Σκηνικό αποκλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή με θολό ορίζοντα
Shutterstock
Shutterstock

Σκηνικό αποκλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή με θολό ορίζοντα

Η Ουάσινγκτον θέλει ανοιχτό το Ορμούζ, η Τεχεράνη χρόνο για το πυρηνικό ζήτημα. Η συμφωνία-γέφυρα Τραμπ με το Ιράν, εφόσον τελικά «κλειδώσει» στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις, έχει στόχο να σημάνει τον απεγκλωβισμό της παγκόσμιας ναυτιλίας και επιχειρεί πρωτίστως να αποτρέψει μία περαιτέρω ενεργειακή και οικονομική κρίση, μεταθέτοντας όμως για αργότερα τα ζητήματα που θα καθορίσουν αν μπορεί να υπάρξει πραγματική συμφωνία: το πυρηνικό πρόγραμμα, το εμπλουτισμένο ουράνιο, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, οι κυρώσεις και το περιφερειακό αποτύπωμα του Ιράν. 

Το υπό διαμόρφωση μνημόνιο κατανόησης, το οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ έχει παρουσιάσει ήδη ως πιθανή «μεγάλη συμφωνία», απέχει πολύ από μία συνολική διευθέτηση και την «άνευ όρων παράδοση» του Ιράν με την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος διακήρυττε έντεκα εβδομάδες πριν ότι θα έληγε ο πόλεμος. Περισσότερο θυμίζει έναν μηχανισμό έκτακτης ανάγκης, με βασικό στόχο να επαναλειτουργήσει η κρίσιμη ενεργειακή αρτηρία των Στενών του Ορμούζ και να εκτονωθεί κατά το δυνατόν οι πίεση στις αγορές και τις οικονομίες διεθνώς καθώς και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με φόντο τις ενδιάμεσες του Νοεμβρίου. Για τους Ιρανούς, η συμφωνία που ακόμη δεν είναι συμφωνία έρχεται με την οικονομία τους στο χείλος του γκρεμού.

Το ζήτημα είναι ότι, πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις περί προόδου, επικρατεί μονίμως ένα θολό τοπίο. Συγκεχυμένα τα μηνύματα από την Τεχεράνη, εξίσου συγκεχυμένα από τον Ντόναλντ Τραμπ ως προς το βαθμό της προόδου που έχει ή δεν έχει συντελεστεί. Η μόνη «συμφωνία» μέχρι στιγμής είναι ότι αμφότερες Ουάσινγκτον και Τεχεράνη μετριάζουν τις προσδοκίες ότι επίκεινται γρήγορα υπογραφές. Αντιστρέφοντας ένα κλίμα άμεσων εξελίξεων που είχε καλλιεργηθεί, ο Τραμπ δήλωσε χθες πως οι Αμερικανοί διαπραγματευτές δεν «βιάζονται» και επανέλαβε την προειδοποίηση για ισχυρότερα πλήγματα εάν οι συνομιλίες δεν καρποφορήσουν. Για «κάποιο βαθμό κατανόησης» σε αρκετά ζητήματα έκανε λόγο από πλευράς του ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαΐ, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι συμφωνία δεν επίκειται άμεσα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος επιτίθεται παράλληλα μέσα από συνεχείς αναρτήσεις στο Truth Social σε Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές και παραδοσιακά «γεράκια» έναντι του Ιράν που τον εγκαλούν για υποχωρητικότητα όσον αφορά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, λέγοντας ότι εγκαταλείπει τους αρχικούς πολεμικούς στόχους και μεταθέτει τα πιο δύσκολα ζητήματα για μετά χωρίς επαρκείς εγγυήσεις. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ, επικεφαλής της ισχυρής Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, έκανε λόγο για «καταστροφική» προοπτική εάν οι ΗΠΑ βασιστούν στην καλή πίστη της Τεχεράνης. Στο ίδιο μήκος κύματος το έτερο «γεράκι» των Ρεπουμπλικανών Λίνζι Γκρέιαμ - αλλά και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών επί πρώτης θητείας Τραμπ Μάικ Πομπέο.

Ο ίδιος ο Τραμπ μιλά για μία τελική συμφωνία που είτε θα είναι «μεγάλη και ουσιαστική» είτε «δεν θα υπάρξει καθόλου». Επιμένει ότι δεν θα έχει καμία σχέση με την JCPOA της προεδρίας Ομπάμα (από την οποία και απέσυρε τις ΗΠΑ το 2018), την οποία χαρακτηρίζει εκ νέου «καταστροφική»· επαναλαμβάνει ότι το νέο πλαίσιο θα είναι «το ακριβώς αντίθετο» και αναγνωρίζει την ίδια στιγμή πως οι ΗΠΑ δεν έχουν εισέλθει στον πυρήνα της διαπραγμάτευσης. Εξ αρχής ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι η «δική» του συμφωνία θα υπερέχει αυτής επί Ομπάμα -για την οποία απαιτήθηκαν δύο έτη διαπραγμάτευσης- αλλά είναι άγνωστο πώς ακριβώς αυτό θα επιτευχθεί. 

Η εικόνα περιπλέκεται περισσότερο: Ο Τραμπ ανεβάζει τον πολιτικό πήχυ της διαπραγμάτευσης, εντάσσοντας στο «κάδρο» του μνημονίου και τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Με το βλέμμα κυρίως σε Σαουδική Αραβία και Κατάρ για δεύτερη φορά επιχειρεί να συνδέσει την υπό διαπραγμάτευση προκαταρκτική συμφωνία με εξομάλυνση των σχέσεών τους με το Ισραήλ. Σε μακροσκελή χθεσινή ανάρτησή του ανέφερε ότι η Σαουδική Αραβία, Κατάρ και Πακιστάν πρέπει να ακολουθήσουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν, καθώς και η Αίγυπτος, η Ιορδανία και η Τουρκία, που διατηρούν όλες σχέσεις εδώ και δεκαετίες με το Ισραήλ. Ο Τραμπ γράφει στην ανάρτησή του ότι «μετά από όλες τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες για να συνθέσουν αυτό το εξαιρετικά περίπλοκο παζλ, θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικό για όλες αυτές τις χώρες να υπογράψουν, τουλάχιστον, ταυτόχρονα, τις Συμφωνίες του Αβραάμ». Παρουσίασε μια τέτοια εξέλιξη ως προϋπόθεση ώστε η συμφωνία να εξελιχθεί σε «πολύ πιο ιστορικό γεγονός».

Αργότερα Αμερικανός αξιωματούχος ανέλαβε να διευκρινίσει, μιλώντας υπό καθεστώς ανωνυμίας, ότι δεν πρόκειται περί απαίτησης ή όρου αλλά ενθάρρυνσης και ο Τραμπ αναφέρθηκε στο ζήτημα «εν παρόδω» σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε την Κυριακή με περιφερειακούς ηγέτες. Από πλευράς Ριάντ, κυβερνητικές πηγές είχαν ήδη επαναλάβει την πάγια θέση ότι η χώρα θα ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ μόνο εφόσον υπάρχει σαφής και αμετάκλητη πορεία προς την εγκαθίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.

Το βασικό περίγραμμα της υπό συζήτηση συμφωνίας περιλαμβάνει, βάσει των όσων έχουν γίνει γνωστά, παράταση της εκεχειρίας για 60 ημέρες, επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ χωρίς επιβολή διοδίων ή περιορισμών στη ναυσιπλοΐα και επανέναρξη διαπραγματεύσεων για τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, η Τεχεράνη θα αναλάμβανε να απομακρύνει τις νάρκες που φέρεται να έχει αναπτύξει στην περιοχή και να μην επιβάλει τέλη διέλευσης στα πλοία. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ θα χαλάρωναν τον ναυτικό αποκλεισμό που έχουν επιβάλει στα ιρανικά λιμάνια από τις 13 Απριλίου. 

Η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται διατεθειμένη να μεταθέσει για αργότερα τις πλέον σύνθετες πτυχές της διαπραγμάτευσης, επιλέγοντας να εξασφαλίσει πρώτα την επαναλειτουργία της κρίσιμης θαλάσσιας οδού Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάρκο Ρούμπιο επιβεβαίωσε ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει μία «πλήρως ανοιχτή» λειτουργία των Στενών του Ορμούζ «χωρίς διόδια», αν και ιρανικά μέσα ενημέρωσης επιμένουν ότι τα Στενά θα παραμείνουν υπό ιρανικό έλεγχο, γεγονός που αποτυπώνει και το εύρος των εκκρεμοτήτων που εξακολουθούν να υπάρχουν. 

Όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ανοιχτά. Και κυρίως το πλέον κρίσιμο: τι θα γίνει με τα απόθεματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου στις βομβαρδισμένες υπόγειες εγκαταστάσεις του Ισφαχάν. Εδώ οι πληροφορίες αποκλίνουν. Αμερικανικές διαρροές αναφέρουν ότι η Τεχεράνη θα παραδώσει τα αποθέματα. Ιρανοί αξιωματούχοι, αντιθέτως, επισήμως το διαψεύδουν ενόσω συνεχίζουν το ιρανικό καθεστώς και οι Φρουροί της Επανάστασης τη διαρκή εκστρατεία προπαγάνδας. Αραβόφωνα μέσα μεταδίδουν ότι στο «τραπέζι» βρίσκεται το ενδεχόμενο μεταφοράς μέρους του ουρανίου στην Κίνα, με την Τεχεράνη να φέρεται να ζητά «εγγυήσεις» από το Πεκίνο πριν προχωρήσει στην όποια συμφωνία με την Ουάσινγκτον. Δεν υπάρχει ακόμη καμία ξεκάθαρη απάντηση για το πώς θα μπορούσε να απομακρυνθεί αυτό το υλικό, πού θα μεταφερθεί και ποιος θα επιβλέπει τη διαδικασία. Ο αρχηγός του στρατού του Πακιστάν Ασίμ Μουνίρ, που έχει κομβικό ρόλο στη διαμεσολάβηση, επισκέφθηκε πάντως μετά την Τεχεράνη το Πεκίνο μαζί με τον πρωθυπουργό Σεχμπάζ Σαρίφ για συνομιλίες με την κινεζική ηγεσία.

Το ίδιο θολό παραμένει και το ζήτημα των κυρώσεων. Οι ΗΠΑ εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε άμεση άρση, παρότι υπάρχουν ενδείξεις ότι εξετάζεται αποδέσμευση μέρους των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων. Η αμερικανική πλευρά συνδέει ευθέως οποιαδήποτε οικονομική χαλάρωση με συγκεκριμένες κινήσεις της Τεχεράνης στο ζήτημα του εμπλουτισμένου ουρανίου.

Σε αυτό το περιβάλλον, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε χθες στη Ντόχα, όπου μετέβησαν ο επικεφαλής διαπραγματευτής του Ιράν Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ -που επανεξελέγη την Κυριακή πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου- και ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί για συνομιλίες με τον πρωθυπουργό του Κατάρ. Οι συνομιλίες επικεντρώνονται ακριβώς σε αυτά τα δύο κομβικά ζητήματα: το καθεστώς των Στενών και την τύχη του υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου. Στην ιρανική αντιπροσωπεία συμμετέχει και ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας, καθώς οι συνομιλίες επεκτείνονται και στο ενδεχόμενο αποδέσμευσης «παγωμένων» ιρανικών κεφαλαίων στο πλαίσιο μίας τελικής συμφωνίας. 

Πέραν αυτών, εκτός συζήτησης έχει βγει το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, ζήτημα καίριας σημασίας για το Ισραήλ, το οποίο και κρατά μεγάλη επιφύλαξη για το υπό διαμόρφωση πλαίσιο. Όπως και η εξαγωγή τρομοκρατίας της Τεχεράνης διά των πληρεξουσίων της, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο ή οι Χούθι στην Υεμένη. Πρόκειται για ζητήματα που οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επανειλημμένα δηλώσει ότι θεωρούν κρίσιμα, αλλά τα οποία φαίνεται να μετατίθενται για μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις - και αν.