Το νέο σύστημα ανασφάλειας και το Ιράν
Κ. Λάβδας

Το νέο σύστημα ανασφάλειας και το Ιράν

Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου εισήλθε σε περίοδο ανακωχής με το μνημόνιο της 17ης Ιουνίου, το οποίο παραθέτει 14 σημεία βάσει των οποίων θα δοκιμαστούν οι πιθανότητες για ειρήνη. Εάν η ανακωχή αποδειχτεί προοίμιο ειρήνης και όχι προσωρινή εκεχειρία, κάτι εξαιρετικά αβέβαιο, τότε θα πρόκειται για μερική, τουλάχιστον, ακύρωση των τάσεων στρατηγικού μετασχηματισμού της Μέσης Ανατολής που ξεκίνησαν κατά την πρώτη περίοδο Τραμπ και εμπεριείχαν ιδιαίτερα επιτυχημένες κινήσεις, που οδήγησαν στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Θα σημάνει, παράλληλα, την εντονότερη αμφισβήτηση της επιβίωσης ενός συστήματος ασφάλειας στο οποίο οι ΗΠΑ αποτέλεσαν ταυτόχρονα κρίσιμο πάροχο ασφάλειας και ηγεμονικό σημείο αναφοράς. 

Αν μη τι άλλο, η Τεχεράνη πέτυχε σε μια από τις αρχικές στοχεύεις της, όπως τις περιγράφαμε από τον Μάρτιο, δηλαδή την προσπάθεια να αντέξει στο χρόνο και να επιβιώσει το στυγνό καθεστώς της «μέχρι να αναδειχθεί σταδιακά η λανθάνουσα διάσταση στόχων μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ. Ο Τραμπ θέλει μια κατά το δυνατό γρήγορη και εντυπωσιακή νίκη, ο Νετανιάχου επιμένει στην ανάγκη πλήρους κατάρρευσης και αλλαγής του καθεστώτος του Ιράν και μεταβολής του ρόλου του στην ευρύτερη περιοχή, ενδεχομένως και των συνόρων του».

Με τα νέα δεδομένα, σε πρώτη ανάγνωση, η καθαρά συμβιβαστική για τις ΗΠΑ συμφωνία είναι αποτέλεσμα της επικέντρωσης του Τραμπ στα άμεσα αποτελέσματα (πετρέλαιο, χρηματιστήρια, πίεση και υποσχέσεις επενδύσεων από Κατάρ) και μάλιστα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, με πολλές ρεπουμπλικανικές έδρες να απειλούνται λόγω και του αυξανόμενου πληθωρισμού. Ενώ επαφίεται στις 60 ημέρες των διαπραγματεύσεων (που άλλωστε «μπορούν να παραταθούν περαιτέρω με αμοιβαία συναίνεση») η διευκρίνηση ζητημάτων που όμως δεν αποτελούν λεπτομέρειες. Από αυτά τελικώς θα κριθούν και η διέλευση των Στενών (που προσωρινά ανοίγουν «χωρίς χρεώσεις για 60 ημέρες», σύμφωνα με το σημείο 5) και ο βαθμός εμπλουτισμού ουρανίου και η αναπόφευκτη σύγκριση με τη συμφωνία Ομπάμα, αλλά και οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι που δεν αναφέρονται ενώ προφανώς ανησυχούν το Ισραήλ και όχι μόνο. 

Φυσικά, όπως επίσης επισημαίναμε τον Μάρτιο, οι στρατιωτικές επιτυχίες των ΗΠΑ δεν συνεπάγονται απαραίτητα την έκβαση του πολέμου σύμφωνα με τα σχέδιά τους: «το γεγονός ότι η συνεχιζόμενη καταστροφή του Ιράν δεν συνεπάγεται απαραίτητα αύξηση των πιθανοτήτων για διπλωματική λύση οφείλεται στη φύση του αυταρχικού και θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης. Υπάρχει ακραία ασυμμετρία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης αναφορικά με τα κριτήρια αλλά και τη σημασία της εσωτερικής πίεσης ως προς τον τερματισμό του πολέμου». Η φύση και οι αβεβαιότητες του μνημονίου της 17ης Ιουνίου, που παραπέμπουν στις επόμενες εβδομάδες για τη διευκρίνηση σχεδόν όλων των κρίσιμων σημείων, δεν πρέπει να παραπλανούν σε σχέση με ένα, τουλάχιστον, ζήτημα που είναι σαφές και το οποίο μπορεί να προσεγγιστεί με διαφορετικούς τρόπους, χωρίς όμως να αμφισβητείται ο πραγματολογικός πυρήνας του. 

Σύμφωνα με το σημείο 2 του μνημονίου, οι κυβερνήσεις του Ιράν και των ΗΠΑ «αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σέβονται την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα η μία της άλλης και να απέχουν από κάθε παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της άλλης». Με δυο λόγια, δεν αμφισβητείται πλέον το καθεστώς του Ιράν. Φυσικά, αυτό μπορεί να προσεγγιστεί είτε ως κυνική προδοσία της ιρανικής αντιπολίτευσης από τις ΗΠΑ είτε ως επαναφορά του Τραμπ στις αρχικές του θέσεις περί μη αλλαγής καθεστώτων - εκτός αν πρόκειται για επιμέρους, στοχευμένες παρεμβάσεις που κρίνονται επαρκείς για τους συγκεκριμένους στόχους της Ουάσιγκτον, όπως στη Βενεζουέλα.

Το Ιράν, που όπως εξαρχής φώναζαν οι στοιχειωδώς ενήμεροι παρατηρητές, βεβαίως δεν είναι Βενεζουέλα, εφάρμοσε σε αυτό τον πόλεμο -από πολιτική άποψη- γνωστές, βασικές τακτικές κινήσεις, προσαρμοσμένες βεβαίως στο είδος του ακραία αυταρχικού καθεστώτος του. Σε αυτές ανήκει και η χρήση του πολέμου για την εξασθένιση και περιθωριοποίηση των εσωτερικών αντιπάλων. Εν προκειμένω, πρόκειται κυριολεκτικά για εξόντωση χιλιάδων Ιρανών τον Δεκέμβριο 2025 και τον Ιανουάριο 2026. Η Διεθνής Αμνηστία, το BBC, ο Guardian, η Deutsche Welle, το CIVICUS Lens και πολλοί άλλοι φορείς και οργανισμοί, υπολόγισαν ότι οι νεκροί Ιρανοί ήταν το λιγότερο τριπλάσιοι από τους 3.117 που παραδέχτηκε η Τεχεράνη, με κάποιους υπολογισμούς να τους ανεβάζουν στους 30.000. 

Όπως πολύ εύστοχα έχει επισημάνει η Laura Secor, αυτό που συνέβη στο εσωτερικό του Ιράν στα τέλη του Δεκεμβρίου 2025 ήταν, στην πραγματικότητα, η μεγαλύτερη κοινωνική κινητοποίηση από την επανάσταση του 1979. Η οικονομική κατάρρευση σε συνδυασμό με την αντίδραση στην ακραία πολιτική και θρησκευτική καταπίεση, πυροδότησαν διαμαρτυρίες στα αστικά κέντρα που εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα, προσελκύοντας ένα ευρύτερο φάσμα της κοινωνίας σε σχέση με οποιοδήποτε προηγούμενο κύμα αναταραχής μετά το 1979. 

Ως απάντηση, το καθεστώς σκότωσε χιλιάδες Ιρανούς υπό συνθήκες απομόνωσης της χώρας και διακοπής του διαδικτύου, συνέλαβε πάνω από 50.000 και επιτάχυνε την επιβολή και εκτέλεση των θανατικών ποινών. Ο Τραμπ τουίταρε το περίφημο «έρχεται βοήθεια», συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εξόντωση της αντιπολίτευσης: η βοήθεια δεν ήλθε, ενώ η εξέγερση μπορούσε εύκολα να στιγματιστεί ως «ξενοκίνητη» και «προδοτική» από τους δικαστικούς και άλλους βραχίονες του θεοκρατικού καθεστώτος και των Φρουρών της Επανάστασης. 

Η αποδεκατισμένη όσο και κατακερματισμένη αντιπολίτευση θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να συνασπιστεί κάποια στιγμή στο μέλλον για να φέρει την πολιτική και θεσμική αλλαγή. Από την άλλη όμως πλευρά, οι υπαρκτές και βαθιές πληγές του καθεστώτος, των δυνάμεών και των υποδομών του θα αποκατασταθούν με την πάροδο του χρόνου, αν η εν λόγω συμφωνία επιβιώσει. Ως αποτέλεσμα, το παρόν καθεστώς είναι -στην επόμενη περίοδο- πιθανότερο να ενισχυθεί αντί να μετασχηματιστεί. Γενικότερα, ο «άξονας της αντίστασης» εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά υπολείμματα με δυνατότητες στα τρομοκρατικά δίκτυα και τους θύλακες τρομοκρατίας. 

Όπως προαναφέραμε, έχει ήδη ξεκινήσει σε κύκλους της δημοσιότητας η απόδοση ευθυνών για την πιθανότητα κατάρρευσης της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν στην κυβέρνηση του Ισραήλ. Ανεξαρτήτως των πολλών και διαφόρων σοβαρών ζητημάτων που θέτουν οι επιλογές της κυβέρνησης Νετανιάχου, η πραγματικότητα είναι ότι μια Χεζμπολλάχ που διατηρεί τη δυναμική της στο Λίβανο αποτελεί ταυτόχρονα συνεχή απειλή για το Ισραήλ και εγγύηση συνέχισης της παράλυσης του κράτους του Λιβάνου. Το ειδικό συνταγματικό πλαίσιο του οποίου είναι δύσκολο να λειτουργήσει στις εκρηκτικές περιφερειακές συνθήκες, καθίσταται όμως εντελώς ανεφάρμοστο όσο το Ιράν εξακολουθεί να ελέγχει μια πολιτικά αλλά και στρατιωτικά λειτουργική Χεζμπολλάχ. Οι επιπτώσεις της εξελισσόμενης διένεξης μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και της κυβέρνησης Νετανιάχου θα είναι σημαντικές για την ευρύτερη περιοχή. 

Το νέο σύστημα ανασφάλειας 

Ποιος, τελικά, θα είναι ο αντίκτυπος της συμφωνίας (αν υποθέσουμε ότι δεν καταρρεύσει, οπότε το Ιράν από κοινού με μερίδα της αμερικανικής ηγετικής ομάδας θα δείχνουν το Ισραήλ ως υπαίτιο) για τις σχέσεις της Τεχεράνης με τα αραβικά κράτη της περιοχής, τα οποία τόσο πίεσε; Στην πραγματικότητα, κράτη όπως τα Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Ομάν, θα εντείνουν τις δικές τους, ξεχωριστές προσπάθειες και συμφωνίες, όπως είναι η συμφωνία του Ριάντ με το Πακιστάν. Ακόμη και το ίδιο το Ισραήλ, βλέπει τα όρια της συμπόρευσης με τις ΗΠΑ, όσο και αν η οξύτητα των προχθεσινών δηλώσεων του Βανς εναντίον της ισραηλινής κυβέρνησης δεν μπορεί παρά να είναι και ιδιοσυγκρασιακού χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, σε αυτό το ταχύτατα εξελισσόμενο πλαίσιο, ο συνδυασμός τεράστιας στρατιωτικής ισχύος και περιορισμένης αποτελεσματικότητας έχει επιπτώσεις στη συνολική προσλαμβανόμενη αξιοπιστία των ΗΠΑ ως μεγάλης δύναμης και παραδοσιακού παρόχου ασφάλειας.

Η δεύτερη προεδρία Τραμπ διέσχισε τη γραμμή που χωρίζει τη στρατηγική χρήση του απρόβλεπτου στοιχείου απέναντι στον αντίπαλο από την χαοτική ανατροφοδότηση του σχεδιασμού της ίδιας της στρατηγικής μέσω πληθώρας μεταβλητών που παραμένουν χωρίς σταθερή ιεράρχηση και προτεραιοποίηση. Παρότι στο ενεργειακό πεδίο οι ΗΠΑ βγαίνουν καθαρά κερδισμένες, υπάρχουν άλλες παράμετροι που δημιουργούν ερωτήματα αναφορικά με την όποια συνοχή της γενικότερης αμερικανικής στρατηγικής, ακόμη και αν λάβουμε υπόψη κατά γράμμα τη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Νοεμβρίου 2025. 

Τι κέρδισαν συνολικά οι ΗΠΑ από τον πόλεμο του Ιράν σε σχέση και με την υποτιθέμενη επικέντρωση στον Δυτικό ημισφαίριο εντός ενός ασφαλούς (για τις ΗΠΑ) πλανητικού περιβάλλοντος; Πώς εξηγούνται από στρατηγική (και όχι μικροπολιτική ή ψυχολογική) άποψη οι πρωτοφανείς παλινωδίες αναφορικά με τους στόχους της γενικότερης πολιτικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή; Πώς συνάδει η διατυμπανιζόμενη επιτάχυνση και αύξηση της απόσυρσης δυνάμεων από την Ευρώπη ως τιμωρία των κακών συμμάχων, με την υποτιθέμενη προτεραιότητα αντιμετώπισης της ανόδου της Κίνας; Με δεδομένη την αποτυχία της στρατηγικής του «αντεστραμμένου Νίξον», πώς βοηθά η διαφαινόμενη εναπόθεση της καυτής πατάτας του Ουκρανικού στην Ευρώπη;

Βεβαίως, η εκκωφαντική ανωριμότητα της ΕΕ και η ασημαντότητα των ηγεσιών της δεν βοηθούν. Αλλά, εστιάζοντας στις ΗΠΑ, λείπει πια σήμερα σε καταλυτικό βαθμό η στρατηγική ματιά της ηγεμονικής δύναμης που διατείνεται ότι νομιμοποιείται μέσω (και) της συμβολής της σε έναν κόσμο βασισμένο σε κανόνες. Ούτως ή άλλως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εξελισσόμενης κρίσης είναι ο κατακερματισμός των στοχεύσεων και, παράλληλα, η διάψευση των αναμενόμενων συνεπειών της συγκριτικά συντριπτικής συμβατικής στρατιωτικής υπεροχής των ΗΠΑ. Όμως ακόμη και αν μπορούσαν να εμπλακούν άμεσα η Κίνα ή η Ρωσία, θα ήταν σχετικά απίθανο το σενάριο εμπλοκής τους. Ενώ και στη Δύση υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις, αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στον Παγκόσμιο Νότο. Οι απόψεις στον Παγκόσμιο Νότο δεν ταυτίζονται σε όλα τα θέματα ούτε με αυτές της Κίνας ούτε με εκείνες της Ρωσίας, αντίθετα ορισμένες πολύ σημαντικές ανερχόμενες δυνάμεις, όπως η πυρηνική Ινδία, καθορίζουν τη θέση τους ενίοτε με γνώμονα και την ταυτόχρονη αντιστάθμιση (hedging) άλλων μεγάλων δυνάμεων, με απλά λόγια, και σε σχέση με τις ΗΠΑ και σε σχέση με την Ρωσία, ενόψει της εθνικής προτεραιοποίησης που, εν προκειμένω, προκρίνει την επικέντρωση της αποτροπής (deterrence) αναφορικά με την Κίνα και το Πακιστάν. Ενώ και σε επίπεδο πυρηνικών δυνάμεων (Ρωσία, ΗΠΑ, Κίνα, Γαλλία, Βρετανία, Ινδία, Πακιστάν, Ισραήλ, Βόρεια Κορέα) είναι μάλλον απίθανο αλλά σίγουρα όχι αδύνατο να παρουσιαστούν πραγματικά βέτο/κόκκινες γραμμές στη σημερινή συγκυρία με την μεγάλη Ρωσο-Ουκρανική σύγκρουση σε εξέλιξη και την Μέση Ανατολή σε κρίση.

Όπως έχουμε επισημάνει από χρόνια, η αναδυόμενη πολυκεντρικότητα σε συνδυασμό με την ενίσχυση των μεσαίων δυνάμεων τείνουν να ευνοούν την ανανέωση των περιφερειακών συγκρούσεων, με παράλληλη εξάπλωση των στρατηγικών πολλαπλής αντιστάθμισης και διάχυση των στρατηγικών εξαναγκαστικής διπλωματίας (coercive diplomacy) ακόμη και στις διαδράσεις μεταξύ συμμάχων. Παρότι «αναλύσεις» κάθε είδους επιχειρούν να χρυσώσουν το χάπι με διάφορους τρόπους, γεγονός παραμένει ότι μέσα εξαναγκαστικής διπλωματίας -δηλώσεις, προειδοποιήσεις, εκμετάλλευση αδυναμιών, παρεμπόδιση πρωτοβουλιών, διπλωματικές και οικονομικές κυρώσεις, εκβιαστική χρήση εργαλείων οικονομικής πολιτικής όπως οι δασμοί- χρησιμοποιούνται συστηματικά και σε αυξανόμενο ρυθμό από κράτη προς άλλα κράτη, συνήθως αλλά όχι πάντα ασθενέστερα, για την επίτευξη εθνικών στόχων. Και αυτό συχνά περιλαμβάνει τις διαδράσεις μεταξύ των ΗΠΑ και συμμάχων τους.

Ο πόλεμος του Ιράν και οι μέτριες επιδόσεις των ΗΠΑ αποκαλύπτουν αναδυόμενες πτυχές του νέου συστήματος ανασφάλειας το οποίο θεωρώ ότι διαπιστώνεται στην τρέχουσα περίοδο. Σε αυτό το πλαίσιο, η δεύτερη περίοδος Τραμπ εμφανίζει, ταυτόχρονα, στοιχεία αυξημένης εξαναγκαστικής διπλωματίας κατά πάντων και στοιχεία μειωμένης αποτελεσματικότητας. Τι συμπεράσματα θα εξάγουν οι εχθροί των ΗΠΑ; Τι συμπεράσματα θα εξάγουν οι φίλοι των ΗΠΑ; Για τους τελευταίους, στους οποίους προφανώς συμπεριλαμβάνονται οι Ευρωπαίοι, οι επόμενοι μήνες θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από συνδυασμό σωφροσύνης και στρατηγικής οξύνοιας. Ώστε η περίοδος μετά τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 2028 να έχει κάποιες πιθανότητες να οδηγήσει, ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, σε ένα επόμενο σύστημα ασφάλειας, με περισσότερες αυτονομίες και περισσότερες ανοχές, αλλά και με μια σταδιακά προσαρμοζόμενη συλλογική διαβούλευση για την εκμετάλλευση των προκλήσεων, την ανίχνευση των κινδύνων και την αναζήτηση των λύσεων. 


* Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στη Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ. Βιβλία, επιστημονικά άρθρα και δημόσιες παρεμβάσεις του έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά.