Η συνταγή της κυβέρνησης: Δημοσιονομική σοβαρότητα κόντρα στον φορολογικό λαϊκισμό
Eurokinissi
Eurokinissi

Η συνταγή της κυβέρνησης: Δημοσιονομική σοβαρότητα κόντρα στον φορολογικό λαϊκισμό

Οι εκλογές κρίνονται στην οικονομία, αυτή είναι η κοινή παραδοχή και οι επόμενες εθνικές εκλογές δεν πρόκειται να αποτελέσουν εξαίρεση στον κανόνα. Με την ακρίβεια να ιεραρχείται από τους πολίτες ως το νούμερο ένα πρόβλημα, εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο σε όλες τις δημοσκοπήσεις, τις πληθωριστικές πιέσεις και την άνοδο των τιμών στην ενέργεια να περιορίζουν την όποια θετική αντανάκλαση στα εισοδήματα από τη μείωση της φορολογίας ή την αύξηση των αποδοχών και ταυτόχρονα να προϊδεάζουν για περαιτέρω επιπτώσεις τους χειμερινούς μήνες, παρά τις θετικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τα θέματα της οικονομίας παραμένουν το βασικότερο πεδίο πάνω στο οποίο θα «αναμετρηθούν» οι πολιτικές δυνάμεις.

Η κυβέρνηση ήδη παρακολουθεί τα πρώτα δείγματα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με κυβερνητικά στελέχη να σχολιάζουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια «πλειοδοσία» μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ. Ο Νίκος Ανδρουλάκης μίλησε για τετραήμερη εργασία με τις ίδιες αποδοχές, ο Αλέξης Τσίπρας για 35ωρο. Ο κ. Ανδρουλάκης για δωρεάν μέσα μαζικής μεταφοράς για τους νέους, ο κ. Τσίπρας συμπλήρωσε για όλους. Και τα δύο κόμματα μιλούν για επαναφορά 13ου μισθού και για ένα άλλο «μείγμα» οικονομικής πολιτικής.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απαντά ότι η Νέα Δημοκρατία θα καταθέσει, μέσω της «Ατζέντας 2030» που καταρτίζεται από τον Κωστή Χατζηδάκη, προτάσεις «ρεαλιστικές», επαναφέροντας ως επίδικο της επόμενης διακυβέρνησης, την δημοσιονομική σταθερότητα, με τέτοιο τρόπο, μάλιστα, που θεωρεί αναγκαίο να κατοχυρωθεί και συνταγματικά.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Μέγαρο Μαξίμου αφενός θα επαναφέρει στο προσκήνιο την προϋπόθεση της δημοσιονομικής ισορροπίας για τα εξαγγελλόμενα μέτρα και την κοστολόγηση των προγραμμάτων, αφετέρου θα υπενθυμίζει τα «μαθήματα» του παρελθόντος και της οικονομικής κρίσης, χτυπώντας «καμπανάκι» ότι η χώρα, που πλέον έχει ξεπεράσει και την φάση της ευρωπαϊκής επιτήρησης, θα μπορούσε να επιστρέψει εκεί, χάνοντας τα κεκτημένα των τελευταίων ετών.

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης θα αποτελέσει το πρώτο και κύριο βήμα ανακοινώσεων, τόσο για την κυβέρνηση, όσο και για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως συνέβαινε πάντα, ιδιαίτερα όταν ακολουθούσαν εθνικές κάλπες. Το «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ, το 2014, αποτελεί ίσως την πιο εμφατική στιγμή των τελευταίων ετών σε αυτή την «μάχη» της ΔΕΘ. Για το κυβερνητικό επιτελείο το «στοίχημα» έγκειται σε δύο σημεία.

Πρώτον, το να παρουσιάσει ένα πακέτο ανακοινώσεων, που θα δίνουν συνέχεια στις προηγούμενες παρεμβάσεις, αξιοποιώντας το σύνολο του δημοσιονομικού χώρου σε μόνιμα μέτρα, στοχευμένα τη φετινή χρονιά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη μεσαία τάξη, όπως συγκλίνουν όλες οι πληροφορίες, δεύτερον, στην «αποδόμηση» των προτάσεων της αντιπολίτευσης, είτε γιατί αυτές οδηγούν σε «εκτροχιασμό», είτε γιατί συνεπάγονται την αύξηση άλλων φόρων, ώστε να χρηματοδοτηθούν. 

Είναι χαρακτηριστική η ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου, ο οποίος εστιάζει σε προτάσεις, που διατυπώνονται από ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ, σημειώνοντας είτε την αναποτελεσματικότητα μέτρων, που εξαγγέλλουν, είτε διατυπώνοντας το ερώτημα τι θα αυξηθεί για να εξασφαλιστεί η χρηματοδότησή τους, κάνοντας λόγο για «φορολογικό λαϊκισμό και ακοστολόγητες προτάσεις», με την κυβέρνηση να αμφισβητεί ότι η αντιπολίτευση διαθέτει ένα αξιόπιστο σχέδιο χρηματοδότησης τους. Και σε αυτή τη «μάχη» κορυφής, το Μέγαρο Μαξίμου θα αρχίσει πλέον να επιστρατεύει τους αριθμούς. Ο κ. Σκέρτσος, στην ανάρτησή του, σημειώνει ότι η ετήσια δαπάνη για συντάξεις ανέρχεται σε 35,6 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 2,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα, ενώ η ετήσια δαπάνη για μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων ανέρχεται σε 21,6 δισ ευρώ, δηλαδή περίπου 1,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα, χωρίς τις υπερωρίες.

Επομένως, η υπόσχεση 13η σύνταξης και 13ου μισθού στο Δημόσιο, κοστολογείται σε επιπλέον 4 δισ. ευρώ κάθε χρόνο. Το ερώτημα «πού θα βρεθούν αυτά τα 4 δισ. ευρώ;» αναμένεται να κυριαρχήσει τον Σεπτέμβριο, ιδίως αν τελικά η κυβέρνηση παραμείνει στη θέση που διατύπωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι δεν αποτελεί προτεραιότητα αυτή την ώρα ο 13ος μισθός, καθώς ένα μέρος του έχει δοθεί μέσω των αυξήσεων στο δημόσιο, όπως είπε.

Αντίστοιχα, η κυβέρνηση επιχειρεί να καταρρίψει και το επιχείρηση περί αύξησης της φορολογίας μερισμάτων, που επίσης προτάσσεται από την αντιπολίτευση, με τον κ. Σκέρτσο να επαναφέρει τα στοιχεία που δείχνουν ότι το 2019, με συντελεστή φορολόγησης μερισμάτων 10%, τα δημόσια έσοδα από τα αποδιδόμενα μερίσματα ανήλθαν σε 173 εκατ. ευρώ, ενώ το 2024, με συντελεστή 5%, τα αντίστοιχα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 386 εκατ. ευρώ. Το κυβερνητικό επιτελείο απαντά και στο επιχείρημα ότι οι αυξήσεις που προτείνονται μπορούν να χρηματοδοτηθούν από υψηλότερη έκτακτη φορολόγηση των επιχειρήσεων, με τον υπουργό επικρατείας να υπενθυμίζει ότι το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο δεν επιτρέπει τη χρηματοδότηση νέων μόνιμων δαπανών μέσω έκτακτων και προσωρινών μέτρων, αλλά ζητά οι μόνιμες δαπάνες να έχουν μόνιμες πηγές χρηματοδότησης.

Επομένως, η αύξηση της φορολογίας επιχειρήσεων θα μπορούσε να είναι ένας «δρόμος», που όμως είναι αμφίβολο αν θα επιτύγχανε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, όταν το 2019, με φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων 28%, τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων ανήλθαν σε περίπου 4,4 δισ. Ευρώ, ενώ το 2025, με φορολογικό συντελεστή 22%, τα αντίστοιχα έσοδα ανήλθαν σε περίπου 8,2 δισ. Ευρώ, όπως λέει.

Τα κυβερνητικά στελέχη θα επιμείνουν σε ερωτήματα, όπως ποιους φόρους θα αυξήσει ή ποιες δαπάνες θα μειώσει σε μόνιμη βάση κάθε κόμμα της αντιπολίτευσης για να χρηματοδοτήσει τις προτάσεις του, που σε κάθε περίπτωση αναμένεται να κοστολογηθούν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, όπως πλέον προβλέπεται, αλλά και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία από τις κινήσεις αυτές, μιλώντας και για τον κίνδυνο κάμψης των επενδύσεων, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τον ρυθμό ανάκαμψης της οικονομίας ή για τις θέσεις εργασίας. 

Η στρατηγική της κυβέρνησης βάζει στο «κάδρο» τόσο το ΠΑΣΟΚ, όσο και την ΕΛΑΣ, την ίδια στιγμή που το οικονομικό επιτελείο αναμένει τα στοιχεία του Αυγούστου, προκειμένου να «κλειδώσει» το πακέτο της ΔΕΘ, που θα ανακοινώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και αναζητώντας την έκπληξη, που αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει.