Το 312 μ.Χ., ο μετέπειτα ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης, ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, συγκρούστηκε με τον αντίπαλό του τον Μαξέντιο σε ένα σημείο λίγο βορειότερα της πόλης της Ρώμης. Πάνω σε μια γέφυρα που διέσχιζε τον Τίβερη, την Μουλβία γέφυρα, έγινε η μάχη. Νικητής βγήκε ο Κωνσταντίνος.
Με αυτή του την νίκη, κέρδισε τον θρόνο του δυτικού κομματιού της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Προς το παρόν, θα παρέμενε σε αυτό. Στο ανατολικό κομμάτι, κυριαρχούσε ο Λικίνιος. Δεν θα ερχόταν ακόμα σε αντιπαράθεση μαζί του.
Το 315-316 μ.Χ., η Ρωμαϊκή Σύγκλητος (πολιτικό συμβουλευτικό σώμα της αυτοκρατορίας) αποφάσισε να κάνει ένα δώρο στον Κωνσταντίνο για αυτή την νίκη. Παρήγγειλε, έτσι, να φτιαχτεί ένα κόσμημα, το οποίο διέγραψε μια ιστορία γεμάτη περιπέτειες…
Το δώρο του Κωνσταντίνου ήταν μεγαλοπρεπές. Ένα κόσμημα από αχάτη (ημιπολύτιμος λίθος), με την σκηνή του θριάμβου του στην μάχη. Αριστερά στο κόσμημα, πάνω σε ένα άρμα, η μορφή του Κωνσταντίνου είναι επιβλητική. Στο χέρι του κρατάει κεραυνούς, όπως ο αρχαίος ελληνικός θεός των ουρανών, ο Δίας.
Δίπλα του, είναι η σύζυγός του, η Φαύστα. Πίσω του, βρίσκεται η μητέρα του, η Ελένη και μπροστά από το βασιλικό ζευγάρι, είναι ένα παιδάκι. Ο πρωτότοκος γιος του, ο Κρίσπος.
Στο κέντρο και δεξιά της σκηνής, υπάρχουν δύο Κένταυροι, οι οποίοι ποδοπατούν τον Μαξέντιο και άλλους εχθρούς του αυτοκράτορα. Στην κορυφή, πάνω απ’ όλους, διασχίζει πετώντας την σκηνή η θεά Νίκη. Στα χέρια της κρατάει ένα δάφνινο στεφάνι και κατευθύνεται προς τον Κωνσταντίνο, για να τον στεφανώσει.
Βέβαια, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, γιατί στην αυγή του Χριστιανισμού, οι απεικονίσεις σε ένα τέτοιο βασιλικό δώρο είχαν αρχαίες μυθολογικές και παγανιστικές (όπως χαρακτηρίστηκαν αργότερα) αναφορές;
Κάποια στιγμή, συνέβη ένα σκάνδαλο στην οικογένεια του Κωνσταντίνου. Θεωρώντας ότι ο πρωτότοκος γιος του είχε ερωτικές σχέσεις με την μητριά του (την δεύτερη σύζυγο του Κωνσταντίνου), τους σκότωσε και τους δύο.
Μάλλον επειδή μετά ένιωθε αβάσταχτες τύψεις, το γύρισε στον Χριστιανισμό, πιστεύοντας ότι με εκείνη την πίστη θα μπορούσε να εξιλεωθεί. Όταν έγινε Χριστιανός, βαπτίστηκε μετά από αυτόν και η μητέρα του. Πριν από αυτά, όμως, όλοι οι πολίτες και η εξουσία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας λάτρευαν τους αρχαίους θεούς.
Το λαμπρό αυτό κόσμημα 30 εκατοστών που δόθηκε ως δώρο στον Κωνσταντίνο από την Σύγκλητο, ονομάστηκε «Gemma Constantiniana», δηλαδή «Πετράδι του Κωνσταντίνου». Στην αρχή, μάλλον το φορούσε σε επίσημες εκδηλώσεις και τελετές.
Μετά, όμως, τον θάνατο της πρώτης συζύγου του και του γιου του, οι οποίοι απεικονίζονταν στο πετράδι, σταμάτησε να το φοράει. Πιθανότατα κατέληξε να φυλάσσεται στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο στην Κωνσταντινούπολη και φαίνεται να έμεινε εκεί για πάρα πολύ καιρό…
Αιώνες αργότερα, το 1204, οι Σταυροφόροι μπήκαν στην Πόλη και την έκαναν δική τους. Έγινε έδαφος των λατινικών κατακτήσεων και ο Βυζαντινός αυτοκράτορας απομακρύνθηκε από τον θρόνο. Κατά την διάρκεια παραμονής των Λατίνων κατακτητών, πάρα πολλά πολύτιμα αντικείμενα αρπάχθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Δύση.
Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το Πετράδι του Κωνσταντίνου. Από εκεί και μετά, ξεκινάνε οι περιπέτειές του. Μπήκε σε ένα καράβι (το πιο πιθανό) και μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη σε ένα από τα βασίλεια της Δύσης. Κάποια στιγμή, κατέληξε σε ένα μοναστήρι, στο οποίο έμεινε για άλλα 400 χρόνια.
Τον 17ο αιώνα, την εποχή του Μπαρόκ (καλλιτεχνικό και αρχιτεκτονικό στυλ εκείνου και του επόμενου αιώνα), ζωγράφοι από την Ολλανδία έκαναν πάταγο με τα έργα τέχνης τους. Ένας από τους διασημότερους και σημαντικότερους, ήταν ένας αρχικά διπλωμάτης και έπειτα ζωγράφος, ο οποίος καταγόταν από την Φλάνδρα (ένα ολλανδόφωνο βόρειο τμήμα του Βελγίου της εποχής). Αυτός, ήταν ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς.
Ένας θεός ξέρει πώς, το Πετράδι του Κωνσταντίνου βρέθηκε το 1620 στα χέρια του Φλαμανδού ζωγράφου, ο οποίος τότε είχε καταπιαστεί με το να συλλέγει κοσμήματα. Δεν είναι σίγουρο, αλλά μάλλον κάποιος γνωστός του φιλοτέχνησε την ασημένια επιχρυσωμένη κορνίζα με ρουμπίνια και σμαράγδια, η οποία το πλαισιώνει.
Ο Ρούμπενς στη συνέχεια, παρέδωσε το Πετράδι, σε έναν κοσμηματοπώλη στο Άμστερνταμ, τον Κασμπάρ Μπουνταίν. Εκείνη την εποχή, στην Άπω Ανατολή, κυριαρχούσαν οι Μογγόλοι. Ηγέτης της αχανούς αυτοκρατορίας τους, ήταν τότε ο Τζαχανγκίρ, ο οποίος ήταν φανατικός συλλέκτης πολύτιμων πετραδιών.
Ένας Ολλανδός έμπορος, ο οποίος είχε ως έδρα την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, ο Φρανσίσκο Πελσέρτ, είχε μια πολύ καλή εμπορική πρόταση. Γνωρίζοντας την λατρεία του αυτοκράτορα των Μογγόλων, ήταν σίγουρος ότι θα πλήρωνε πολλά για αυτό που είχε στα χέρια του ο κοσμηματοπώλης Μπουνταίν. Έτσι, έκαναν μια συμφωνία συνεργασίας.
Τον Οκτώβριο του 1628, το Πετράδι του Κωνσταντίνου βρισκόταν με πολλά άλλα πολύτιμα εμπορεύματα, στο πλοίο «Βαταβία». Την ίδια περίοδο, το πλοίο με καπετάνιο τον Πελσέρτ, απέπλευσε από την Ολλανδία και ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι προς την Ινδία.
Τον Ιούνιο του 1629, όμως, γνώρισε την τραγωδία. Το πλοίο ναυάγησε κάποιες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από την Δυτική Αυστραλία. Ο πλοίαρχος και ανώτατοι αξιωματικοί, άφησαν τους επιζώντες, τις περισσότερες προμήθειες και το πολύτιμο εμπορικό φορτίο του πλοίου και πήγαν να φέρουν βοήθεια. Επέστρεψαν στο σημείο όπου τα άφησαν, μετά από τρεις μήνες.
Οι ναυαγοί είχαν σφαγιαστεί μεταξύ τους. Από τους 316 του πληρώματος, είχαν μείνει οι 116. Κι όλα αυτά, για τα πολύτιμα εμπορεύματα και κυρίως για το Πετράδι του Κωνσταντίνου. Ο Πελσέρτ, κατάφερε να βρει το κόσμημα σώο και αβλαβές.
Η εμπορική του συμφωνία, όμως, στέφθηκε από πλήρη αποτυχία. Όσο γίνονταν όλα αυτά, ο Τζαχανγκίρ είχε πεθάνει και ο διάδοχός του δεν ενδιαφερόταν για το Πετράδι. Ο Ολλανδός έμπορος προσπάθησε να το πουλήσει σε άλλους βασιλείς, αλλά δεν τα κατάφερε.
Έτσι, το Πετράδι του Κωνσταντίνου κατέληξε στα χέρια των κληρονόμων του κοσμηματοπώλη Μπουνταίν. Το 1856, ο Γουλιέλμος Α’, ο βασιλιάς της Ολλανδίας, το αγόρασε δίνοντας 50.000 φιορίνια. Με τα ίδια χρήματα τότε, κάποιος μπορούσε να χτίσει μια ολόκληρη συνοικία ή να συντηρήσει έναν ολόκληρο στρατό για μήνες.
Αργότερα, το Πετράδι του Κωνσταντίνου κατέληξε μάλλον με άλλα ιστορικά κειμήλια στο ολλανδικό δημόσιο. Από το 2013 και μέχρι σήμερα, μπορεί κανείς να το θαυμάσει στο Μουσείο Rijksmuseum van Oudehen στην πόλη Λάιντεν της Ολλανδίας.
Βιβλιογραφία:
