Δύο μήνες από την έναρξη του πολέμου και οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δημιουργούν νέα δεδομένα και μεγαλύτερη ανησυχία και αβεβαιότητα. Η αναμενόμενη μη αποδοχή της ιρανικής πρότασης για άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων με παράλληλη άρση του «κλεισίματος» των Στενών του Ορμούζ, προκειμένου να επαναληφθεί η διαδικασία, οδηγεί σε νέο αδιέξοδο τις συνομιλίες.
Καταρχάς, δεδομένου του πλήρους ελέγχου της εσωτερικής κατάστασης από τους Φρουρούς της Επανάστασης, θα πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρο ποιο Ιράν εκπροσωπεί ο υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσι: Αυτό του διαλόγου και της διπλωματίας, ή αυτό της αδιαλλαξίας και της αυτοκαταστροφής; Η «απόσυρση» του Προέδρου της Βουλής και επικεφαλής της διαπραγμάτευσης Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ασφαλώς και δεν είναι καλός οιωνός. Αν θεωρήσουμε ότι ο βασικός στρατηγικός στόχος του Ιράν ήταν η επιβίωση του καθεστώτος, αυτός έχει επιτευχθεί και δεν αμφισβητείται.
Κάτι τέτοιο, βέβαια, φαίνονταν ήδη από τον αδίστακτο τρόπο με τον οποίο κατεστάλησαν οι διαμαρτυρίες του ιρανικού λαού τον περασμένο Ιανουάριο. Μετά από χιλιάδες θύματα και με εξωτερική επίθεση σε εξέλιξη, ήταν απίθανο να υπάρξει και νέα εσωτερική αναταραχή, που να οδηγούσε σε ανατροπή του καθεστώτος. Αυτός ο παράγων είναι σαφές ότι υποτιμήθηκε από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών που θεώρησαν ότι η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή και η ασκηθείσα πίεση θα δρούσε καταλυτικά στις εσωτερικές εξελίξεις.
Μία άλλη παράμετρος που σαφώς υποτιμήθηκε, ήταν η βούληση αλλά και η δυνατότητα ελέγχου των Στενών του Ορμούζ. Μια επιλογή που χαρακτηριζόταν, και ορθώς, καταστροφική και για την οικονομία του Ιράν, παρά το γεγονός ότι είχε αποτελέσει επιλογή και κατά το παρελθόν. Υπ’ αυτή την έννοια, η επιχείρηση «ναυτικού αποκλεισμού» των ιρανικών λιμένων ήταν απολύτως λογική και μάλιστα καθυστέρησε να εφαρμοστεί… Ο «στόλος των κουνουπιών» (‘Mosquito Fleet’) αποτελούμενος από μικρά και μεσαία ταχύπλοα σκάφη των Φρουρών με ικανό οπλισμό ώστε να επιφέρουν πλήγματα ή ακόμα και να προβούν σε κατάληψη μεγάλων δεξαμενόπλοιων, αποτελούν σήμερα το μεγαλύτερο κίνδυνο στα Στενά.
Αυτός ο κίνδυνος είναι πολύ σοβαρότερος και από την υποτιθέμενη (δεν έχει εισέτι αποδειχθεί) ύπαρξη ναρκοπεδίου στο θαλάσσιο δίαυλο και την «υποχρεωτική» χρήση των Στενών μεταξύ των νησιών Κεσμ και Λαράκ, με την είσπραξη ή μη «διοδίων», εντός των ιρανικών χωρικών υδάτων.
Ένα ακόμη αγκάθι για τη διπλωματία αποτελεί και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Αυτό που, κατά δήλωση Τραμπ, είχε απολύτως εξαφανιστεί (’obliterated’) κατά τον πόλεμο των 12 ημερών του Ιουνίου 2025. Το 2018 κατά την πρώτη θητεία του, ο Αμερικανός πρόεδρος, μετά από πίεση του Ισραήλ, απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία JCPOA (Joint Comprehensive Plan of Action, 2015) που είχε επιτύχει ο πρόεδρος Ομπάμα.
Αυτή η συμφωνία προέβλεπε τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος με αντάλλαγμα τη μερική άρση των κυρώσεων. Από το 2019, βέβαια, το Ιράν άρχισε σταδιακά να υπερβαίνει τα όρια της συμφωνίας, ενώ οι προσπάθειες αναβίωσής της τα επόμενα χρόνια δεν είχαν αποτέλεσμα. Πλέον, είναι βέβαιο ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει κατορθώσει να πείσει την παγκόσμια κοινή γνώμη ότι το Ιράν όντως χρειαζόταν πυρηνικά (!) και προφανώς κάνει δεύτερες σκέψεις για την JCPOA, μια και οι βασικές προβλέψεις της είναι και σήμερα στο τραπέζι…
Επιπλέον, είναι σαφές ότι το Ιράν καταδεικνύει πως η συντριπτική ήττα στο πεδίο με πλήρη καταστροφή του Ναυτικού, της Αεροπορίας, της Αεράμυνας και μεγάλου μέρους των αμυντικών υποδομών, της αμυντικής βιομηχανίας και του βλημματικού δυναμικού, δεν σημαίνει απαραίτητα και άνευ όρων συνθηκολόγηση, όταν διατηρείς συγκεκριμένο μοχλό πίεσης (Στενό του Ορμουζ). Από την άλλη, η έλλειψη σαφούς, και πρωτίστως μη μεταβαλλόμενου, πολιτικού στόχου και η ανυπαρξία ξεκάθαρης στρατηγικής εξόδου, είναι δυνατόν να ακυρώσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μία ξεκάθαρη στρατιωτική νίκη.
Μια θετική εξέλιξη για τον πρόεδρο Τραμπ, είναι ασφαλώς η αποχώρηση των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+ (συμμετοχή και της Ρωσίας), ενέργεια που πιθανόν να ακολουθήσουν η Βενεζουέλα (πρωτίστως) αλλά και η Νιγηρία. Έτσι δημιουργούνται νέα δεδομένα αναφορικά με την παγκόσμια αγορά υδρογονανθράκων. Είναι γεγονός ότι τα ΗΑΕ ασφυκτιούσαν από την ποσόστωση στην παραγωγή τους, που τους είχε επιβληθεί για δεκαετίες, και η αυτονόμησή τους σε συνδυασμό με τη λειτουργία του αγωγού Χαμσάν-Φουτζέιρα που παρακάμπτει τα Στενά του Ορμουζ, τους δίνει τη δυνατότητα να χαράξουν τη δική τους πολιτική.
Η κίνηση αυτή επιφέρει σημαντικό πλήγμα στο έως πρότινος παντοδύναμο καρτέλ, με χαμένους τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία, και δίνει μια ανάσα στις οικονομίες της νοτιοανατολικής Ασίας. Παράλληλα, συνδέει τα ΗΑΕ περισσότερο με τις ΗΠΑ (και το Ισραήλ), γεγονός που θα παίξει σημαντικό ρόλο στην επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή.
Όσον αφορά το Λίβανο, το Ιράν πέτυχε τη σύνδεση των δύο μετώπων, μια και η εκεχειρία εκεί ήταν προϋπόθεση έναρξης των συνομιλιών, είναι ξεκάθαρο ότι οι εχθροπραξίες θα συνεχιστούν, όσες παρατάσεις κι αν επιβάλλει ο πρόεδρος Τραμπ. Κι αυτό γιατί ναι μεν υπάρχει σύμπνοια Ισραήλ και προέδρου Αούν, αλλά ο εχθρός είναι άλλος. Η Χεζμπολάχ αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Λιβάνου, με στρατιωτική και πολιτική παρουσία και – επί του παρόντος – «αντιστέκεται στον εισβολέα», γεγονός που της εξασφαλίζει πολύ μεγάλη υποστήριξη και από το μη σιιτικό τμήμα του λιβανικού λαού. Ο αφοπλισμός της είναι αδύνατος, υπό τις παρούσες συνθήκες, και η στενή σχέση με το Ιράν την καθιστά μέρος των διαπραγματεύσεων. Όμως όποια κι αν είναι η κατάληξη στο Ιράν, το μέτωπο του Λιβάνου δεν πρόκειται να κλείσει, καθώς η εξάλειψη της τρομοκρατική οργάνωσης είναι στρατηγικός στόχος του Ισραήλ, που εφαρμόζει στο Νότιο Λίβανο ότι ακριβώς έκανε και με τη Χαμάς στη Γάζα.
Συνεπώς, τι μέλλει γενέσθαι; Η εκτίμηση είναι ότι τα πάντα εξαρτώνται από τον παράγοντα χρόνο που πιέζει και τις δύο πλευρές: Από τη μία, η πίεση που υφίσταται ο πρόεδρος Τραμπ για απεμπλοκή το συντομότερο δυνατόν (ενδιάμεσες εκλογές, αύξηση τιμών, παγκόσμια οικονομία) και από την άλλη η πίεση που υφίσταται το Ιράν από τον ναυτικό αποκλεισμό και δοκιμάζει τα όρια των αντοχών του. Το αφήγημα νίκης του Τραμπ έχει ξεθωριάσει και η διπλωματία δεν είναι δυνατόν να διεξάγεται μέσω αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα. Συνεπώς, το επικοινωνιακό επιτελείο του οφείλει να βρει ένα νέο πιο πειστικό αφήγημα περί νίκης, προκειμένου να βγει από το αδιέξοδο. Διαφορετικά, οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να εισέλθουν σε μια σύγχρονη στρατηγική παγίδευση.
Το χειρότερο σενάριο είναι να επικρατήσουν οι θερμοκέφαλοι που θεωρούν, πιθανώς όχι άδικα, ότι το Ιράν έχει ταπεινώσει τις ΗΠΑ και έτσι να υπάρξει κλιμάκωση με ανάληψη χερσαίων επιχειρήσεων περιορισμένης κλίμακας, όπως η κατάληψη των τριών μικρονήσων δυτικά των ΗΑΕ (μικρή και μεγάλη Τουμπ και Αμπού Μούσα), ή η κατάληψη της νήσου Χαργκ (λιγότερο πιθανό). Η εκτεταμένη επιχείρηση στην ενδοχώρα του Ιράν θα πρέπει να αποκλειστεί, αφενός λόγω υψηλού ρίσκου απωλειών και αφετέρου διότι οι δυνάμεις των ΗΠΑ που έχουν συγκεντρωθεί στην περιοχή είναι μεν ισχυρές για ανάληψη αεροναυτικών επιχειρήσεων, αλλά υπολείπονται πολύ από αυτές που απαιτούνται για τη διεξαγωγή εκτεταμένων χερσαίων επιχειρήσεων. Οι «σημειακές» επιχειρήσεις Ειδικών Δυνάμεων εμπεριέχουν το ρίσκο απωλειών, αλλά δεν αποκλείονται, αναλόγως του κατά περίπτωση στόχου.
Το δεύτερο σενάριο είναι η άμεση και πλήρης απεμπλοκή των ΗΠΑ, που στην παρούσα φάση φαντάζει πολύ δύσκολη, καθώς θα πρέπει να υποστηριχθεί από ένα ικανοποιητικό αφήγημα νίκης. Το τρίτο σενάριο είναι η επανάληψη των βομβαρδισμών ως περαιτέρω μοχλός πίεσης προς το καθεστώς, χωρίς την προσβολή κρίσιμων πολιτικών υποδομών, καθώς κάτι τέτοιο αποτελεί έγκλημα πολέμου. Βέβαια, αυτό θα οδηγήσει στην εκ νέου στοχοποίηση των κρατών του Κόλπου, κάτι που δεν είναι προς το συμφέρον κανενός. Συνεπώς, μένουμε με το φαινομενικά επικρατέστερο σενάριο, που είναι η διατήρηση της παρούσας κατάστασης με οικονομικό στραγγαλισμό του Ιράν από το Ναυτικό των ΗΠΑ και παράλληλα η προσπάθεια περαιτέρω αποσταθεροποίησης του καθεστώτος. Προφανώς, αυτό το σενάριο θα κριθεί στην πράξη, καθώς δεν είναι βέβαιο πόσο μπορεί να αντέξει στο χρόνο…
Καταλήγοντας, η κρίση στη Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια φάση όπου η στρατιωτική ισχύς έχει ήδη αποδείξει τα όριά της και η διπλωματία καλείται να διαχειριστεί όχι μόνο τα αποτελέσματα του πολέμου, αλλά και τις πολιτικές ανάγκες των πρωταγωνιστών του. Και όσο ο χρόνος λειτουργεί ταυτόχρονα ως πίεση και ως παγίδα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ένα τυχαίο επεισόδιο, μια λανθασμένη εκτίμηση ή μια επικοινωνιακή ανάγκη να παρασύρει την περιοχή σε νέα, βαθύτερη σύγκρουση. Η επόμενη ημέρα, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει την υπεροχή στο πεδίο, αλλά από το ποιος θα μπορέσει πρώτος να μετατρέψει την ισχύ σε πολιτικό αποτέλεσμα και τη σύγκρουση σε βιώσιμη διευθέτηση.
* Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (εα), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
