Κυβερνητική αδιαφορία για τον πληθωρισμό

Ένας ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών καταναλωτή τόσο μεγαλύτερος στην Ελλάδα από τον αντίστοιχο για την Ευρωζώνη είναι μεγάλο πρόβλημα. Καθ’ υπερβολή, είναι ως να γυρίσαμε στην εποχή της πληθωριστικής δραχμής.

Πράγματι, η εκτίμηση που μας έδωσε χθες η Eurostat για τον «ελληνικό» πληθωρισμό στο 5% όταν η Ευρωζώνη είναι στο 3,2% θα έπρεπε να έχει προκαλέσει μια κάποια αντίδραση του οικονομικού επιτελείου.

Εδώ και μερικούς μήνες, με το νέο πληθωριστικό επεισόδιο που ξεκίνησε η αστάθεια στον πετρελαϊκό Περσικό Κόλπο, η ελληνική αγορά των μικρομεσαίων εμπόρων και των μεγάλων προμηθευτών έδωσε τα «ρέστα» της. Δεν χρειάζεται και πολλά η κερδοσκοπία του εύκολου κέρδους.

Ας τα δούμε με τη σειρά.

Οι τιμές των τροφίμων εποχής (φρέσκα, λαχανικά, φρούτα και παρόμοια) τρέχουν στην Ελλάδα τρεις, περίπου φορές ταχύτερα από ότι στη Ζώνη. Τον Φεβρουάριο (πριν το Ιράν) έτρεχαν με 14% όταν στη Ζώνη έτρεξαν με ρυθμό 3,5%. Και συνεχίστηκε μέχρι πρότινος. Κάτι δεν πάει καθόλου καλά, αφού μάλιστα τα περισσότερα από αυτά τα προϊόντα είναι της λαϊκής αγοράς.

Οι τιμές των καυσίμων επίσης τρέχουν γρηγορότερα στα καθ’ υμάς και αυτό δεν έχει να κάνει με τους ειδικούς φόρους. Προφανώς κάτι δεν πήγε καλά με τα διυλιστήρια και το εμπορικό κύκλωμα διανομής, που βρήκαν την ευκαιρία να κλειδώσουν τα κέρδη τους. Με τη βοήθεια, επιπλέον, των φορολογουμένων που πληρώνουν την ειδική επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης.

Το πάρτι με τα ακίνητα συνεχίζεται με τα ενοίκια να αυξάνονται με σχεδόν τριπλάσια ταχύτητα από εκείνην των ακινήτων στην Ευρωζώνη. Προφανώς, όλη η Ευρώπη έχει πρόβλημα στέγασης, αλλά εμείς έχουμε μεγαλύτερο, ειδικά επειδή το ενοικιαζόμενο ακίνητο είναι μια στενή σε μέγεθος αγορά, η οποία υφίσταται πολλαπλές στρεβλώσεις, ειδικά στις μεγάλες πόλεις.

Θα μπορούσαμε να θεωρούμε εαυτούς «τυχερούς» επειδή και οι τρεις αυτές ειδικές αγορές είναι εκτεθειμένες στη μεγάλη δύναμη ελέγχων που θα μπορούσε να ασκήσει το κράτος.

Και όμως, τα μεν συναρμόδια υπουργεία (Ανάπτυξης και Ενέργειας, δηλαδή οι υπουργοί Θεοδωρικάκος και Παπασταύρου) ρίχνουν σταθερά το «φταίξιμο» το ένα στο άλλο, ενώ το υπουργείο που έχει το καθήκον να συντονίζει την οικονομική πολιτική (Εθνικής Οικονομίας του Πιερρακάκη), κοιτάζει εξίσου σταθερά το πρόβλημα αφ’ υψηλού.

Αν αυτού του είδους τη «σταθερότητα» εννοεί ο Πρωθυπουργός, πασπαλισμένη με διάφορα επιδόματα, καλά θα κάνει να σκεφτεί ότι υπάρχουν και άλλοι στην πολιτική κονίστρα, που σίγουρα μπορούν να την «προσφέρουν» στους πολίτες.

Η σταθερότητα δεν πρέπει να κατατρύχεται από τον δαίμονα Αζαζέλ και η αδιαφορία δεν πρέπει να θυμίζει τον δαίμονα Βεελφεγώρ.