Εσωτερικές ρωγμές και εξωτερικές πιέσεις

Μέχρι σήμερα, η φθορά του κυβερνώντος κόμματος δεν μεταφράζεται σε ενίσχυση κάποιου πόλου της αντιπολίτευσης, αλλά σε αύξηση του ποσοστού των αναποφάσιστων.

Τούτο δημιουργεί, για άλλους, μια βεβαιότητα και, για άλλους, την ελπίδα ενός εύκολου επαναπατρισμού, αποτελώντας το ισχυρό χαρτί της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Παρ’ όλα αυτά, στην τελική ευθεία προς τις εκλογές, οι οποίες θα λάβουν χώρα το αργότερο σε 12 μήνες, οι γκρίνιες στο κυβερνητικό στρατόπεδο αρχίζουν να αυξάνονται. Σε αυτό συμβάλλει και το γεγονός ότι, ενόψει εκλογών, πολλοί «αόρατοι» βουλευτές επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερη «ορατότητα».

Οι διαγκωνισμοί των «αόρατων» έρχονται και επικάθονται πάνω στην ήδη υπάρχουσα δυσαρέσκεια των παραγκωνισμένων του κομματικού μηχανισμού, έναντι του τεχνοκρατικού υποστρώματος του Επιτελικού Κράτους και του ανοίγματος προς το Κέντρο, που εξασφάλισε την επικράτηση σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις.

Το Επιτελικό Κράτος μοιάζει να λειτουργεί ως «σαμάρι» για όσους απειλούν ότι την επόμενη φορά θα «χειροδικήσουν» απευθείας στον «γάιδαρο».

Υπό τη σκιά αυτών των εξελίξεων, το πολιτικό περιβάλλον φαίνεται να τείνει προς αποσταθεροποίηση, καθώς η κυβέρνηση, τη μία με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, την άλλη με τις υποκλοπές και την υπόθεση Λαζαρίδη, περιδινείται σε διαδοχικές κρίσεις.

Από την άλλη πλευρά, οι δημοσιονομικές επιτυχίες και οι γεωπολιτικές αναβαθμίσεις εκτονώνουν κατά διαστήματα τη συσσωρευμένη πίεση, η οποία όμως επανέρχεται με την πρώτη ευκαιρία.

Το «παγόβουνο» που έχει αποκολληθεί εδώ και χρόνια είναι η πληθωριστική ακρίβεια, που βαραίνει την καθημερινότητα, ειδικά όσων δεν μπορούν να αυξήσουν το εισόδημά τους.

Εντός της «γαλάζιας» Κοινοβουλευτικής Ομάδας, η στρατηγική του «Επιτελικού Κράτους» αμφισβητείται πλέον ανοιχτά, με βουλευτές να αναζητούν πολιτική διέξοδο. Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, ενισχύεται η λογική της «παραταξιακής ευθύνης», χωρίς όμως να αποκλείονται κινήσεις διαφοροποίησης.

Το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά προσφέρει περιθώρια πίεσης προς την ηγεσία, μέσω της απειλής προβολής μιας εικόνας όπου υπερισχύουν οι φυγόκεντρες δυνάμεις.

Το συνέδριο της Ν.Δ., σε λίγες ημέρες, αναμένεται να αποτελέσει καθρέφτη της ρευστής εσωτερικής γεωγραφίας.

Συνολικά, η κυβέρνηση εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο με εσωτερικές ρωγμές και εξωτερικές πιέσεις.

Στην τελευταία δημοσκόπηση της Marc για το Πρώτο Θέμα εμφανίζεται άνοδος της Νέας Δημοκρατίας στο 32,2% στην εκτίμηση ψήφου, από 31,4% τον Φεβρουάριο.

Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, είναι η θετική αξιολόγηση της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη από το 38,5% και 39,1% αντίστοιχα. Τα ποσοστά αυτά, πέραν του ότι προσεγγίζουν εκείνα των τελευταίων βουλευτικών εκλογών, καταδεικνύουν και τα περιθώρια διεύρυνσης, εφόσον τεθούν τα σωστά διλήμματα.

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ–Κίνημα Αλλαγής, επίσης ενισχυμένο. Συγκεκριμένα, στην εκτίμηση ψήφου φτάνει στο 13,5% (από 13% τον Φεβρουάριο), ενώ ακολουθούν, με πτώση, η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική Λύση με 9,5% και 9,2% αντίστοιχα.

Εντός Βουλής εμφανίζεται και η Φωνή Λογικής.

Το ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στο πώς θα διαμορφωθούν τα ποσοστά όταν εμφανιστούν στο δείγμα των ψηφοφόρων και επιλογές όπως του Αλέξη Τσίπρα, της Μαρίας Καρυστιανού και του Αντώνη Σαμαρά. 
 
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών

«Τα πεπόνια και η γκρίνια για τα ακίνητα»
 
Αγαπητέ κ. Στούπα,

διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο σας «Τα πεπόνια και η γκρίνια για τα ακίνητα» και νομίζω ότι φωτίζει εύστοχα μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση του ζητήματος: ότι ο σημερινός τρόπος ζωής είναι αντικειμενικά ακριβότερος και λιγότερο λιτός από εκείνον των δεκαετιών του ’70 και του ’80, άρα αφήνει μικρότερα περιθώρια αποταμίευσης για απόκτηση κατοικίας.

Θα ήθελα, φιλικά, να προσθέσω μια ακόμη παράμετρο που ίσως αξίζει να συνεκτιμηθεί στη συζήτηση, και η οποία κατά τη γνώμη μου συμπληρώνει πιο ολιστικά - και δεν αναιρεί - το επιχείρημά σας.

Τα τελευταία 40–50 χρόνια παρατηρείται διεθνώς ένα έντονο «άνοιγμα ψαλίδας» μεταξύ:

  • των βασικών, ανελαστικών δαπανών (στέγη, σίτιση, υγεία, εκπαίδευση), που ακριβαίνουν συστηματικά ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό, και
  • των βιομηχανικών αγαθών, που άλλοτε θεωρούνταν πολυτέλειες, αλλά σήμερα είναι ιστορικά φθηνά σε σχέση με το εισόδημα.

Η τάση αυτή καταγράφεται καθαρά στα στοιχεία πληθωρισμού, όπου το κόστος στέγης αποτελεί τον μακράν μεγαλύτερο και πιο επίμονο παράγοντα αύξησης τιμών (βλ. στοιχεία Fed & BLS).

Αντίστροφα, χαρακτηριστικό παράδειγμα των «φθηνών πολυτελειών» είναι οι τηλεοράσεις: σε πραγματικούς όρους, η τιμή τους έχει μειωθεί σχεδόν κατά 99% από το 1950 μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του U.S. Bureau of Labor Statistics.

Το φαινόμενο αυτό εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από αυτό που στην οικονομική θεωρία ονομάζεται Baumol’s Cost Disease: οι τομείς που βασίζονται στην ανθρώπινη εργασία (στέγη, υγεία, εκπαίδευση, φροντίδα) δεν μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους όπως η βιομηχανία, με αποτέλεσμα οι σχετικές τιμές τους να αυξάνονται διαχρονικά (https://en.wikipedia.org/wiki/Baumol_effect).

Έτσι, με απλά λόγια: σήμερα το «πεπόνι» δεν είναι ακριβό – ακριβό είναι το ενοίκιο.

Ένας σύγχρονος εργαζόμενος μπορεί σχετικά εύκολα να αποκτήσει τηλεόραση, κινητό ή άλλες καταναλωτικές ευκολίες, ακριβώς επειδή αυτά τα αγαθά έχουν γίνει πολύ φθηνότερα. Αντίθετα, η στέγη απορροφά δυσανάλογο ποσοστό του εισοδήματος, σαφώς υψηλότερο απ’ ό,τι στις προηγούμενες γενιές.

Αυτό δημιουργεί – πιστεύω – μια οπτική και ψυχολογική στρέβλωση: υπάρχει η αίσθηση ότι «οι νέοι σπαταλούν», επειδή είναι ορατές οι δαπάνες για καταναλωτικά αγαθά, ενώ παραμένει λιγότερο ορατό ότι οι αναπόφευκτες δαπάνες (ενοίκιο, λογαριασμοί, μετακίνηση) έχουν ήδη περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα αποταμίευσης.

Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο ότι άλλαξε ο τρόπος ζωής· άλλαξε και η δομή των τιμών. Οι παλιότερες γενιές στερήθηκαν καταναλωτικά αγαθά που ήταν τότε πραγματικά ακριβά, αλλά είχαν σχετικά φθηνότερη πρόσβαση στη βασική επένδυση της ζωής τους: τη στέγη.

Το άρθρο σας, κατά τη γνώμη μου, θίγει σωστά το πολιτισμικό σκέλος του ζητήματος. Ίσως όμως το πλήρες παζλ συμπληρώνεται αν δούμε ότι η σημερινή «γκρίνια» δεν πηγάζει τόσο από την αγάπη στο πεπόνι αντί για το καρπούζι, αλλά από την αυξημένη τιμή και των δύο.

Σε περίπτωση δημοσίευσης θα προτιμούσα να φαίνονται μόνο τα αρχικά μου.

Σας εύχομαι καλή συνέχεια και καλό τριήμερο,

Με εκτίμηση,
Γ. Κ.