Το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) γεννήθηκε το 1983 όχι απλώς ως μια διοικητική μεταρρύθμιση, αλλά ως το κορυφαίο πολιτικό διακύβευμα της Μεταπολίτευσης.
Η πορεία του ΕΣΥ από την ίδρυσή του έως σήμερα αποτελεί έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς καθρέφτες της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα. Σαράντα τρία χρόνια μετά, παραμένει το πεδίο μιας ατέρμονης κομματικής αντιπαράθεσης, συχνά εγκλωβισμένο ανάμεσα σε ιδεοληψίες και την ανάγκη για πραγματικό εκσυγχρονισμό. Μετατράπηκε τάχιστα σε πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης, κομματικής ταυτότητας και πελατειακών πρακτικών.
Η Ιστορική Ευθύνη: Κεντροαριστερά και Νέα Δημοκρατία
Η ίδρυσή του από το ΠΑΣΟΚ ενσάρκωσε μια βαθιά μεταρρυθμιστική τομή: καθολική πρόσβαση και δημόσια χρηματοδότηση. Ωστόσο, ο αρχικός σχεδιασμός ενσωμάτωσε επιλογές που με την πάροδο του χρόνου παρήγαγαν δομικές δυσλειτουργίες με έντονο κρατισμό και ανοχή σε συνδικαλιστικές αγκυλώσεις, όπου προϊόντος του χρόνου οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι δεν αντιπροσώπευαν το σύνολο του ιατρικού δυναμικού. Για δεκαετίες, η ρητορική της εστιάστηκε στην «ποσοτική» ανάπτυξη, παραμελώντας την μέτρηση, την αξιολόγηση και την ποιότητα των υπηρεσιών.
Η ανάπτυξη του συστήματος χαρακτηρίστηκε από υπερπληθώρα δομών χωρίς ενιαίο σχεδιασμό. Σήμερα λειτουργούν περίπου 125–130 δημόσια νοσοκομεία, αριθμός υψηλός για το μέγεθος της χώρας, με εμφανείς επικαλύψεις. Αντίστοιχα, πάνω από 300 Κέντρα Υγείας και εκατοντάδες περιφερειακά ιατρεία αναπτύχθηκαν με άνισο τρόπο, χωρίς να επιτύχουν τον στόχο αποσυμφόρησης των νοσοκομείων. Το αποτέλεσμα είναι ότι μεγάλο μέρος των περιστατικών πρωτοβάθμιας φροντίδας συνεχίζει να κατευθύνεται στα νοσοκομεία.
Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία ιστορικά αντιμετώπισε το ΕΣΥ με σκεπτικισμό, ταυτίζοντάς το με το σοσιαλιστικό μοντέλο. Η παράταξη κατηγορήθηκε για χρόνια ότι επεδίωκε την υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα προς όφελος των ιδιωτών.
Ο θεσμός της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης των ιατρών: Αν και στόχος ήταν η αποτροπή σύγκρουσης συμφερόντων και η ενίσχυση της δημόσιας προσήλωσης, στην πράξη δημιούργησε ένα κλειστό σύστημα: περιορισμένη κινητικότητα, μικρή ανανέωση προσωπικού και σταδιακή «γήρανση» του ιατρικού δυναμικού. Παράλληλα, η απαγόρευση ουσιαστικής ιδιωτικής δραστηριότητας μέχρι πρόσφατα οδήγησε στην ανάπτυξη παράνομων συναλλαγών εντός των νοσοκομείων ενώ περιόρισε τα κίνητρα προσέλκυσης και παραμονής νέων γιατρών στο σύστημα, ιδιαίτερα σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον όπου οι επαγγελματικές επιλογές είναι ευρύτερες (brain drain).
Το ίδιο μοτίβο ημιτελούς θεσμικής αρχιτεκτονικής εμφανίζεται και στο σύστημα αξιολόγησης που εδώ το περιορίζουμε μόνο στο ιατρικό προσωπικό αλλά η μη αξιολόγηση και σε διοικητικό επίπεδο οδηγεί σε καταστροφικά αποτελέσματα. Τυπικά, υπάρχουν διαδικασίες κρίσεων και αξιολόγησης, όμως στην πράξη συχνά λειτουργούν ως γραφειοκρατική επικύρωση προειλημμένων αποφάσεων. Οι κομματικές παρεμβάσεις –άμεσες ή έμμεσες– στους διορισμούς και στις εξελίξεις ιατρών έχουν καταγραφεί διαχρονικά, υπονομεύοντας την αξιοκρατία. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στα τριτοβάθμια νοσοκομεία, όπου η ανάγκη για εξειδίκευση είναι υψηλή και δεν υπάρχει στρατηγική κάλυψης συγκεκριμένων υποειδικοτήτων, με αποτέλεσμα τμήματα να υπολειτουργούν παρά την ύπαρξη οργανικών θέσεων ή ακόμη χειρότερα την πρόσληψη ιατρικού προσωπικού με γενικά κριτήρια, το οποίο όμως ιατρικό προσωπικό λόγω έλλειψης εξειδίκευσης δεν μπορεί να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες του ΕΣΥ.
Ιδιαίτερη στρέβλωση παρατηρείται στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, τα οποία λειτουργούν εντός του ΕΣΥ αλλά υπάγονται ταυτόχρονα και σε ακαδημαϊκές δομές. Ο διευθυντής της κλινικής δεν έχει απολύτως κανένα ρόλο στη διαδικασία κρίσης νέων ιατρών ή στις προαγωγές των υπηρετούντων του ΕΣΥ, γεγονός που αποσυνδέει τη στελέχωση από τις πραγματικές λειτουργικές ανάγκες της κλινικής. Ο δε διευθυντής δεν ελέγχεται για το παραγόμενο έργο της κλινικής που διευθύνει. Το αποτέλεσμα είναι ασυμβατότητα μεταξύ διοικητικών αποφάσεων και επιστημονικής στρατηγικής.
Τα τέως ΠΕΣΥ και νυν ΥΠΕ θεωρητικά έχουν ρόλο ελέγχου της λειτουργίας των μονάδων: οικονομική εποπτεία, δείκτες απόδοσης, συμμόρφωση με κατευθυντήριες οδηγίες. Όμως στην ελληνική πραγματικότητα, μεγάλο μέρος αυτών των λειτουργιών είτε ασκείται πλημμελώς είτε επικαλύπτεται με το Υπουργείο. Πρακτικά υπάρχει:
·Περιορισμένη πραγματική αυτονομία: Οι κρίσιμες αποφάσεις (προσλήψεις, χρηματοδότηση, μεταρρυθμίσεις) παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στο Υπουργείο. Άρα οι ΥΠΕ συχνά απλώς διαμεσολαβούν αντί να αποφασίζουν.
·Επικάλυψη αρμοδιοτήτων: Νοσοκομεία, ΥΠΕ και Υπουργείο εμπλέκονται στα ίδια ζητήματα, δημιουργώντας καθυστερήσεις και ασάφεια ευθυνών.
· Διοικητικός πληθωρισμός: Αντί να μειωθεί η γραφειοκρατία, δημιουργήθηκε ένα επιπλέον επίπεδο εγκρίσεων.
·Πολιτικοποίηση διοικήσεων: Οι διορισμοί διοικητών και υποδιοικητών συχνά συνδέονται με κομματικά κριτήρια, κάτι που αποδυναμώνει τον τεχνοκρατικό ρόλο τους.
Η Νέα Δημοκρατία, όλα τα προηγούμενα χρόνια, δεν προχώρησε σε ριζική αναδιάρθρωση αυτών των παθογενειών. Η βασική αρχιτεκτονική παρέμεινε αμετάβλητη.
Η τοπική αυτοδιοίκηση επιδείνωσε συχνά την κατάσταση, παρεμβαίνοντας με τοπικιστικά και κομματικά κριτήρια για τη διατήρηση ή ίδρυση δομών, ενισχύοντας την πολυδιάσπαση και δυσχεραίνοντας κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού.
Η Περίοδος 2019-2026: Μεταξύ Ψηφιακού Άλματος και Δομικών Αδυναμιών
Η τελευταία επταετία (2019-2026) αποτέλεσε σημείο καμπής, κυρίως λόγω της πανδημίας που λειτούργησε ως βίαιος επιταχυντής αλλαγών.
Αντικειμενικά Στοιχεία Βελτίωσης:
- Ψηφιακός Μετασχηματισμός: Η πλήρης ενσωμάτωση της άυλης συνταγογράφησης και η εφαρμογή του MyHealth app (με κάλυψη άνω του 95% των πολιτών το 2026) μείωσαν τη γραφειοκρατία.
- Επενδύσεις Υποδομών: Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, διοχετεύθηκαν πάνω από 1,5 δισ. ευρώ για την ανακαίνιση 80+ νοσοκομείων και 150+ Κέντρων Υγείας.
- Ενίσχυση Προσωπικού: Την περίοδο 2019-2026 πραγματοποιήθηκαν 20.000 περίπου μόνιμες προσλήψεις υγειονομικών, προσπαθώντας να καλύψουν το κενό των μαζικών συνταξιοδοτήσεων.
- Δυνατότητα άσκησης ιδιωτικού επαγγέλματος των ιατρών
- Πρωτοβάθμια Φροντίδα: Ο θεσμός του «Προσωπικού Γιατρού», παρά τις αρχικές δυσκολίες, κατάφερε να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, εστιάζοντας στην πρόληψη.
Αστοχίες και Επικοινωνιακά Λάθη: Παρά τα βήματα, το σύστημα εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρές δυσλειτουργίες. Οι λίστες αναμονής για χειρουργεία αν και μειώθηκαν σημαντικά και πλέον καταγράφονται και κοινοποιούνται, παραμένουν «αγκάθι». Σε ότι αφορά στα απογευματινά χειρουργεία εντοπίζεται μια σοβαρή επικοινωνιακή αστοχία: Η κυβέρνηση απέτυχε να εξηγήσει ότι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα ή η πληρωμή των απογευματινών επεμβάσεων δεν αποτελεί «κατάργηση του δωρεάν ΕΣΥ», αλλά εργαλείο αποσυμφόρησης. Βέβαια η άσκηση πολιτικής και η διαχείρισή των αντιδράσεων είναι σαφώς πιο δύσκολη από την θεωρητική καταγραφή των προβλημάτων.
Συμπέρασμα
Το ΕΣΥ το 2026 είναι σαφώς πιο σύγχρονο τεχνολογικά, αλλά παραμένει βαθιά διχασμένο πολιτικά. Η ΝΔ φαίνεται ότι κερδίζει το στοίχημα της ψηφιοποίησης, αλλά χάνει σε επίπεδο επικοινωνίας και ενημέρωσης του κόσμου. Η αντιπολίτευση, από την άλλη, συχνά εγκλωβίζεται σε μια στείρα άρνηση, αδυνατώντας να προτείνει ένα βιώσιμο κοστολογημένο μοντέλο. Η υγεία δεν μπορεί να είναι πεδίο κομματικής γυμναστικής· απαιτεί μια Εθνική Συμφωνία που θα θωρακίζει τον δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος με όρους αποτελεσματικότητας του 21ου αιώνα. Όσο όμως παραμένει ιδεολογικό λάβαρο, τόσο πιο δύσκολη θα είναι η ουσιαστική προσαρμογή του στον σύγχρονο πραγματικό και ψηφιακό κόσμο με την Τεχνητή Νοημοσύνη παρούσα να επιφέρει ήδη τεράστιες αλλαγές που είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε.
* Ο Βασίλειος Κοζομπόλης είναι καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών
