Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε με αφορμή την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου δεν συνιστά έναν απλό προβληματισμό ούτε μια στιγμιαία έκρηξη πολιτικής αντιπαράθεσης. Ίσως γιατί ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος δεν είναι ο «απλός» τρομοκράτης, ο καταδικασθείς σε ποινές ισοβίου καθείρξεως. Ήταν ο πυρήνας και ο ιδεολογικός καθοδηγητής της τρομοκρατικής οργάνωσης 17Ν, ο άνθρωπος που για δεκαετίες αψήφησε το οργανωμένο κράτος, από το οποίο ζήτησε τώρα την «εύνοια» του.
Εξ ’αντικειμένου, λοιπόν, δεν είναι μια συζήτηση που αφορά αποκλειστικά τους νομικούς, τους πολιτικούς επιστήμονες ή όσους επιθυμούν να ερμηνεύσουν την Ιστορία μέσα από κομματικά φίλτρα. Είναι μια συζήτηση που προκύπτει εκ των πραγμάτων και αφορά το σύνολο της κοινωνίας - όχι μόνο της ελληνικής, διότι αγγίζει ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της δημοκρατικής συμβίωσης: τη Δικαιοσύνη, την Ποινή, τη Μνήμη, την Ασφάλεια, τη Συγχώρεση, τον Φόβο, αλλά και τα όρια του ίδιου του Κράτους Δικαίου.
Πάνω απ’ όλα, πρόκειται για ένα ζήτημα που επαναφέρει στο προσκήνιο ένα δύσκολο και διαχρονικό ερώτημα: τι σημαίνει τελικά δικαιοσύνη σε μια δημοκρατία;
Για πολλούς πολίτες — ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης — υπάρχει μια κοινή συνισταμένη, ένα εφαλτήριο. Είτε κάποιος αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός, κεντρώος ή δεξιός, είτε βλέπει τον κόσμο μέσα από διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις, δύσκολα θα διαφωνήσει με μια βασική αρχή: ότι η πολιτική διαφωνία δεν μπορεί να επιλύεται με την τρομοκρατία των όπλων. Ότι καμία ιδεολογία, όσο δίκαιη ή «επαναστατική» κι αν θεωρεί τον εαυτό της, δεν νομιμοποιείται ηθικά και δικαιοπολιτικά να αφαιρεί ανθρώπινες ζωές.
Η τρομοκρατία δεν είναι πολιτική άποψη. Είναι η άρνηση της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας. Είναι η στιγμή όπου κάποιος αυτοανακηρύσσεται φορέας μιας «ανώτερης δικαιοσύνης» και αποφασίζει ότι έχει το δικαίωμα να επιβάλει τη δική του αλήθεια δια της βίας. Γι’ αυτό και η μνήμη της 17 Νοέμβρη παραμένει τόσο βαριά στη συλλογική συνείδηση.
Δεν πρόκειται μόνο για έναν αριθμό δολοφονιών ή για μια εγκληματική οργάνωση που πέρασε στην ιστορία. Πρόκειται για οικογένειες που έχασαν ανθρώπους, για παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς γονείς, για πρόσωπα που έφυγαν από τη ζωή χωρίς δεύτερη ευκαιρία, χωρίς αποκατάσταση, χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Ο Παύλος Μπακογιάννης, ο Θάνος Αξαρλιάν και πολλοί ακόμη δεν αποτελούν, απλώς, ονόματα σε μια ιστορική καταγραφή. Είναι σύμβολα μιας πληγής που για πολλούς δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά.
Και εδώ αρχίζει ο πρώτος μεγάλος προβληματισμός. Μπορεί το Κράτος Δικαίου να λειτουργεί αποκλειστικά στη βάση των νομικών κανόνων, αγνοώντας τη συναισθηματική και ηθική διάσταση μιας κοινωνίας; Η αυθόρμητη απάντηση ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους θα ήταν πως ναι — και ίσως ορθά. Διότι αν η δικαιοσύνη λειτουργούσε με κριτήριο τον θυμό, την οργή ή την κοινωνική αποδοκιμασία, τότε θα κινδύνευε να μετατραπεί σε μηχανισμό εκδίκησης. Το Κράτος Δικαίου δεν συγκροτήθηκε για να ικανοποιεί συναισθηματικά αντανακλαστικά. Συγκροτήθηκε, ακριβώς, για να θέτει όρια ακόμα και στην πιο εύλογη κοινωνική οργή. Η δημοκρατία δοκιμάζεται όταν υπερασπίζεται δικαιώματα ανθρώπων που η κοινωνία δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι εξακολουθούν να έχουν δικαιώματα.
Όμως ακριβώς εκεί γεννιέται και το δεύτερο, ίσως πιο επώδυνο ερώτημα. Απέναντι σε ποιον λογοδοτεί τελικά το Κράτος Δικαίου; Μόνο απέναντι στον κρατούμενο; Ή και απέναντι στον απλό πολίτη; Διότι υπάρχει και η οπτική του ανθρώπου της καθημερινότητας. Του πολίτη που δεν σκέφτεται με όρους συνταγματικού ή ποινικού δικαίου αλλά με όρους βιώματος. Του ανθρώπου που μπορεί να αισθανθεί σοκ βλέποντας στην καθημερινή ζωή ένα πρόσωπο άρρηκτα συνδεδεμένο με μια περίοδο αίματος και φόβου. Τι ακριβώς του απαντά το κράτος; Πώς εξηγεί σε έναν πολίτη ότι η εφαρμογή του νόμου δεν ισοδυναμεί με ηθική λήθη; Διότι πολλές φορές το αίσθημα φόβου δεν αφορά το ίδιο το πρόσωπο αλλά αυτό που συμβολίζει. Δεν είναι απαραίτητα ένας φόβος φυσικής απειλής. Είναι ένας φόβος μνήμης. Ένα ψυχικό βάρος. Η υπενθύμιση ότι η κοινωνία επιστρέφει ξανά, έστω και συμβολικά, μπροστά σε μια ανοιχτή πληγή.
Η ψυχολογία των κοινωνιών έχει σημασία. Καμία κοινωνία δεν λειτουργεί αποκλειστικά λογικά. Οι άνθρωποι ζουν με συμβολισμούς, με μνήμες, με τραύματα. Υπάρχουν πρόσωπα που παύουν να αντιμετωπίζονται ως «ιδιώτες» και μετατρέπονται σε ιστορικά σύμβολα μιας εποχής.
Και εδώ ανακύπτει ένας ακόμα δύσκολος προβληματισμός: Τι σημαίνει πραγματικός σωφρονισμός; Είναι ο χρόνος από μόνος του αρκετός; Είναι αρκετή η ηλικία, η κατάσταση υγείας ή η συμπλήρωση ορισμένων νομικών προϋποθέσεων; Ή μήπως η κοινωνία — δικαίως ή αδίκως — αναζητά κάτι βαθύτερο; Μια ένδειξη αναστοχασμού; Μια αναγνώριση του κακού που προκλήθηκε; Μια αίσθηση ότι υπήρξε κατανόηση της ανθρώπινης οδύνης;
Το Κράτος Δικαίου ασφαλώς δεν μπορεί να απαιτεί ιδεολογική μετάνοια ως προϋπόθεση ανθρώπινης αξίας. Όμως η κοινωνία συχνά σκέφτεται διαφορετικά. Δεν αναζητά νομικούς ορισμούς. Αναζητά σημεία αναφοράς. Και κάπου εδώ γεννιέται μια βαθύτερη αντίφαση. Αν η ποινή έχει μόνο τιμωρητικό χαρακτήρα, τότε ακυρώνεται η έννοια του σωφρονισμού.
Αν όμως η ποινή αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως τεχνική διαδικασία επανένταξης, χωρίς να αναγνωρίζεται το βάρος του κοινωνικού τραύματος, τότε μεγάλο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι η δικαιοσύνη απομακρύνεται από την πραγματικότητα. Άρα ποια είναι η ισορροπία; Πότε μια δημοκρατία δείχνει ανθρωπισμό και πότε αφέλεια; Πότε υπερασπίζεται αρχές και πότε δημιουργεί την αίσθηση αποξένωσης από τους πολίτες της;
Και υπάρχει και ένας ακόμη, ίσως υποτιμημένος, προβληματισμός: η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Διότι οι δημοκρατίες δεν επιβιώνουν μόνο χάρη στους νόμους τους. Επιβιώνουν επειδή οι πολίτες πιστεύουν ότι οι νόμοι εφαρμόζονται με τρόπο που διατηρεί το αίσθημα δικαιοσύνης.
Όταν η κοινωνία νιώθει ότι οι θεσμοί λειτουργούν σε μια παράλληλη πραγματικότητα, αποκομμένοι από το κοινό αίσθημα, τότε ανοίγει ένας επικίνδυνος δρόμος: η απαξίωση της ίδιας της εμπιστοσύνης προς το κράτος.
Κι όμως, από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένας εξίσου σοβαρός κίνδυνος. Αν αρχίσουμε να εφαρμόζουμε το δίκαιο ανάλογα με το πόσο μας συγκινεί ή μας εξοργίζει μια υπόθεση, τότε σταδιακά υπονομεύουμε τη βασική αρχή της ισότητας απέναντι στον νόμο. Θα πρέπει να υπάρχουν «ειδικοί κρατούμενοι» που δεν θα δικαιούνται όσα προβλέπει το νομικό πλαίσιο επειδή τα εγκλήματά τους προκαλούν μεγαλύτερο αποτροπιασμό; Αν απαντήσουμε καταφατικά, τότε ίσως ανοίγουμε την πόρτα σε μια επικίνδυνη εξαίρεση. Αν απαντήσουμε αρνητικά, τότε πώς αντιμετωπίζουμε την ηθική αγωνία μιας κοινωνίας που
δυσκολεύεται να αποδεχθεί αυτή τη συνέπεια του κράτους δικαίου; Ίσως τελικά το βαθύτερο πρόβλημα να μην είναι η ίδια η αποφυλάκιση.
Ίσως το πραγματικό πρόβλημα να είναι ότι η κοινωνία δεν έχει ποτέ συμφιλιωθεί πραγματικά με το τραύμα της - πολιτικής - βίας. Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι η κοινωνία μας δεν πληροφορήθηκε ποτέ επαρκώς για τη δράση και τα σχέδια μιας στυγερής τρομοκρατικής οργάνωσης και του αρχηγού της, που εξετέλεσε κατ’ουσίαν 1,5 χρόνο ποινή για την κάθε πράξη που διέπραξε είτε ως φυσικός είτε ως ηθικός αυτουργός. Ότι ποτέ δεν συζήτησε ουσιαστικά τι σημαίνει τρομοκρατία, ποια είναι τα ηθικά της όρια, πώς θυμόμαστε τα θύματα, πώς εκπαιδεύουμε τις νεότερες γενιές να αντιλαμβάνονται ότι η δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη. Διότι η βία δεν αρχίζει όταν σηκώνεται το όπλο. Ξεκινά πολύ νωρίτερα: όταν κάποιος πείθεται ότι ο αντίπαλος δεν είναι άνθρωπος αλλά εμπόδιο· όταν η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε ηθική εξόντωση· όταν η δημοκρατία αντιμετωπίζεται ως αδυναμία αντί ως κατάκτηση.
Και τελικά, ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα να είναι αυτό: Μπορεί μια κοινωνία να τιμά τη μνήμη των θυμάτων, να σέβεται τις αρχές του κράτους δικαίου και ταυτόχρονα να μη νιώθει ότι εγκαταλείπει το αίσθημα δικαιοσύνης; Ή μήπως αυτή ακριβώς είναι η δύσκολη, συχνά επώδυνη, αλλά αναπόφευκτη αντίφαση της δημοκρατίας; Η δημοκρατία πράγματι δοκιμάζεται στις δύσκολες υποθέσεις. Δοκιμάζεται όταν καλείται να εφαρμόσει τον νόμο ακόμη και εκεί όπου η κοινωνία διχάζεται, όταν ο ανθρωπισμός συναντά το συλλογικό τραύμα και όταν το Κράτος Δικαίου καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην αρχή της νομιμότητας και στο περί δικαίου αίσθημα.
Όμως η αναγνώριση αυτής της θεσμικής δυσκολίας δεν σημαίνει και αποδοχή κάθε αποτελέσματός της. Προσωπικά — και πιστεύω μαζί με πολλούς συμπολίτες μου ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης — δυσκολεύομαι να συμφωνήσω με μια εξέλιξη που δημιουργεί την αίσθηση ότι μια τόσο βαριά ιστορική και ηθική πληγή «επιχειρείται» να κλείσει έτσι. Δεν πρόκειται για διάθεση εκδίκησης, ούτε για άρνηση των αρχών του κράτους δικαίου. Πρόκειται για έναν βαθύ προβληματισμό σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τη Δικαιοσύνη όταν μιλάμε για εγκλήματα που τραυμάτισαν συλλογικά μια κοινωνία και αφαίρεσαν οριστικά ανθρώπινες ζωές.
Ίσως τελικά η ουσία της διαφωνίας να βρίσκεται εδώ: στο ότι, ενώ αναγνωρίζουμε πως το κράτος λειτουργεί βάσει κανόνων, δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε ότι η τυπική εφαρμογή αυτών των κανόνων αρκεί από μόνη της για να απαντήσει στο ηθικό βάρος μιας υπόθεσης τέτοιου μεγέθους. Και αν η δημοκρατία πράγματι απαιτεί να αντέχουμε δύσκολες αποφάσεις, οι πολίτες έχουμε, επίσης, δικαίωμα να τις κρίνουμε, να τις αμφισβητούμε και να δηλώνουμε — με σεβασμό στους θεσμούς αλλά και με καθαρότητα — ότι διαφωνούμε!
*Ο κ. Χρήστος Ψαρράς είναι Δικηγόρος Αθηνών LL.M., απόφοιτος Νομικής ΕΚΠΑ και Νομικής Χαϊδελβέργης, υπότροφος του ιδρύματος Konrad-Adenauer
