Αν ζούσε ο Κέυνς σήμερα…

Αν ζούσε ο Κέυνς σήμερα…

Του Ηλία Πεντάζου*

Πριν λίγο καιρό σε άρθρο μου για την μελλοντική πορεία της οικονομίας, επιχειρηματολόγησα ότι θα μπορούσαμε να αισιοδοξούμε για τις εξελίξεις αλλά μόνο υπό την απαραίτητη εκπλήρωση κάποιων προϋποθέσεων. Ανέφερα ότι μόνο μέσα από πολιτικές αύξησης της “ενεργού προσφοράς” μπορούμε να βγούμε από το τούνελ και όχι από την ξεπερασμένη από τα πράγματα πολιτική της “ενεργού ζήτησης” που ναι μεν δίδασκε ο Κέυνς (επιδοματική πολιτική, προστατευτισμός, διοικητικά μέτρα) αλλά και που ο ίδιος αντέστρεψε αργότερα. Σε αυτή μου τη θέση δέχθηκα καλόπιστη κριτική ότι “ο Κευνσιανισμός μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά όταν ενισχυθούν και οι δυο πόλοι του, δηλ. προσφορά και ζήτηση, διότι αν δεν ενισχυθεί η ζήτηση κάτι θα πάει “στραβά” στα χαμηλά εισοδήματα..”

Επειδή επικρατούν παρανοήσεις ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το 1929 στο κραχ της Αμερικής αλλά και σε άλλες αναπτυγμένες χώρες, οι κευνσιανές συνταγές για τόνωση της ζήτησης και ενίσχυσης των δημοσίων επενδύσεων, βοήθησαν να απορροφηθεί η κρίση, πλην όμως όταν αποκαταστάθηκαν τα πράγματα και η οικονομική πραγματικότητα άλλαξε, η ίδια αυτή συνταγή για την καταπολέμηση της ανεργίας, έγινε αφετηρία νέων κρίσεων, οδηγώντας σε νέα ανεργία.

Παρόλο που ο Κέυνς στη “Γενική Θεωρία της Απασχόλησης” αρχικά είχε ταχθεί κατά της νεοκλασικής οικονομικής αντίληψης και κατ' επέκταση και του οικονομικού φιλελευθερισμού, όντας όμως πολύ επιφυλακτικός με τον κρατισμό και έχοντας μοναδική αίσθηση της πραγματικότητας, δήλωνε αργότερα το περίφημο “όταν οι συνθήκες αλλάζουν, αλλάζει και η γνώμη μου”, παίρνοντας καθαρή θέση ότι “το κράτος πρέπει να ελέγχει την ροπή προς κατανάλωση…το Δημόσιο να συνεργάζεται με την ιδιωτική πρωτοβουλία…οι επενδύσεις διασφαλίζουν τη απασχόληση…τα μέσα παραγωγής δεν είναι αναγκαίο να κατέχονται από το κράτος..”.

Δυστυχώς, κάποιοι από τους μετέπειτα μαθητές του, πέταξαν στο καλάθι την ορθή κρίση αυτού του χαρισματικού δασκάλου και εκμεταλλεύτηκαν τον κευνσιανισμό ως εργαλείο πολιτικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να εκφυλισθεί σε μία μονολιθική πολιτική που παράγει μόνο χρέη και κρίσεις. Ποιος σώφρων θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η πολιτική της ενεργού ζήτησης που ευαγγελίζονται κάποιοι οπαδοί του, λειτουργεί υπέρ των αδυνάτων σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά όπου προϊόντα, υπηρεσίες και κεφάλαια κινούνται ελεύθερα και διαρκώς? Αν ζούσε ο Κέυνς σήμερα, μπορεί και να αυτοκτονούσε, βλέποντας να τον επικαλούνται οι πολέμιοι των επενδύσεων ότι τάχα θα καταπολεμήσουν την ανεργία σε μια χώρα με ανύπαρκτη ”ενεργό προσφορά” μέσω της “ενεργού ζήτησης”.

Παραμένει βέβαια το διαχρονικό ερώτημα, γιατί δεν μπορεί να αυξηθεί η απασχόληση και το εισόδημα, χρησιμοποιώντας μόνο την θεωρία της ”ενεργού ζήτησης”, κάτι που ο Κέυνς δεν μελέτησε ιδιαίτερα και μάλιστα για κρατικίστικες οικονομίες (όπως η δική μας) που ακολουθούν πολιτικές τόνωσης της ζήτησης χωρίς επαρκή προσφορά. Ο φυσικός νόμος λέει ότι σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανεπάρκεια “ενεργού προσφοράς” νομοτελειακά θα προκαλέσει ροπή προς εισαγωγές και επερχόμενο δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Στη χώρα μας δεν υπάρχει ανταγωνιστική παραγωγή προϊόντων “διεθνώς εμπορεύσιμων” που η εξαγωγή τους θα φέρει τα ευρώ που χρειαζόμαστε για να καλύψει το κράτος τις δαπάνες του. Η μη ανταγωνιστικότητα όμως, επηρεάζει και την εσωτερική αγορά γιατί δεν είσαι σε θέση να ανταγωνισθείς το όποιο αλλοδαπό προϊόν στη σχέση "αξία προς τιμή". Υστερούμε λοιπόν σε "ενεργό προσφορά" και όση "ενεργός ζήτηση" να προκληθεί τεχνητά, δεν θα βοηθήσει σε αυτό. Αυτή η υστέρηση πηγάζει από το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις αφ' ενός αντιμετωπίζουν ένα χαοτικό θεσμικό πλαίσιο, ένα βαθύ κράτος με εμφανή διαφθορά και γραφειοκρατία, πιστωτική ασφυξία, μη εξυπηρετήσιμα χρέη και υπερφορολόγηση σε σχέση με ξένους ανταγωνιστές, αφ' ετέρου έχουν και ευθύνες διότι στις καλές εποχές δεν μερίμνησαν να οργανωθούν προς όφελος του συμφέροντός τους και των εργαζομένων τους, εγκαθιστώντας κανόνες συνετής διοίκησης και χρηστής εταιρικής διακυβέρνησης, αλλά συνήθισαν στα εύκολα κέρδη μέσω κρατικών επιδοτήσεων, φοροδιαφυγής και θαλασσοδανείων.

Μοναδική θεραπεία για την αποκατάσταση της "ενεργού προσφοράς" είναι μόνον οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις - τις οποίες ο Κέυνς είχε ως σημαία - αλλά και οι δύο θα χρειαστούν χρόνο. Πως θα προχωρήσουν όμως με καθημερινές απεργίες και διαδηλώσεις από βολεμένες μειοψηφίες με απίθανα αιτήματα και εχθρική διάθεση σε κάθε αλλαγή? Οι ευθύνες της ελληνικής κοινωνίας είναι μεγάλες για το ότι ανέχεται, στο μέτρο που δεν αντιδρά, όλα αυτά τα φαινόμενα, ενώ από την άλλη σπεύδει αβασάνιστα να “ξορκίσει” οτιδήποτε της σερβίρουν ως ”νεοφιλελεύθερο” μέτρο χωρίς να μπει καν στον κόπο να σκεφθεί και να κρίνει. Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση και καθήκον να εκπαιδεύσει την ελληνική κοινωνία στην ωριμότητα και να προχωρήσει αταλάντευτα στις πολιτικές που θα μας βγάλουν από το τέλμα.

* Ο Ηλ. Πεντάζος είναι Οικονομολόγος, τ. ΓΓ. του Υπουργείου Οικονομικών