Οι εκλογές του 2027 πιθανότατα δεν θα κριθούν μόνο από τις ανακατατάξεις στο πολιτικό τοπίο. Θα κριθούν κυρίως από την αλλαγή της οπτικής των πολιτών για την πολιτική, τους πολιτικούς και τα κόμματα.
Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια αλλεπάλληλων κρίσεων, φαίνεται να έχει εμφανιστεί ένας νέος τύπος ψηφοφόρου, με κύριο χαρακτηριστικό ότι δεν αισθάνεται πλέον σταθερά συνδεδεμένος με κάποιο πολιτικό χώρο. Επαναξιολογεί διαρκώς τις επιλογές του και αντιμετωπίζει την ψήφο περισσότερο ως προσωρινή απόφαση και λιγότερο ως στοιχείο ταυτότητας.
Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή που έχει συντελεστεί στο πολιτικό τοπίο της χώρας. Ο ψηφοφόρος άλλαξε, και μαζί του άλλαξε και ο εκλογικός χάρτης.
Γιατί το εκλογικό σώμα έγινε «κινούμενο έδαφος»;
Η μεγαλύτερη αλλαγή της τελευταίας δεκαετίας είναι η χαλάρωση των παραδοσιακών κομματικών δεσμών. Οι αναποφάσιστοι και η αδιευκρίνιστη ψήφος παραμένουν σταθερά σε υψηλά επίπεδα, ενώ ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών δηλώνει πολιτικά άστεγο.
Σε αντίθεση με προηγούμενες δεκαετίες, ο ίδιος ψηφοφόρος μπορεί μέσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις να μετακινηθεί σε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους ή και να επιλέξει την αποχή, χωρίς να αισθάνεται ότι προδίδει κάποια πολιτική ταυτότητα. Η ψήφος μοιάζει περισσότερο με διαρκή αξιολόγηση παρά με σχέση διαρκείας - αυτό εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, γιατί οι εκλογικές μετακινήσεις γίνονται πλέον δυσκολότερο να προβλεφθούν.
Οι παλιές ιδεολογικές διαιρέσεις εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά δεν αρκούν για να ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά ενός εκλογικού σώματος πολύ πιο απελευθερωμένου.
Πώς αλλάζει η κάλπη λόγω της δημογραφικής γήρανσης;
Ταυτόχρονα, η δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού αποδεικνύεται εξαιρετικά κρίσιμος παράγοντας. Οι πολίτες άνω των 60 ετών αποτελούν τη μεγαλύτερη και πιο συνεπή εκλογική ομάδα - ιδιαίτερα στην περιφέρεια, όπου η γήρανση του πληθυσμού είναι ακόμη πιο έντονη. Την ίδια στιγμή, η υπογεννητικότητα, η μετανάστευση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και η αυξημένη αποχή των νεότερων ηλικιών περιορίζουν σημαντικά το πραγματικό εκλογικό τους βάρος.
Η δημόσια συζήτηση μάλλον υπερεκτιμά τη δύναμη της «νεανικής ψήφου», τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Το νεανικό κοινό, εκτός του ότι είναι αριθμητικά μικρότερο, είναι και λιγότερο επιδραστικό, κυρίως διότι αδιαφορεί για την πολιτική.
Η δημογραφία, παρ' όλα αυτά, δεν καθορίζει ποιος θα ψηφίσει ποιο κόμμα. Καθορίζει ποιες ομάδες ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στο τελικό αποτέλεσμα. Και αυτό αλλάζει από μόνο του τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι πολιτικές καμπάνιες.
Τι σημαίνει «μετα-ιδεολογική στροφή» στην πράξη;
Το ερώτημα συνεπώς είναι : οι ιδεολογίες εξαφανίστηκαν; Η απάντηση είναι όχι! Όμως, ότι έπαψαν να αποτελούν το βασικό κριτήριο με το οποίο ο μέσος πολίτης ψηφίζει.
Η Ελλάδα βιώνει μια περίοδο μετα-ιδεολογικής στροφής. Και σ αυτήν τη νέα πραγματικότητα, 0 ψηφοφόρος φαίνεται να ενδιαφέρεται λιγότερο για το πού τοποθετείται ιδεολογικά ένα κόμμα και περισσότερο για το αν μπορεί να του βελτιώσει την καθημερινότητά του.
Η ακρίβεια, το κόστος ζωής και η οικονομία κυριαρχούν σταθερά στις προτεραιότητες των πολιτών, ενώ οι μεγάλες ιδεολογικές αφηγήσεις – που ούτως η άλλως δεν ακούγονται πια, υποχωρούν.
Η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίζεται έτσι, από τη θεωρία στη διαχείριση. Οι κυβερνήσεις κρίνονται ολοένα και περισσότερο για όσα πετυχαίνουν και λιγότερο για τον ιδεολογικό υπόβαθρο των επιλογών τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται πλέον με συνθήματα, αλλά με αποτελέσματα.
Όταν ο ψηφοφόρος ψηφίζει περισσότερο εναντίον παρά υπέρ
Η αρνητική κομματική ταύτιση - ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων δημοκρατιών - κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα.
Όλο και περισσότεροι πολίτες δεν ψηφίζουν για κάποιον, ψηφίζουν εναντίον κάποιου. Δεν υπερψηφίζουν κόμματα, καταψηφίζουν κυβερνήσεις. Η τάση αυτή επαναλαμβάνεται συστηματικά από το 2009 και μετά.
Η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, όμως, δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπιστοσύνη προς την αντιπολίτευση. Η κάλπη λειτουργεί πλέον περισσότερο ως μηχανισμός αποδοκιμασίας παρά ως εντολή διακυβέρνησης. Οι πολίτες δηλώνουν ευκολότερα ποιον δεν θέλουν στην εξουσία, παρά ποιον εμπιστεύονται γι' αυτήν.
Πρόκειται για μια ουσιαστική μεταβολή: η αρνητική ψήφος αποδυναμώνει κυβερνήσεις, αλλά δεν συγκροτεί πλειοψηφίες.
Όταν η δυσπιστία γίνεται η νέα πολιτική κανονικότητα
Σε όλα τα παραπάνω, προστίθεται και η κρίση εμπιστοσύνης που δεν περιορίζεται στους θεσμούς. Διατρέχει συνολικά το πολιτικό σύστημα και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την εκπροσώπηση, τη διακυβέρνηση και την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Η αίσθηση ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, συνυπάρχει με μια γενικότερη αμφισβήτηση για την ικανότητα του πολιτικού προσωπικού να δώσει αποτελεσματικές λύσεις. Η αποχή, ο κατακερματισμός της ψήφου και η ενίσχυση μικρότερων κομμάτων δεν είναι παρά διαφορετικές εκφράσεις αυτής της αμφισβήτησης.
Η εμπιστοσύνη δεν θεωρείται πλέον δεδομένη — πρέπει να κερδίζεται ξανά και ξανά. Αυτό καθιστά την αξιοπιστία ίσως το σημαντικότερο πολιτικό κεφάλαιο στον δρόμο προς τις εκλογές.
Οι εκλογές του 2027 θα είναι διαφορετικές
Οι μεταβολές περιγράφουν έναν νέο τύπο ψηφοφόρου. Πιο απαιτητικό, πιο επιφυλακτικό και απρόθυμο να προσφέρει λευκή επιταγή σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα.
Αυτό αλλάζει και τους κανόνες της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ένταση του πολιτικού λόγου, η ιδεολογική πόλωση και η καταγγελία του αντιπάλου, δεν αρκούν για να διαμορφώσουν πλειοψηφικά ρεύματα.
Σε μια κοινωνία που κουβαλά δεκαπέντε χρόνια αλλεπάλληλων κρίσεων, οι πολίτες αναζητούν κυρίως αξιοπιστία, αποτελεσματικότητα και σταθερότητα. Το μεγαλύτερο διακύβευμα των επόμενων εκλογών επομένως, δεν θα είναι ποιος θα εκφράσει πιο πειστικά την κοινωνική δυσαρέσκεια. Θα είναι ποιος θα πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει αξιόπιστα, μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας.
Η πολιτική αξιοπιστία μετατρέπεται σταδιακά από συγκριτικό πλεονέκτημα, σε βασική προϋπόθεση εκλογικής επιτυχίας.
Ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη πολιτική δεξαμενή της χώρας, βρίσκεται σήμερα έξω από τα υπάρχοντα κόμματα. Είναι οι αναποφάσιστοι και όσοι επιλέγουν την αποχή. Οι επερχόμενες εκλογές δεν θα κριθούν μόνο από τις μετακινήσεις μεταξύ των κομμάτων, αλλά και από το ποιος θα μπορέσει να φέρει αυτούς τους πολίτες στην κάλπη.
Γι' αυτό και η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δύσκολα θα κερδηθεί από εκείνον που θα υποσχεθεί τα περισσότερα ή θα φωνάξει δυνατότερα. Θα κερδηθεί από εκείνον που έχει κατανοήσει τη μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας και θα πείσει ότι μπορεί να δώσει λύσεις στα πραγματικά της προβλήματα.
Ο νέος χάρτης του Έλληνα ψηφοφόρου δεν σχεδιάζεται πλέον με βάση τις κομματικές ταυτότητες, αλλά με βάση την εμπειρία της καθημερινότητας. Όποιος συνεχίσει να διαβάζει τη συγκυρία με τον χάρτη του χθες, είναι βέβαιο ότι θα χάσει στις εκλογές του αύριο.
