Τα σενάρια των πρόωρων εκλογών και το «μετριοπαθές κέντρο»
Eurokinissi
Eurokinissi

Τα σενάρια των πρόωρων εκλογών και το «μετριοπαθές κέντρο»

«Μπορείς να κερδίσεις εκλογές ως μετριοπαθής κεντρώος, μπορείς να νικήσεις τους λαϊκιστές υλοποιώντας τις υποσχέσεις σου, αυτό έχουμε πράξει εμείς». Με αυτή τη φράση στη συζήτησή του με τον Hemant Taneja, Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας General Catalyst, σε εκδήλωση στην Πνύκα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανατοποθέτησε την κυβέρνησή του στον πολιτικό χάρτη, σε μια κρίσιμη χρονική συγκυρία, εν μέσω, ουσιαστικά, προεκλογικής περιόδου.

Και το έκανε με έναν τρόπο, που υπό κάποιες συνθήκες θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα σαφές νέο άνοιγμα προς τον χώρο, που είναι κοινή παραδοχή ότι κρίνει το αποτέλεσμα της κάλπης. Ο κ. Μητσοτάκης δεν έβαλε απλώς τον χώρο του «μετριοπαθούς κέντρου» ως αντίβαρο στους λαϊκιστές, αλλά περιέγραψε και το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος αυτόν τον χώρο, υπενθυμίζοντας ότι έχει «ανοίξει» επί της ουσίας τη «βεντάλια» του εκλογικού ακροατηρίου στο οποίο απευθύνεται.

«Έχουμε αποδείξει στην Ελλάδα ότι μπορείς να έχεις μία μετριοπαθή, κεντρώα κυβέρνηση που πιστεύει στην ελεύθερη αγορά αλλά και στη δύναμη του κράτους να ρυθμίζει τις αγορές, η οποία αναγνωρίζει την ανάγκη για δημοσιονομική υπευθυνότητα αλλά απαιτεί το κράτος να είναι αποτελεσματικότερο στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών και στο τέλος της ημέρας κατανοεί ότι η βαθιά ανισότητα είναι καταστροφική για την κοινωνική συνοχή». Κι έφερε ως παράδειγμα τις πολιτικές της κυβέρνησης στο πεδίο των εισοδημάτων, σημειώνοντας ότι «έχουμε αυξήσει τον κατώτατο μισθό κατά 41%, ποσοστό που ξεπερνά κατά πολύ τον πληθωρισμό».

Η νίκη της ΝΔ το 2019, αλλά κυρίως το 2023, αποδίδεται στη διείσδυση που ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατάφερε στον μεσαίο χώρο. Κι εκεί φαίνεται ότι θα «παιχτεί το παιχνίδι» και σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση. Τα άκρα ενισχύονται την τελευταία δεκαετία και όσοι έχουν επιλέξει την αντισυστημική ψήφο, είτε από τη μία, είτε από την άλλη πλευρά του πολιτικού «άξονα», δεν αποτελούν εκλογικές δυνάμεις στις οποίες θα μπορούσε να απευθυνθεί η ΝΔ σήμερα.

Άλλωστε, οι ψηφοφόροι που βρίσκονται τοποθετημένοι ξεκάθαρα στα «δεξιά» της, την έχουν εγκαταλείψει ήδη από το 2023. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, πολλοί στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι ένα κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά θα προκαλέσει μικρές διαρροές στο περίπου 29-30% της δημοσκοπικής δύναμης που καταγράφει σήμερα η ΝΔ. Το ζητούμενο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να ακουστεί από όσους επιζητούν την πρόοδο, παράλληλα με τη σταθερότητα σε κάθε πεδίο, την οικονομία, το κοινωνικό κράτος, την εξωτερική πολιτική και είναι σαφές ότι η περιγραφή της πολιτικής τοποθέτησης, που επιχείρησε, απευθύνεται σε αυτό το εκλογικό ακροατήριο, ένα σημαντικό ποσοστό του οποίου βρίσκεται ακόμη στην αδιευκρίνιστη ψήφο.

Σύσσωμο το πολιτικό σύστημα κινείται πλέον σε προεκλογικούς ρυθμούς, που θα συνεχιστούν έως ότου ο πρωθυπουργός ανακοινώσει την ακριβή ημερομηνία των εκλογών. Ο ίδιος επιλέγει σε κάθε του δημόσια τοποθέτηση να επαναλαμβάνει ότι οι κάλπες θα στηθούν την άνοιξη του 2027. Για κάποιο λόγο αυτό δεν βάζει «φρένο» στα σενάρια και τη φημολογία, που επιμένουν ότι ακόμη και η 27η Σεπτεμβρίου αποτελεί ημερομηνία “κυκλωμένη” στο ημερολόγια για τις εθνικές εκλογές.

Η ολοκλήρωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος στα τέλη Αυγούστου, οι πρόσφατες δηλώσεις του Νικήτα Κακλαμάνη, τα αλλεπάλληλα νομοσχέδια που φτάνουν στη Βουλή, το μπαράζ περιοδειών κομματικών κλιμακίων της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη, αποτελούν κατά πολλούς «σημάδι» ότι οι κάλπες το φθινόπωρο είναι στη σκέψη του πρωθυπουργού. Στον αντίποδα όσοι επιμένουν ότι ο κ. Μητσοτάκης για να υπερβεί την προσήλωσή του στη «θεσμικότητα» και να διαψεύσει ουσιαστικά τον εαυτό του, θα πρέπει να έχει ένα πολύ καλό λόγο, που σήμερα δεν είναι ορατός και δεν θα περιορίζεται στο «μομέντουμ» που μπορεί να αποτυπωθεί στις δημοσκοπήσεις μετά τη ΔΕΘ, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση έχει μπροστά της τουλάχιστον 7 μήνες στους οποίους μπορεί με κοινοβουλευτική άνεση, να εφαρμόσει πολιτικές και να αναμένει να γίνουν ορατά τα αποτελέσματα στους πολίτες, πριν προσφύγει στις κάλπες.

Ανάμεσα σε αυτά, η ψήφιση και υλοποίηση των μέτρων που θα ανακοινωθούν στη Θεσσαλονίκη, η καταβολή του αυξημένου επιδόματος στους συνταξιούχους και τους ενοικιαστές το Νοέμβριο, η εφαρμογή της νέας φορολογικής κλίμακας για τους ελεύθερους επαγγελματίες με τη νέα χρονιά και η επόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού, που αναμένεται να ξεπεράσει τα 950 ευρώ. 

Και οι δύο τάσεις, που είναι υπαρκτές μέσα στην κυβέρνηση παρά τις δημόσιες τοποθετήσεις, εκτιμούν ότι ακόμη κι αν η «πλάστιγγα» στο μυαλό του πρωθυπουργού «γέρνει» προς τις εκλογές στο τέλος της τετραετίας, η οριστική του απόφαση θα ληφθεί στα τέλη Αυστούστου ή στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν οι πρώτες δημοσκοπήσεις αποτυπώσουν το κλίμα που θα έχει διαμορφωθεί και ενδεχομένως τον αντίκτυπο των εξαγγελιών στη ΔΕΘ, με τις διεθνείς εξελίξεις κυρίως στη Μέση Ανατολή να βαραίνουν, επίσης, στην απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση, τα διλήμματα και τα διακυβεύματα αρχίζουν σταδιακά να τίθενται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Χαρακτηριστική η αναφορά του στα κονδύλια που προορίζονται για την Ελλάδα από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, με τον πρωθυπουργό να δηλώνει ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και ίσως το θέμα να «κλείσει» επί της ελληνικής προεδρίας, λέγοντας με νόημα ότι «αυτό καθιστά ακόμα πιο σημαντική και την κατάληξη των εκλογών της άνοιξης του 2027, διότι ουσιαστικά οι Έλληνες πολίτες θα κληθούν να επιλέξουν και ποια κυβέρνηση στη χώρα μας θα προεδρεύει της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια συγκυρία η οποία θα είναι εξαιρετικά κρίσιμη όχι μόνο για τις εθνικές προτεραιότητες αλλά και για το μέλλον της Ευρώπης συνολικά». 

Ο κ. Μητσοτάκης, ωστόσο, επιλέγει να διατηρήσει χαμηλούς τόνους, χωρίς βεβαιότητες. Αναφερόμενος, χθες, στο αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών δήλωσε αισιόδοξος, υποστηρίζοντας ότι «έχουμε καλές πιθανότητες να επανεκλεγούμε, διότι αντιμετωπίζουμε το έργο της διακυβέρνησης με πολύ μεγάλη σοβαρότητα», ρίχνοντας και πάλι το βάρος στο κυβερνητικό έργο που έχει παραχθεί από το 2019 έως σήμερα, αλλά και στο γεγονός ότι διαθέτει συγκεκριμένο προγραμματικό πλαίσιο για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Για τη ΝΔ η πρώτη θέση στις εκλογές δεν είναι το ζητούμενο, όταν ο πήχης έχει τεθεί στην αυτοδυναμία, από την οποία ακόμη υπολείπεται αρκετά. Η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα θα αποτελέσουν δύο κεντρικές έννοιες στην προσπάθεια για την συσπείρωση όλων των δυνάμεων, που «ακούν« σε έννοιες όπως η αξιοπιστία και η υπευθυνότητα, με την κυβέρνηση να δηλώνει ότι βάζει απέναντί της τις “μη ρεαλιστικές προτάσεις” και τις «κάλπικες υποσχέσεις της αντιπολίτευσης», επιμένοντας στη στρατηγική της «μιας κάλπης», χαρακτηρίζοντας «άκυρη και άκαιρη» τη συζήτηση περί μετεκλογικών συνεργασιών.