Πόλωση, πόλεμος με το Ιράν, πληθωρισμός. Κόπωση των ψηφοφόρων και κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Το περίφημο gerrymandering και η μάχη χαρακωμάτων Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών για τους χάρτες των εκλογικών περιφερειών. Έξι μήνες πριν από τις κάλπες που θα στηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα της θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, η εικόνα παραπέμπει σε ένα «μπλε κύμα» στο Κογκρέσο με την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων και ίσως και της Γερουσίας, αν και η ορμή του είναι αμφίβολο εάν θα φθάσει έως εκεί.
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου δεν προμηνύονται ως μία ακόμη τυπική αναμέτρηση ανάμεσα σε Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς ούτε «απλά» θα επιφέρουν, εφόσον αυτό συμβεί, την παραδοσιακή «τιμωρία» ενός προέδρου που φθάνει στις midterms με φθορά. Στις κάλπες θα κριθούν και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, 33 από τις 100 έδρες της Γερουσίας, 36 θέσεις κυβερνητών και πολιτειακά νομοθετικά σώματα. Στην πράξη όμως θα κριθεί κάτι βαθύτερο: εάν ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί πολιτική νομιμοποίηση στα μέσα μίας θυελλώδους θητείας. Η πραγματική μάχη αφορά τον έλεγχο της ατζέντας στην Ουάσινγκτον και τα όρια της εξουσίας του προέδρου.
Πρόκειται για ένα δημοψήφισμα για τον Τραμπ, την οικονομία, για την εξωτερική πολιτική, την ποιότητα των θεσμών και τελικά για το αν το αμερικανικό σύστημα παραμένει ικανό να αυτοδιορθώνεται. Και σαφώς μένει να διαφανεί εάν οι Δημοκρατικοί -που ακόμη δεν έχουν «διυλίσει] τη βαριά ήττα του 2024 και πάσχουν σε επίπεδο ηγεσίας, ιδεολογικής συνοχής και ταυτότητας- μπορούν να ανασυνταχθούν.
Είναι σχεδόν νόμος της φύσης όσον αφορά τις ενδιάμεσες εκλογές ότι το κόμμα που βρίσκεται στον Λευκό Οίκο χάνει δύναμη. Αυτό συνέβη επανειλημμένα τις τελευταίες δεκαετίες, από τον Ομπάμα έως τον Μπάιντεν. Για τον Τραμπ, όμως, οι συνθήκες είναι πιο σύνθετες ακριβώς εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του ίδιου του φαινομένου Τραμπ. Ο ίδιος κινητοποιεί εξίσου έντονα υποστηρικτές και αντιπάλους.
Η στρατηγική του επιτελείου του Λευκού Οίκου είναι να μετατρέψει τις εκλογές από κρίση-δημοψήφισμα για τον έναν πρόεδρο με αρνητική δημοτικότητα σε κρίση των Δημοκρατικών για τους οποίους οι δημοσκοπήσεις σταθερά υποδεικνύουν πως επωφελούνται κυρίως από την εναντίωση στον Τραμπ και όχι γιατί οι ψηφοφόροι πιστεύουν πως οι δικές τους πολιτικές θα ήταν καλύτερες. Δεν είναι νέα τακτική· σχεδόν κάθε κυβέρνηση που εισέρχεται σε δύσκολες ενδιάμεσες εκλογές επιχειρεί να στρέψει τη συζήτηση στην αδυναμία της άλλης πλευράς. Πρόκειται όμως περισσότερο για άμυνα και προσπάθεια περιορισμού απωλειών παρά για στρατηγική νίκης, όπως σημειώνουν πολιτικοί αναλυτές στην Ουάσινγκτον.
Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, αναζητούν, και ακόμη δεν φαίνεται να βρίσκουν, τη σωστή ισορροπία. Ένα μέρος του κόμματος προκρίνει τη μετωπική επίθεση στον Τραμπ -ακόμη και συζήτηση για αποπομπή ή ανικανότητα-, εκτιμώντας ότι παραμένει το ισχυρότερο κίνητρο για την προσέλευση των ψηφοφόρων. Άλλοι προειδοποιούν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος τρέφεται πολιτικά από τη σύγκρουση. Εκτιμούν πως η οικονομία είναι το πιο αποτελεσματικό «όπλο» και θέλουν μείνει το κόμμα στα «kitchen table issues»: ακρίβεια, περίθαλψη, ασφάλιση, κόστος στέγασης, μισθοί.
Οι Ρεπουμπλικανοί θα επιμείνουν στη μετανάστευση, στην ασφάλεια, στη σύγκρουση με τις ελίτ και στον πατριωτικό λόγο. Ο ίδιος ο Τραμπ στο γνώριμο μοτίβο θα μιλήσει για «βαθύ κράτος» και εχθρικά μέσα ενημέρωσης. Ήδη στη ρητορική του οι Δημοκρατικοί είναι ο «εσωτερικός εχθρός». Εκείνοι από πλευράς τους θα προσπαθήσουν να κρατήσουν στο προσκήνιο την ακρίβεια, τα κοινωνικά δικαιώματα, την υγεία και τη θεσμική φθορά που καταγγέλλουν ότι συνοδεύει τον τραμπισμό. Το αποτέλεσμα θα κριθεί σε λίγες δεκάδες αμφίρροπες περιφέρειες και στις μετακινήσεις ανεξάρτητων ψηφοφόρων στα προάστια.
Σε αυτό το ήδη ηλεκτρισμένο περιβάλλον έχει προστεθεί ο πόλεμος στο Ιράν, που επηρεάζει τα πάντα: τιμές καυσίμων, αίσθημα ασφάλειας, δημοσιονομικές προτεραιότητες, αντοχή. Καμία αμερικανική κυβέρνηση δεν βγαίνει αλώβητη όταν μια εξωτερική κρίση περνά στην τσέπη των πολιτών. Όσο περισσότερο η κρίση με το Ιράν μεταφράζεται σε ακριβότερη βενζίνη και αβεβαιότητα στις αγορές, τόσο η πίεση θα μεταφέρεται στους υποψηφίους των Ρεπουμπλικανών.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων είναι το πιο ευάλωτο σημείο για τους Ρεπουμπλικανούς. Αν οι Δημοκρατικοί διατηρήσουν προβάδισμα 4-5 μονάδων σε εθνικό επίπεδο -ο μέσος όρος του Real Clear Politics τους δίνει αυτή τη στιγμή ποσοστό 48,5% έναντι 42,8% των Ρεπουμπλικανών-, η ανάκτηση της Βουλής είναι απολύτως εφικτή. Αυτό θα σήμαινε μπλοκάρισμα της νομοθετικής ατζέντας του προέδρου, ελέγχους, έρευνες, ακροάσεις, και διαρκή κοινοβουλευτική πίεση μέχρι το 2028. Η τελευταία στατιστική πρόβλεψη του Economist δίνει στους Δημοκρατικούς 95% πιθανότητα να αποσπάσουν τον έλεγχο της Βουλής.
Η Γερουσία παραμένει σαφώς δυσκολότερη εξίσωση για τους Δημοκρατικούς, καθώς ξεκινούν από μειονεκτική αφετηρία -47 έδρες έναντι 53 των Ρεπουμπλικανών- και, παρά το γεγονός ότι ο εκλογικός χάρτης υποχρεώνει το GOP να υπερασπιστεί περισσότερες έδρες, πολλές από αυτές βρίσκονται σε βαθιά συντηρητικές πολιτείες που είχαν στηρίξει τον Τραμπ με μεγάλη διαφορά το 2024 και όπου η ανατροπή είναι εκ των πραγμάτων δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά, η επιδείνωση του πολιτικού κλίματος για τους Ρεπουμπλικανούς έχει καταστήσει ανταγωνιστικές μια σειρά από κρίσιμες αναμετρήσεις, με τη Βόρεια Καρολίνα και το Μέιν να ξεχωρίζουν, ενώ το Οχάιο, η Αλάσκα και η Αϊόβα ενδέχεται επίσης να μπουν στο «παιχνίδι».
Σε αντίθεση με τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου ένα μη συντριπτικό προβάδισμα σε εθνικό επίπεδο μπορεί να αποδειχθεί αρκετό, η μάχη για τη Γερουσία απαιτεί από τους Δημοκρατικούς να κερδίσουν σχεδόν όλα τα κρίσιμα «μέτωπα» ταυτόχρονα, κάτι που εξηγεί γιατί, ακόμη και σε περιβάλλον φθοράς της κυβέρνησης, είναι ιδιαίτερα δύσκολο η Γερουσία να αλλάξει χέρια. Δύσκολο αν και όχι ακατόρθωτο - αν οι Δημοκρατικοί αποδώσουν καλύτερα σε εθνικό επίπεδο θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την κρίσιμη 51η πολιτεία. Στις εκλογές για τη Γερουσία επίσης μετρά συχνά όχι μόνο το κόμμα αλλά και ο υποψήφιος: η ποιότητα, η μετριοπάθεια, η σχέση με την τοπική κοινωνία.
Παλαιότερα, οι ενδιάμεσες εκλογές κρίνονταν περισσότερο στο κέντρο· σήμερα, στην εποχή της ακραίας πόλωσης, κρίνονται στην κινητοποίηση των βάσεων και σε λίγες δεκάδες περιφέρειες. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί λιγότερο από το ποιος κερδίζει το κέντρο και περισσότερο από το ποιος πείθει τους «δικούς» του να προσέλθουν στην κάλπη.
Gerrymandering και «πόλεμος» των εκλογικών χαρτών
Κανένα όμως στοιχείο δεν επηρεάζει τόσο αθόρυβα και ύπουλα το αποτέλεσμα όσο το διαβόητο gerrymandering. Πρόκειται για τη χάραξη εκλογικών περιφερειών από τις εκάστοτε πολιτειακές πλειοψηφίες με κομματικά κριτήρια ώστε να μεγιστοποιείται το όφελος ενός κόμματος. Ο όρος γεννήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα στη Μασαχουσέτη, όταν ο κυβερνήτης Έλμπριτζ Γκέρι (Elbridge Gerry) ενέκρινε έναν χάρτη που είχε καταλήξει να έχει τόσο αλλόκοτο σχήμα που παρομοιάστηκε με σαλαμάνδρα (salamander) - εξ ου και το gerrymandering ως πρακτική.
Από τότε, η μέθοδος εξελίχθηκε σε «επιστήμη»: με βάση δημογραφικά και εκλογικά δεδομένα, οι χάρτες σχεδιάζονται δρόμο προς δρόμο. Όσοι συντάσσουν τους χάρτες γνωρίζουν με ακρίβεια ποιο τετράγωνο ψηφίζει τι. Στόχος είναι είτε το «packing» (στοίβαγμα των ψηφοφόρων του αντίπαλου κόμματος σε λίγες περιφέρειες ώστε να συγκεντρωθούν εκεί οι ψήφοι τους, μειώνοντας έτσι την επιρροή τους αλλού) είτε το «cracking» (διάσπασή τους σε πολλές περιφέρειες ώστε να μη συγκεντρώνει το αντίπαλο κόμμα πλειοψηφία πουθενά).
Στην πράξη, το gerrymandering ισοδυναμεί με το να επιλέγουν οι πολιτικοί τους ψηφοφόρους αντί να συμβαίνει το αντίστροφο. Καταγγέλλεται ως εκτροπή της δημοκρατικής διαδικασίας, ωστόσο καλά κρατεί και ειδικά μετά την απογραφή του 2020, το φαινόμενο οξύνθηκε. Η διαφορά σήμερα είναι ότι η μάχη μεταφέρθηκε και στα μέσα της δεκαετούς περιόδου απογραφής, κάτι ασυνήθιστο αλλά πολιτικά δελεαστικό για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πέρυσι κάλεσε τις «κόκκινες» πολιτείες του Τέξας, του Μιζούρι και της Βόρειας Καρολίνας να επανασχεδιάσουν τους εκλογικούς χάρτες για να στερήσουν επτά έδρες από τους Δημοκρατικούς. Ήταν η αφετηρία του «πολέμου» των εκλογικών χαρτών.
Οι Δημοκρατικοί αντεπιτέθηκαν απαντώντας με το ίδιο νόμισμα· στην Ιντιάνα υπήρξαν αντιδράσεις εντός των ίδιων των Ρεπουμπλικανών, στο Οχάιο δικομματική επιτροπή υιοθέτησε «ηπιότερους» χάρτες από τους αναμενόμενους, ενώ δικαστικές αποφάσεις σε άλλες πολιτείες, όπως στην Γιούτα, βελτίωσαν τις πιθανότητες των Δημοκρατικών. Το σημαντικότερο πλήγμα για τους Ρεπουμπλικανούς ήρθε στην Καλιφόρνια, όπου εγκρίθηκαν νέοι χάρτες που μπορεί να τους κοστίσουν έως και πέντε έδρες στη Βουλή, ουσιαστικά εξουδετερώνοντας τα κέρδη που προσδοκούσαν από το Τέξας.
Στη Βιρτζίνια, η εκλογή της Δημοκρατικής Άμπιγκεϊλ Σπάνμπεργκερ ως κυβερνήτη άνοιξε τον δρόμο για νέα αναδιάταξη περιφερειών, με αποτέλεσμα η πολιτεία να οδεύει τώρα προς πολύ ευνοϊκότερο συσχετισμό για τους Δημοκρατικούς στο νέο Κογκρέσο. Το τελευταίο επεισόδιο στον πόλεμο των εκλογικών χαρτών γράφηκε προ ημερών στη Φλόριντα του κυβερνήτη Ρον ΝτεΣάντις, όπου ο εκλογικός χάρτης ανασχεδιάστηκε με τρόπο που να εξασφαλίζονται τέσσερις επιπλέον έδρες για τους Ρεπουμπλικανούς στη Βουλή.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου πλειοψηφούν οι συντηρητικοί δικαστές, έχει περιορίσει εν τω μεταξύ τα περιθώρια παρέμβασης κατά της καθαρά κομματικής χειραγώγησης, θεωρώντας σε παλαιότερες αποφάσεις ότι πρόκειται κυρίως για πολιτικό και όχι δικαστικό ζήτημα. Το δικαστικό πλαίσιο γίνεται δηλαδή λιγότερο προστατευτικό, άρα οι πολιτειακές νομοθεσίες αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ. Αυτό αυξάνει τη σημασία κάθε τοπικής εκλογής και κατ’ επέκταση η μάχη του επανακαθορισμού των εκλογών περιφερειών μπορεί να αποδειχθεί εξίσου κρίσιμη με τη μάχη της κάλπης.
Νέα απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου εντός της περασμένης εβδομάδας για τον περιορισμό βασικής διάταξης του Νόμου περί Δικαιωμάτων Ψήφου του 1965 εκτιμάται δε ότι θα έχει σοβαρές συνέπειες για την εκπροσώπηση των μειονοτήτων στο Κογκρέσο, ιδίως των Αφροαμερικανών και ισπανόφωνων.
Η απόφαση, που αφορούσε την ακύρωση του εκλογικού χάρτη της Λουιζιάνα με το σκεπτικό ότι έγινε υπέρμετρη χρήση φυλετικών κριτηρίων, θεωρείται από τους επικριτές της ως αποδυνάμωση ενός από τα τελευταία θεσμικά «φρένα» απέναντι στο ακραίο gerrymandering. Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε έναν αέναο «πόλεμο» εκλογικών χαρτών, με λιγότερες ανταγωνιστικές έδρες και ακόμη μεγαλύτερη πόλωση στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.
Με φόντο τις προεδρικές εκλογές του 2020, τα γεγονότα στο Καπιτώλιο και τα περί εκλογικής νοθείας στα οποία επιμένει έως σήμερα ο Αμερικανός πρόεδρος, ανάμεσα στα ανοιχτά ερωτήματα της 3ης Νοεμβρίου βρίσκεται και το πώς θα αντιμετωπίσει ο Ντόναλντ Τραμπ μία ενδεχόμενη ήττα -ιδίως στην περίπτωση που περάσει και η Γερουσία στον έλεγχο των Δημοκρατικών. Αν οι Ρεπουμπλικανοί χάσουν οριακά τη Βουλή, δεν μπορεί να αποκλειστεί κύμα δικαστικών προσφυγών, παρεμβάσεων στην καταμέτρηση, καθυστερήσεις στην επικύρωση αποτελεσμάτων, καταγγελίες για την επιστολική ψήφο ή πολιτική πίεση σε τοπικούς αξιωματούχους. Αναμφισβήτητα θα ξεκινήσει πρόωρα και η μάχη της διαδοχής στο «βασίλειο» του MAGA και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, με τους Τζέι Ντι Βανς και Μάρκο Ρούμπιο ήδη να διαγκωνίζονται.
