Κίνα: Δίνει «ανάσα» στα ανεξάρτητα διυλιστήρια επιτρέποντας μειώσεις παραγωγής
shutterstock
shutterstock

Κίνα: Δίνει «ανάσα» στα ανεξάρτητα διυλιστήρια επιτρέποντας μειώσεις παραγωγής

Η κινεζική κυβέρνηση χαλάρωσε τους περιορισμούς που είχε επιβάλει στα ανεξάρτητα διυλιστήρια πετρελαίου, επιτρέποντας σε ορισμένες μονάδες να μειώσουν την παραγωγή τους από τον Ιούνιο, σε μια ένδειξη ότι το Πεκίνο θεωρεί πως μπορεί πλέον να ανταπεξέλθει στις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Σύμφωνα με πηγές της αγοράς και συμβουλευτικές εταιρείες, ορισμένα ανεξάρτητα διυλιστήρια στην επαρχία Σαντόνγκ – γνωστά ως «teapots» – ενημερώθηκαν από την National Development and Reform Commission ότι μπορούν να περιορίσουν τη λειτουργία τους έως το 80% του μέσου μηνιαίου επιπέδου παραγωγής του προηγούμενου έτους.

Η απόφαση σηματοδοτεί χαλάρωση προηγούμενης οδηγίας, βάσει της οποίας τα διυλιστήρια υποχρεώνονταν να διατηρούν την παραγωγή τους στα επίπεδα του μέσου όρου της τελευταίας διετίας, ώστε να διασφαλιστεί η επάρκεια καυσίμων εν μέσω των αναταράξεων που προκάλεσε ο πόλεμος με επίκεντρο το Ιράν.

Η πολιτική αυτή είχε επιβαρύνει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων, καθώς οι εγχώριες τιμές καυσίμων παρέμεναν ελεγχόμενες, ενώ το κόστος εισαγωγής αργού πετρελαίου αυξανόταν. Ήδη από τον Μάιο αρκετές μονάδες είχαν αρχίσει να περιορίζουν τη λειτουργία τους λόγω των αυξανόμενων ζημιών.

Παρά τη νέα ευελιξία, οι εκπρόσωποι του κλάδου επισημαίνουν ότι οι υποχρεώσεις παραγωγής εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό βάρος. Όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, πολλά διυλιστήρια εξακολουθούν να χάνουν χρήματα για κάθε βαρέλι που επεξεργάζονται και θα προτιμούσαν ακόμη και την πλήρη αναστολή λειτουργίας τους.

Σύμφωνα με τη συμβουλευτική εταιρεία OilChem, τα ανεξάρτητα διυλιστήρια της Σαντόνγκ παρήγαγαν τον Μάιο περίπου το 16% της βενζίνης και το 25% του ντίζελ της Κίνας. Ωστόσο, η προσφορά των δύο καυσίμων θεωρείται πλέον επαρκής, καθώς οι περιορισμοί στις εξαγωγές και η ταχεία διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων έχουν περιορίσει σημαντικά τη ζήτηση.

Η ίδια εταιρεία εκτιμά ότι τα διυλιστήρια της περιοχής καταγράφουν μέση ζημία 752 γουάν (περίπου 111 δολάρια) ανά τόνο εισαγόμενου αργού που επεξεργάζονται, έναντι ζημίας 202 γουάν τον Απρίλιο, λόγω της αύξησης του κόστους πρώτης ύλης και της υποτονικής εγχώριας κατανάλωσης καυσίμων.

Πριν από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από το στρατηγικής σημασίας πέρασμα διακινούνταν περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).