Το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ουγγαρία και η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν δεν συνιστούν απλώς μια εσωτερική πολιτική ανατροπή· αποτελούν έναν γεωπολιτικό σεισμό με δονήσεις που φτάνουν μέχρι την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Για χρόνια, ο Όρμπαν υπήρξε ο βασικός συνομιλητής και ιδεολογικός συγγενής του Ντόναλντ Τραμπ εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λειτουργώντας ως ένας δίαυλος επιρροής και, ταυτόχρονα, ως μοχλός υπονόμευσης της ευρωπαϊκής συνοχής. Μέσω της συστηματικής χρήσης βέτο και της ρητορικής κατά των ευρωπαϊκών θεσμών, η Βουδαπέστη είχε μετατραπεί σε έναν «εσωτερικό αντίπαλο» της Ένωσης. Η απώλεια του Όρμπαν αφήνει τον Τραμπ χωρίς έναν σημαντικό πολιτικό σύμμαχο στο ευρωπαϊκό πεδίο, σε μία περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη και σταθμιστική για την προεδρία του.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι βέβαια μεμονωμένη. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται μια ευρύτερη αποστασιοποίηση από τον τραμπισμό και τα συν αυτώ, ακόμη και από πολιτικές δυνάμεις που στο παρελθόν διατηρούσαν ιδεολογικές συγγένειες και φιλικές σχέσεις μαζί του. Η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία φαίνεται να χαράσσει μια πιο προσεκτική και θεσμική πορεία, ιδιαίτερα μετά την ήττα της στο δημοψήφισμα για τη Δικαιοσύνη. Ειδικά σε ζητήματα όπως ο πόλεμος στο Ιράν, αλλά και απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ προς τον Πάπα Λέοντα, η στάση της είναι εμφανώς πιο ισορροπημένη και αποστασιοποιημένη. Δεν πρόκειται για ιδεολογική μεταστροφή, αλλά για μια συνειδητή επιλογή πολιτικής επιβίωσης μέσα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον που δεν ενστερνίζεται και δεν επικροτεί τις επιλογές του Αμερικανού προέδρου.
Παράλληλα, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δυνητικοί μελλοντικοί «παίκτες» δείχνουν να κρατούν αποστάσεις από το σύστημα Τραμπ. Ο Νάιτζελ Φαράζ στο Ηνωμένο Βασίλειο, το κόμμα AfD στη Γερμανία και η πολιτική παράταξη της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία αντιλαμβάνονται ότι η ανοιχτή ταύτιση με τον Τραμπ δεν αποτελεί πλέον πολιτικό πλεονέκτημα. Σε αυτό συνετέλεσαν αφενός η εχθρική προς την Ευρώπη οικονομική και εξωτερική πολιτική (δασμοί, απειλές κατάληψης της Γροιλανδίας και αποχώρησης από το ΝΑΤΟ) και αφετέρου ο πόλεμος στο Ιράν και οι άμεσες επιπτώσεις του στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται, ο Τραμπ μοιάζει να βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα. Χωρίς τον Όρμπαν ως βασικό σύμμαχο εντός της ΕΕ και με τους υπόλοιπους πιθανούς συνομιλητές να κρατούν αποστάσεις, θα χρειαστεί να αναζητήσει νέους συμμάχους. Αυτοί, όμως, δεν θα είναι απαραίτητα οι ιδεολογικά «καθαροί» συνοδοιπόροι που θα προτιμούσε, αλλά μάλλον επιλογές ανάγκης. Η εφαρμοσμένη πολιτική, άλλωστε, δεν είναι μόνο σκακιέρα ιδεών αλλά συχνά παιχνίδι επιβίωσης.
Είναι πιθανό, λοιπόν, ο Τραμπ να αναγκαστεί να αμβλύνει τη ρητορική του απέναντι στην Ευρώπη. Οι αιχμηρές γωνίες που χαρακτήριζαν τον λόγο του ίσως λειανθούν, όχι από μεταμέλεια, αλλά από αναγκαιότητα. Η αναζήτηση νέων διαύλων επικοινωνίας με πιο μετριοπαθείς Ευρωπαίους ηγέτες θα αποτελέσει μια πρακτική προσαρμογή σε μια πραγματικότητα που δεν του είναι πλέον τόσο φιλική.
Ωστόσο, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, οι βαθύτερες επιδιώξεις του δύσκολα αλλάζουν. Ο Τραμπ εξακολουθεί να βλέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως σύμμαχο, αλλά ως ανταγωνιστή. Η δημοσίως και εναργώς διατυπωμένη προτίμησή του για μια Ευρώπη κατακερματισμένη, διαιρεμένη σε εθνικές σφαίρες επιρροής, παραμένει. Μια τέτοια Ευρώπη θα ήταν πιο εύκολα διαχειρίσιμη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, λιγότερο συνεκτική και, άρα, λιγότερο ισχυρή.
Οι εξελίξεις στην Ευρώπη, με αιχμή το τέλος της εποχής Όρμπαν, υποχρεώνουν τον Ντόναλντ Τραμπ να κινηθεί σε ένα πιο περιοριστικό πλαίσιο. Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πιθανότατα θα ενισχύσουν τα θεσμικά αντίβαρα απέναντί του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα γίνει περισσότερο προβλέψιμος. Αν κάτι, ωστόσο, μπορούμε να διδαχθούμε από τις ουγγρικές κάλπες είναι πως ακόμη και τα πιο εδραιωμένα ανελεύθερα καθεστώτα δεν διαρκούν για πάντα. Οι κοινωνίες, αργά ή γρήγορα, βρίσκουν τρόπο να αλλάξουν την πορεία τους. Κι αυτό ας το κρατήσουμε.
*Ο Δημήτρης Τζανιδάκης είναι Διεθνολόγος και Πολιτικός Επιστήμονας, μέλος του ΔΣ του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη
