Τι θέλουμε: Περιφερειακή δύναμη ή «μικρά πλην έντιμος» Ελλάς;

Τι θέλουμε: Περιφερειακή δύναμη ή «μικρά πλην έντιμος» Ελλάς;

Το ερώτημα ακούγεται βαρύ για μια χώρα που έχει συνηθίσει να περιγράφει τον εαυτό της ως μονίμως απειλούμενη, μονίμως εκτεθειμένη στις αποφάσεις ισχυρότερων, και μονίμως αδικημένη. Κι όμως, η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε χώρο αυξημένης γεωπολιτικής σημασίας. Η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια, η Κύπρος, η Μέση Ανατολή, η Μαύρη Θάλασσα, οι ενεργειακοί διάδρομοι, τα λιμάνια, οι αμυντικές συμφωνίες και οι νέες τεχνολογίες ασφαλείας την έχουν μετακινήσει από την περιφέρεια της ευρωπαϊκής πολιτικής σε μια ζώνη στρατηγικής πυκνότητας. Τώρα το ζήτημα είναι εάν η χώρα θέλει να παίξει αυτόν τον ρόλο ψυχή τε σώματι ή αν προτιμά το παλιό καταφύγιο της «μικράς πλην εντίμου» Ελλάδος: της χώρας δηλαδή που διατηρεί την ηθική της αυτοεικόνα, αλλά αποφεύγει το βάρος της ισχύος.

Το ερώτημα είναι απολύτως πραγματικό και ζωτικής σημασίας καθώς στην ελληνική δημόσια ζωή έχει διαμορφωθεί μια παράδοξη αντίφαση. Πολλοί ζητούν ασφάλεια, κύρος, προστασία συνόρων, αποτροπή, σεβασμό από συμμάχους και ενεργό ρόλο στην περιοχή. Ταυτόχρονα, όμως, οι περισσότεροι από αυτούς αντιμετωπίζει με δυσφορία όλα τα μέσα που καθιστούν αυτά δυνατά: συμμαχίες, βάσεις, εξοπλισμούς, αμυντικές συμφωνίες, στρατηγική σύγκλιση με τις ΗΠΑ, την Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Κύπρο και, δευτερευόντως, την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θέλουμε τα αποτελέσματα της ισχύος, αλλά συχνά αποστρεφόμαστε την πειθαρχία και το σθένος που απαιτεί η παραγωγή της. Με λίγα λόγια, προτιμούμε την έντιμη μικρότητα από την απαιτητική ισχύ.

Εδώ εμφανίζεται η «καταγγέλλουσα» Ελλάδα. Είναι η Ελλάδα που αισθάνεται πιο άνετα όταν καταγγέλλει παρά όταν σχεδιάζει. Που προτιμά το ηθικό πλεονέκτημα του αδικημένου αντί να αναλάβει το βάρος του δρώντος. Που αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική ως σκηνή εσωτερικής ιδεολογικής αυτοεπιβεβαίωσης. Που συγκινείται περισσότερο από την ρητορική της αντίστασης παρά από την ανιαρή, δύσκολη και μακρόχρονη εργασία της θεσμικής ισχύος. Είναι η σύγχρονη εκδοχή της «μικράς πλην εντίμου» αυτοπαρηγορίας των αρχών του προηγούμενου αιώνα: λίγη ισχύς, πολλή ηθική δικαίωση.

Σε αυτό το σημείο συναντώνται δύο κατά τα άλλα αντίπαλοι κόσμοι: η ρωσόφιλη δεξιά και η αντιδραστική αριστερά. Η πρώτη βλέπει στη Ρωσία ένα είδος Ορθόδοξου, αντιφιλελεύθερου, αντιδυτικού αντιβάρου. Η δεύτερη βλέπει κάθε δυτική στρατηγική δομή ως μηχανισμό ιμπεριαλισμού και εξάρτησης. Άλλη γλώσσα, άλλη μυθολογία, άλλη ιστορική μνήμη· όμως παρόμοιο πολιτικό αποτέλεσμα. Και οι δύο τροφοδοτούν την ιδέα μιας Ελλάδας αποστασιοποιημένης από τις βασικές δυτικές αρχιτεκτονικές ισχύος, καχύποπτης απέναντι στις συμμαχίες της και διαρκώς έτοιμης να καταγγείλει το περιβάλλον μέσα στο οποίο η ίδια είναι αναγκασμένη να επιβιώνει.

Η ρωσόφιλη δεξιά δεν αντιμετωπίζει την Ρωσία ως κανονικό κράτος με σκληρά συμφέροντα, αυταρχική εσωτερική δομή και αναθεωρητική-αυτοκρατορική εξωτερική πολιτική. Την μετατρέπει σε σύμβολο: σε φαντασιακό προστάτη απέναντι στην φιλελεύθερη Δύση, στα δικαιώματα, στην εκκοσμίκευση και στην Ευρώπη της θεσμικής λογοδοσίας. Η Ρωσία γίνεται έτσι λιγότερο γεωπολιτική πραγματικότητα και περισσότερο ψυχικό καταφύγιο. Βέβαια, η προσκόλληση αυτή παραβλέπει ότι η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, θαλάσσια δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου, κράτος που αντιμετωπίζει αναθεωρητική πίεση από την Τουρκία και χρειάζεται αξιόπιστη δυτική ενσωμάτωση για να πολλαπλασιάσει την ισχύ της.

Η αντιδραστική αριστερά -δηλαδή σχεδόν το σύνολο της αριστεράς- από την άλλη πλευρά, εγκλωβίζεται στη δική της τελετουργία. Οι λέξεις είναι γνώριμες: βάσεις, ιμπεριαλισμός, λαοί, ειρήνη, αποδέσμευση, υποτέλεια. Κάθε αμυντική συμφωνία αντιμετωπίζεται ως ένδειξη εξάρτησης. Κάθε στρατηγική συνεργασία ως παραχώρηση κυριαρχίας. Κάθε δυτική εμπλοκή ως ύποπτη. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική γλώσσα που υπόσχεται ανεξαρτησία, αλλά οδηγεί σε στρατηγική γύμνια. Διότι η ανεξαρτησία στον σημερινό κόσμο δεν προκύπτει από την απομάκρυνση από τα δίκτυα ισχύος, αλλά προκύπτει από την ικανότητα αξιοποίησής τους.

Αυτό δυσκολεύεται να αποδεχθεί η Ελλάδα της «μικράς πλην εντίμου» αυτοεικόνας. Συγχέει την αυτονομία με την απόσταση. Νομίζει ότι όσο λιγότερο συνδεδεμένη είναι η χώρα, τόσο περισσότερο κυρίαρχη γίνεται. Στην πραγματικότητα, μια χώρα του μεγέθους και της γεωγραφίας της Ελλάδας αυξάνει την κυριαρχία της όταν ενισχύει τη διαπραγματευτική της αξία μέσα από συμμαχίες, υποδομές, τεχνολογικές δυνατότητες, αμυντική διαλειτουργικότητα, ενεργειακά δίκτυα και θεσμική αξιοπιστία. Η μοναχική στάση συχνά είναι απλώς ανημπόρια με υψηλό ηθικό λεξιλόγιο.

Η λογική αυτή διαπερνά μεγάλο μέρος της αντιπολιτευτικής ρητορικής και αγγίζει βαθύτερα κοινωνικά αντανακλαστικά. Η ισχυρή Ελλάδα αντιμετωπίζεται συχνά με αμηχανία. Η Ελλάδα των συμμαχιών παρουσιάζεται ως εξαρτημένη. Η Ελλάδα της αποτροπής ως επιθετική. Η Ελλάδα των βάσεων ως υποτελής. Αντιθέτως, η Ελλάδα της καταγγελίας εμφανίζεται ηθικά καθαρή. Μπορεί να μην παράγει ασφάλεια, αλλά παράγει αυτοεπιβεβαίωση. Μπορεί να μην μεταβάλλει συσχετισμούς, αλλά προσφέρει παρηγοριά. Είναι η παρηγοριά της μικρότητας που βαφτίζεται αρετή: Σφάξε με Αγά μου ν’ αγιάσω σε πιο σύγχρονη μορφή.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το κλειδί: η Ελλάδα μπορεί να γίνει περιφερειακή υπερδύναμη μόνον αν αλλάξει αυτοαντίληψη. Η μεταβολή δεν αρχίζει από τα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά από το πώς η κοινωνία φαντάζεται τον εαυτό της. Αν συνεχίσει να βλέπει την ισχύ ως ενοχή, τις συμμαχίες ως υποτέλεια, την αποτροπή ως πρόκληση, και την Δύση ως αναγκαίο κακό, θα παραμένει ισχυρότερη στα χαρτιά από ό,τι στην πράξη. Αν όμως αρχίσει να βλέπει τη θέση της ως στρατηγικό κεφάλαιο, τις συμμαχίες της ως πολλαπλασιαστή κυριαρχίας, την τεχνολογία ως εργαλείο αυτονομίας και τη θεσμική σοβαρότητα ως μορφή εθνικής ισχύος, τότε το μέγεθός της παύει να είναι όριο και γίνεται οργανώσιμο πλεονέκτημα.

Η αλλαγή αυτοαντίληψης σημαίνει μετάβαση από την ψυχολογία της μικρής πλην εντίμου χώρας στην κουλτούρα του κόμβου. Η μικρή χώρα ζητά προστασία - ο κόμβος προσφέρει αξία. Η μικρή χώρα φοβάται μήπως χρησιμοποιηθεί - ο κόμβος φροντίζει να είναι τόσο χρήσιμος, ώστε κανείς να μη μπορεί εύκολα να τον παρακάμψει. Η μικρή χώρα μετρά τις απειλές της - ο κόμβος μετρά τις συνδέσεις του. Η μικρή χώρα περιμένει κρίσεις - ο κόμβος δημιουργεί συστήματα πρόληψης, επιτήρησης, αποτροπής, διπλωματικής διαμεσολάβησης και τεχνολογικής ισχύος.

Αν η Ελλάδα δει τον εαυτό της ως κόμβο, τότε η γεωγραφία της αλλάζει νόημα. Το Αιγαίο δεν θα είναι πια μόνον χώρος άμυνας, αλλά θαλάσσιο δίκτυο επιτήρησης, μεταφορών, ενέργειας και αποτροπής. Η Κύπρος δεν θα είναι περιοδική εθνική ενοχή, αλλά στρατηγικό βάθος του ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αλεξανδρούπολη δεν θα είναι απλώς λιμάνι, αλλά πύλη προς τα Βαλκάνια, την Μαύρη Θάλασσα και την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης. Η Κρήτη δεν είναι μόνο τουριστικός χώρος, αλλά αεροναυτικός κόμβος πρώτης γραμμής. Ενώ η διασπορά δεν θα είναι νοσταλγική κοινότητα, αλλά δίκτυο επιρροής, γνώσης και οικονομικής πρόσβασης.

Η περιφερειακή ισχύς, με άλλα λόγια, απαιτεί μια άλλη πολιτική κουλτούρα. Απαιτεί αποδοχή ότι οι συμμαχίες έχουν κόστος αλλά παράγουν βάθος. Ότι οι βάσεις μπορούν να γίνουν εργαλεία διαπραγματευτικής αξίας. Ότι οι εξοπλισμοί χωρίς βιομηχανική και τεχνολογική βάση παραμένουν ημιτελείς. Ότι η συμμετοχή στη Δύση δεν σημαίνει απώλεια εθνικής ταυτότητας, αλλά πρόσβαση στο μόνο σύστημα θεσμών, ασφάλειας και οικονομικής ισχύος μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να αναπτυχθεί ως δημοκρατικό κράτος.

Η αλλαγή αυτοαντίληψης πρέπει να γίνει και θεσμική πράξη. Χρειάζεται κράτος που σχεδιάζει πέρα από την τετραετία, αμυντική βιομηχανία που συμπαράγει αντί απλώς να αγοράζει, πανεπιστήμια που συνδέονται με τεχνολογία και ασφάλεια, διπλωματία που λειτουργεί ως δίκτυο επιρροής και δημόσια διοίκηση που αντιλαμβάνεται την ταχύτητα ως παράγοντα ισχύος. Η περιφερειακή υπερδύναμη δεν είναι χώρα που διαθέτει μόνον ισχυρό στρατό. Είναι χώρα που μπορεί να συντονίσει στρατό, οικονομία, γνώση, υποδομές, ενέργεια, πληροφορίες και πολιτισμική αυτοπεποίθηση.

Το κρίσιμο σημείο σε αυτή την αλλαγή αυτοαντίληψης είναι να πάψει η χώρα να αντιλαμβάνεται τις συμμαχίες ως συναισθηματική σχέση. Οι σύμμαχοι δεν είναι καρδιακοί φίλοι. Είναι ορθολογικοί δρώντες με συμφέροντα. Η Ελλάδα οφείλει να γίνει τόσο χρήσιμη, τόσο αξιόπιστη και τόσο καλά οργανωμένη, ώστε η στήριξή της να αποτελεί συμφέρον των άλλων. Αυτή είναι η μόνη σοβαρή μορφή εθνικής αυτονομίας: η παραγωγή αναγκαιότητας. Να σε χρειάζονται επειδή προσφέρεις ασφάλεια, σταθερότητα, υποδομές, γνώση περιοχής, στρατιωτική αξιοπιστία, ενεργειακή πρόσβαση και θεσμική συνέχεια.

Η καταγγέλουσα Ελλάδα προτιμά να είναι αδικημένη. Η ισχυρή Ελλάδα πρέπει να γίνει αναγκαία. Η πρώτη ζητά αναγνώριση επειδή έχει δίκιο. Η δεύτερη αποκτά αναγνώριση επειδή διαθέτει μέσα. Η πρώτη μιλά διαρκώς για προδοσίες. Η δεύτερη μειώνει τις πιθανότητες να εγκαταλειφθεί, επειδή αυξάνει το κόστος της εγκατάλειψής της.

Το ερώτημα, λοιπόν, αφορά την ίδια την ελληνική αυτοαντίληψη. Θέλουμε μια Ελλάδα που θα στέκεται στο κέντρο των συμμαχιών της και θα τις χρησιμοποιεί για να αυξήσει την κυριαρχία της; Ή μια Ελλάδα που θα περιφέρεται ανάμεσα στη ρωσοφιλική νοσταλγία, τον αντιδυτικό θυμό, τον αριστερό αντιιμπεριαλιστικό αυτοματισμό και τη μικροελλαδική καχυποψία;

Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο εικόνες του εαυτού της. Η μία είναι η Ελλάδα της «μικράς πλην εντίμου» αυτάρκειας: καχύποπτη, θυμωμένη, αντιδυτική, αυτάρεσκα αδύναμη, έτοιμη να εξηγήσει κάθε αδυναμία της ως αποτέλεσμα ηθικής ανωτερότητας και ξένης επιβουλής. Η άλλη είναι η Ελλάδα της στρατηγικής παρουσίας: δυτική, δημοκρατική, αμυντικά σοβαρή, τεχνολογικά φιλόδοξη, θεσμικά αξιόπιστη, ικανή να παράγει σταθερότητα στην περιοχή της.

Η πρώτη μπορεί να καταγγέλλει επ’ άπειρον. Η δεύτερη μπορεί να αποκτήσει ισχύ. Και η διαφορά ανάμεσά τους αρχίζει πριν από τα όπλα, πριν από τις συμφωνίες, πριν από τις βάσεις και τους χάρτες. Αρχίζει από την απόφαση να πάψουμε να σκεφτόμαστε ως μικρά πλην έντιμη χώρα που ζητά προστασία και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ως χώρα που παράγει στρατηγική αξία. Είναι δυνατόν να γίνει αυτό όταν η πλειοψηφία του λαού και η αντιπολίτευση στο σύνολό της βρίσκονται στην αντιπέρα όχθη; 


* O Μανούσος Μαραγκουδάκης είναι Καθηγητής της Κοινωνιολογίας του Πολιτισμού, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.