Για μια ολόκληρη γενιά, την επονομαζόμενη και ως γενιά της κρίσης, η ενηλικίωση δεν υπήρξε ποτέ μια απλή μετάβαση, αλλά μια διαρκής διαπραγμάτευση με την αβεβαιότητα. Δεν ήταν και δεν είναι απλώς μια περίοδος αναστοχασμού αλλά κατ’ ουσίαν μια περίοδος πολιτιστικού και κοινωνικού αναδασμού. Το δικαίωμα στο εφηβικό όνειρο κατέστη γρήγορα κι απότομα φενάκη. Η ελληνική οικονομική κρίση των ετών 2009-2019 μπορεί να καταγράφεται ως ένα κλειστό χρονικά κεφάλαιο της ιστορίας, όμως για τους νέους παραμένει μια ανοιχτή εμπειρία - σχεδόν μια υπαρξιακή συνθήκη - μια πληγή που προσπαθεί να επουλωθεί. Δεν πρόκειται μόνο για οικονομικούς δείκτες, αλλά για έναν διαφορετικό τρόπο να αντιλαμβάνεται κανείς τον χρόνο, την εργασία και, τελικά, το ίδιο το μέλλον.
Κάποτε, η ζωή έμοιαζε να ακολουθεί μια σχεδόν γραμμική πορεία: σπουδές, εργασία, ανεξαρτησία, οικογένεια. Σήμερα, αυτή η αφήγηση μοιάζει να έχει διαρραγεί. Οι νέοι δεν βιώνουν απλώς δυσκολίες· βιώνουν μια ρήξη με την ίδια την ιδέα της προόδου. Και εδώ γεννιέται ένα βαθύτερο ερώτημα: τι σημαίνει να σχεδιάζεις το μέλλον, όταν το μέλλον μοιάζει ασταθές; Μπορεί άραγε ο άνθρωπος να ονειρεύεται με τον ίδιο τρόπο, όταν δεν έχει τη βεβαιότητα ότι οι κόποι του θα ανταμειφθούν;
Η εργασία, που κάποτε αποτελούσε πηγή ταυτότητας και ασφάλειας, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο επισφάλειας. Οι νέοι καλούνται να είναι ευέλικτοι, προσαρμοστικοί, διαρκώς διαθέσιμοι - αλλά χωρίς την εγγύηση σταθερότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της «επιτυχίας» απογυμνώνεται από τη βεβαιότητά της και γίνεται σχετική. Είναι επιτυχία η επιβίωση; Είναι πρόοδος η απλή διατήρηση μιας ισορροπίας;
Παράλληλα, η καθυστερημένη ανεξαρτητοποίηση δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα, αλλά και υπαρξιακό, ζήτημα που εντείνει και διαιωνίζει την παθολογία της ελληνικής πραγματικότητα. Όταν η ενηλικίωση αναβάλλεται, τι συμβαίνει με την αυτονομία του ατόμου - υφίσταται κι αν ναι σε ποιο βαθμό η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου – ή είμαστε έρμαια του ετεροπροσδιορισμού; Μπορεί κάποιος να νιώσει πραγματικά ελεύθερος όταν εξαρτάται ακόμη από το οικογενειακό πλαίσιο και δεν μπορεί πρακτικά να απογαλακτιστεί και να ξεφύγει από την αυστηρή δομή της ελληνικής παραδοσιακής οικογένειας; Ή μήπως αυτή η νέα πραγματικότητα επαναπροσδιορίζει την ίδια την έννοια της ελευθερίας, μετατοπίζοντάς την από την υλική ανεξαρτησία σε μια πιο εσωτερική στάση ζωής;
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, πολλοί νέοι επιλέγουν τη φυγή. Το εξωτερικό δεν είναι, απλώς, ένας τόπος με καλύτερες ευκαιρίες, αλλά και ένας χώρος όπου το μέλλον φαίνεται λιγότερο περιορισμένο. Έχει ταυτιστεί η απόδραση με την εξωτερίκευση της εσωτερικοποιημένης, απολύτως, περιορισμένης και καταπιεσμένης ελευθερίας του νέου ανθρώπου. Όμως και αυτή η επιλογή γεννά ένα άλλο δίλημμα: αν η πατρίδα δεν μπορεί να στηρίξει τα όνειρά σου, σε ποιον βαθμό εξακολουθεί να σε ορίζει; Και τι σημαίνει «ανήκω» σε έναν κόσμο όπου η κινητικότητα γίνεται σχεδόν αναγκαστική; Ποια είναι η σταθερά της εποχής αυτής πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί το ατομικό μέλλον και συνακόλουθα το μέλλον και οι προσδοκίες μιας ολόκληρης κοινωνίας κι ενός κράτους;
Κι όμως, μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, αναδύεται και κάτι άλλο: μια νέα μορφή συνείδησης. Οι νέοι ίσως δεν έχουν τις βεβαιότητες των προηγούμενων γενεών, αλλά διαθέτουν μια πιο έντονη επίγνωση της πραγματικότητας. Μαθαίνουν να ζουν χωρίς εγγυήσεις, να επαναπροσδιορίζουν τις αξίες τους, να βρίσκουν νόημα όχι στην ασφάλεια αλλά στην προσαρμογή και τη δημιουργία.
Ίσως, τελικά, το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η κρίση τελείωσε, αλλά τι άνθρωπο διαμορφώνει, ειδικότερα σε μια κοινωνία που ο τεχνολογικός μετασχηματισμός έχει διαποτίσει κάθε τομέα της ζωής. Αν δηλαδή μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στην αστάθεια είναι καταδικασμένη να ζει με λιγότερα ή αν, αντίθετα, είναι εκείνη που μπορεί να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει «αρκετό». Σε έναν κόσμο όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν, ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση - και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη δυνατότητα - να είναι αυτή: να ξανασκεφτούμε συλλογικά από την αρχή τι αξίζει πραγματικά.
*Ο Χρήστος Ψαρράς είναι νομικός
