Φθόνος

Φθόνος

Η δημιουργία ενός κόμματος προϋποθέτει αρκετά πράγματα.

Πρώτον, να απαντά σε υπαρκτές και ανεκπλήρωτες κοινωνικές ανάγκες τις οποίες το κόμμα αυτό υποτίθεται ότι φιλοδοξεί να καλύψει.

Δεύτερον, να διαμορφώσει διακριτές προγραμματικές θέσεις.

Τρίτον, να έχει στελέχη και οργάνωση.

Και τέταρτον να έχει εξασφαλισμένους πόρους.

Τι απ’ όλα αυτά διαθέτει σήμερα ο Σαμαράς; Σχεδόν τίποτα.

Η κριτική Σαμαρά επικεντρώνεται κυρίως στα εθνικά θέματα και την εξωτερική πολιτική.

Ο Μητσοτάκης κατάφερε ωστόσο να εγκαθιδρύσει ισχυρές στρατηγικές συμμαχίες με ΗΠΑ, Ισραήλ, Γαλλία και ΗΑΕ, να συμφωνήσει ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα με Αίγυπτο και Ιταλία, να φτιάξει Θαλάσσιους Χωροταξικούς Χάρτες με βάση τα απώτατα όρια των θαλασσίων ζωνών, να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια στο Ιόνιο, να δώσει οικόπεδα για έρευνες και εξορύξεις σε αμερικανικούς κολοσσούς νότια της Κρήτης, ακυρώνοντας de facto το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, να εκλέξει την Ελλάδα μη μόνιμο μέλος του ΣΑ του ΟΗΕ, να συμφωνήσει τον Κάθετο Διάδρομο, να εξοπλίσει τη χώρα σαν αστακό.

Πού εδράζεται συνεπώς η κριτική Σαμαρά ότι η Ελλάδα είναι δήθεν στο περιθώριο; Πουθενά.

Τι διαφορετικό θα έκανε από τον Μητσοτάκη στα εθνικά θέματα και την εξωτερική πολιτική αν ήταν αυτός στην εξουσία; Τίποτα απολύτως. Αν και για να είμαστε ακριβείς, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα’κανε ούτε τα μισά.

Μια άλλη πτυχή της κριτικής Σαμαρά, αφορά στην «ψυχή της παράταξης», που δήθεν χάνεται.

Αλλά αυτό κι αν είναι πρόσχημα.

Γιατί ο Μητσοτάκης διεύρυνε μεν τα όρια επιρροής της παράταξής του εμπνέοντας και πείθοντας ανθρώπους του Κέντρου και της εκσυγχρονιστικής Κεντροαριστεράς να συμπράξουν μαζί του, χωρίς όμως η παράταξή του αυτή να αποστεί από τις αρχές και τις αξίες της,

Τι διαφορετικό έκανε ο Μητσοτάκης από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που προσκάλεσε τους πολιτικούς του αντιπάλους και το 1956, και το 1974 και το 1978, να συνεργαστούν μαζί του, λέγοντας το περίφημο «δεν θέλω να εγκαταλείψετε τας ιδέας σας αλλά να γίνετε έντιμοι συνεργάται της κυβερνήσεώς μου» ;

Ένα συνεπώς μόνο κίνητρο απομένει και αυτό δεν μπορεί να είναι παρά μόνο ο φθόνος.

Φθόνος γιατί ο ίδιος ο Σαμαράς κυβέρνησε τη χώρα 2,5 χρόνια μόνο, χωρίς να είναι αυτοδύναμος και σε δύσκολες, είναι η αλήθεια, συνθήκες. Αλλά αυτά έχει η πολιτική. Κανείς δεν επιλέγει μόνος του, πότε, πώς και για πόσο θα κυβερνήσει. Γιατί αυτό είναι μεν και θέμα ικανοτήτων αλλά είναι κυρίως και συνάρτηση συγκυριών και πολλών άλλων παραγόντων.

Κι όλα αυτά λοιπόν βλέποντας τώρα τον Μητσοτάκη να κυβερνά ήδη 7 χρόνια έχοντας καταγράψει υψηλότατα εκλογικά ποσοστά, να παραμένει πολιτικά κυρίαρχος παρά τη φθορά και την κόπωση και να διεκδικεί με καλές πιθανότητες και μια τρίτη θητεία.

Αλλά ο φθόνος δεν φτάνει για να παρέμβεις πολιτικά και να πετύχεις μία αξιοπρεπή έστω επίδοση.

Το επιχείρησε άλλωστε και ο Γ. Παπανδρέου το 2015 ακριβώς με το ίδιο κίνητρο, διασπώντας το ΠΑΣΟΚ και κατεβαίνοντας στις εκλογές με το ΚΙΔΗΣΟ. Μισούσε βλέπετε, θανάσιμα τον Βενιζέλο στον οποίο απέδιδε και την πτώση της κυβέρνησής του το 2011, όταν είχε κερδίσει ένα θηριώδες 44% μόλις δύο χρόνια πριν.

Η αποτυχία του όμως με το ΚΙΔΗΣΟ ήταν παταγώδης καθώς δεν μπήκε καν στη Βουλή. Έπληξε ωστόσο σημαντικά και το ΠΑΣΟΚ, αφαιρώντας του ένα κρίσιμο ποσοστό που το κατέταξε τότε έβδομο κόμμα, κάτω ακόμα κι απ’ τον Καμμένο, το Ποτάμι, τη Χρυσή Αυγή.

Ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να παραδώσει την αρχηγία στην αείμνηστη Φώφη. Ο στόχος επετεύχθη μεν, αλλά και το πρεστίζ του Γιώργου υπέστη σοβαρό πλήγμα. Λίγα άλλωστε χρόνια μετά, υπέστη ταπεινωτική ήττα από τον Ανδρουλάκη στις νέες εκλογές για την ηγεσία του 2021 μετά την εκδημία της Φώφης.

Διδάχθηκε άραγε τίποτα ο Σαμαράς από την Ιστορία; Ας ελπίσουμε πως ναι.

Αλλά υποθέτω ότι αυτό θα το μάθουμε σύντομα.