και να ζητά κάθε χρόνο παράταση, αύξηση και διεύρυνση. Έτσι γεννιούνται οι πελατείες. Όχι πάντα από διαφθορά. Συχνά από κακό σχεδιασμό.

Αν το πρόγραμμα θέλει να αποφύγει το cobra effect, πρέπει να στηθεί σαν σοβαρή πολιτική και όχι σαν επικοινωνιακή επικήρυξη. Χρειάζεται αυστηρή γεωγραφική στόχευση, ανεξάρτητη πιστοποίηση, ανώτατο προϋπολογισμό, ημερομηνία λήξης και μετρήσιμο στόχο. Πόσους λαγοκέφαλους έχουμε σήμερα; Πού βρίσκονται; Πόση μείωση επιδιώκουμε; Ποιος θα ελέγξει ότι το μέτρο μειώνει τον πληθυσμό και δεν δημιουργεί απλώς εισόδημα από την ύπαρξή του;

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να καταδικάσουμε το μέτρο πριν εφαρμοστεί. Είναι να απαιτήσουμε σοβαρότητα πριν μονιμοποιηθεί. Αν η πολιτεία ξέρει τι μετρά, ποιον πληρώνει, για ποιο αποτέλεσμα πληρώνει και πότε σταματά να πληρώνει, τότε η επικήρυξη του λαγοκέφαλου μπορεί να γίνει ένα χρήσιμο εργαλείο διαχείρισης. Αν όμως αρκεστεί στο παραδοσιακό ελληνικό τρίπτυχο της καλής πρόθεσης, της χαλαρής εποπτείας και της εύκολης επιδότησης, τότε δεν θα έχουμε λύσει ένα οικολογικό πρόβλημα. Θα έχουμε επινοήσει ακόμα ένα κρατικό πρόγραμμα του οποίου ο σκοπός θα είναι η μακροημέρευσή του.