Οι διεθνείς αγορές εμφανίζονται με υψηλές αποτιμήσεις και ενδέχεται να υποχωρήσουν το επόμενο διάστημα, προειδοποιεί ανώτατη αξιωματούχος της Τράπεζα της Αγγλίας, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την αποτίμηση των κινδύνων από τους επενδυτές.
Η υποδιοικήτρια για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, Σάρα Μπρίντεν, δήλωσε σε συνέντευξή της στο BBC ότι οι αγορές δεν έχουν ενσωματώσει πλήρως τους μακροοικονομικούς κινδύνους, παρά το γεγονός ότι οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. «Υπάρχει πολύ ρίσκο εκεί έξω και όμως οι τιμές παραμένουν σε κορυφές. Αναμένουμε ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει προσαρμογή», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η ίδια επισήμανε ότι ο μεγαλύτερος φόβος της είναι το ενδεχόμενο να εκδηλωθούν ταυτόχρονα πολλαπλοί κίνδυνοι, όπως ένα σοβαρό μακροοικονομικό σοκ, απώλεια εμπιστοσύνης στην αγορά ιδιωτικής πίστης και απότομη αναπροσαρμογή στις αποτιμήσεις της τεχνητής νοημοσύνης.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον τομέα της ιδιωτικής πίστης, ο οποίος έχει διογκωθεί τα τελευταία 15 έως 20 χρόνια, φτάνοντας περίπου τα 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Όπως σημείωσε, η αγορά αυτή δεν έχει δοκιμαστεί σε συνθήκες κρίσης τέτοιας κλίμακας, ενώ χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη πολυπλοκότητα και διασυνδέσεις με το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
«Αυτό που μας ανησυχεί είναι μια κρίση στην ιδιωτική πίστη και όχι μια παραδοσιακή τραπεζική κρίση», υπογράμμισε.
Σύμφωνα με το CNBC, παρά τη μεταβλητότητα που έχει προκαλέσει ο πόλεμος με το Ιράν τους τελευταίους μήνες, οι μεγάλες χρηματιστηριακές αγορές έχουν ανακάμψει. Δείκτες όπως ο S&P 500 και ο Nasdaq έχουν επιστρέψει κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ και ο παγκόσμιος δείκτης MSCI εκτός ΗΠΑ καταγράφει άνοδο από την αρχή του έτους.
Ωστόσο, η ανθεκτικότητα αυτή προκαλεί ερωτήματα για το κατά πόσο αντανακλά τα πραγματικά θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας ή αν υποτιμά τους γεωπολιτικούς και χρηματοπιστωτικούς κινδύνους. Η άνοδος του κόστους ενέργειας, οι πληθωριστικές πιέσεις και η αβεβαιότητα γύρω από την πορεία των επιτοκίων αποτελούν παράγοντες που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τις αγορές.
Παρά τις προειδοποιήσεις, ορισμένοι αναλυτές εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι, εκτιμώντας ότι η δυναμική των εταιρικών κερδών και η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να στηρίξουν τις αποτιμήσεις. Όπως σημειώνουν, εφόσον δεν υπάρξει σοβαρή κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω άνοδο.
