Τεχνητή Νοημοσύνη: Ποιος θα πατήσει πρώτος φρένο στην κούρσα των επενδύσεων;

Τεχνητή Νοημοσύνη: Ποιος θα πατήσει πρώτος φρένο στην κούρσα των επενδύσεων;

Μία που βρισκόμαστε ακόμα στον απόηχο του Μουντιάλ, ας θυμηθούμε τι έλεγε ο πιο εγκεφαλικός παίκτης που πάτησε ποτέ γρασίδι στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Ο Ολλανδός μαέστρος της μπάλας Γιόχαν Κρόιφ έλεγε ότι οι κορυφαίοι επιθετικοί στον κόσμο δεν κοιτούν πού βρίσκεται η μπάλα τη δεδομένη στιγμή, αλλά εστιάζουν προνοητικά στο που θα πάει.

Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και στον τεχνολογικό κόσμο. Καθώς ήδη διανύουμε το δεύτερο μισό της χρονιάς, μιας χρονιάς που χαρακτηρίζεται ως το «έτος της απόλυτης επενδυτικής υπερβολής» οι κολοσσοί της τεχνολογίας όπως η Microsoft, η Amazon, η Meta, η Alphabet και η Oracle βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν πόλεμο κεφαλαιουχικών δαπανών, γνωστότερων ως capex, που δεν έχει προηγούμενο.

Mε τις κεφαλαιουχικές τους επενδύσεις να εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα $800 δισ. μέχρι το τέλος του έτους. Και το ερώτημα το οποίο πλανάται πάνω από τη Wall Street, δίχως ωστόσο κανείς να το παραδέχεται δεν είναι πλέον το «πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει η Τεχνητή Νοημοσύνη», αλλά το «ποιος θα είναι ο πρώτος που θα υποχωρήσει» υπό το βάρος αυτών των αστρονομικών ποσών.

Δηλαδή ποιος θα είναι ο τεχνολογικός παίκτης, που δεν θα εστιάζει στο που βρίσκεται τώρα το «παιχνίδι των capex», αλλά στο που θα καταλήξει, και θα πατήσει φρένο.

Η κλίμακα των δαπανών είναι τόσο μεγάλη που πλέον συγκρίνεται ευθέως με εθνικούς προϋπολογισμούς και πολλές φορές τους ξεπερνάει. Το ερώτημα είναι αν αυτό το οικοδόμημα εδράζεται σε πραγματικά θεμέλια ή αποτελεί μια κυκλική χρηματοδότηση όπου τα χρήματα μετακινούνται διαδοχικά από τον έναν παίκτη στον άλλο, δημιουργώντας μια τεχνητή εικόνα ζήτησης, χωρίς ορατά και απτά αποτέλεσμα.

Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), η λεγόμενη και «Υπερτράπεζα των Τραπεζών» έχει ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, εκτιμώντας ότι αυτές οι επενδύσεις σε υποδομές AI αποτελούν «συστημικό κίνδυνο». Η ανησυχία πηγάζει από το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις επενδύσεις αφορούν εξοπλισμούς που απαξιώνονται με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ η κερδοφορία ως αποτέλεσμα των επενδύσεων αυτών παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Όχι μόνο για τους επενδυτές, αλλά για ολόκληρο το σύστημα που συμμετέχει στο κυνήγι της ΑΙ.

Αν κατά τη διάρκεια του 2025 το ενδιαφέρον των επενδυτών ήταν στραμμένο αποκλειστικά στους κατασκευαστές ημιαγωγών, το 2026 η προσοχή έχει μετατοπιστεί. Η αγορά «ξεσκονίζει» πλέον τους ισολογισμούς των παρόχων υπολογιστικού νέφους τους λεγόμενους «cloud hyperscalers». Με την Microsoft, την Amazon και την Meta να βρίσκονται στο στόχαστρο, καθώς οι επενδυτές απαιτούν να δουν συγκεκριμένα ποσοτικά αποτελέσματα από αυτές τις δαπάνες.

Σε πρόσφατη έκθεση της η Morgan Stanley επισημαίνει ότι η αγορά δεν αρκείται πλέον στις υποσχέσεις και προσδοκίες για την επιτυχή ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης. Αναζητά αποδείξεις στα περιθώρια κερδοφορίας και στα έσοδα από το cloud. Καθώς οι προϋπολογισμοί των επιχειρήσεων σφίγγουν, η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να μετατραπεί από μια «λέξη της μόδας» σε εργαλείο εξοικονόμησης κόστους και παραγωγής εσόδων. Και όλοι περιμένουν να δουν το περίφημο «ROI», δηλαδή την απόδοση που θα φέρουν οι επενδύσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι κανένας από τους «Big Tech» δεν τολμά να πατήσει φρένο. Η στρατηγική του «invest or die», δηλαδή του να επενδύεις με το φόβο ότι διαφορετικά θα ξεπεραστείς και σβήσεις, κυριαρχεί παντού. Κάθε εταιρεία φοβάται ότι, αν μειώσει τις δαπάνες της, θα χάσει το τρένο της κυριαρχίας στην τεχνητή νοημοσύνη. Έτσι, οδηγούμαστε σε μια κατάσταση όπου οι εταιρείες αρχίζουν να δανείζονται για να επενδύσουν, καθώς οι λειτουργικές ταμειακές ροές δεν επαρκούν για να καλύψουν τις κεφαλαιουχικές τους ανάγκες.

Αυτό το «κυνηγητό» έχει οδηγήσει σε μια παράδοξη κατάσταση. Παρόλο που η παγκόσμια δαπάνη για AI θα αγγίξει τα $2,52 τρισ. το 2026, οι οργανισμοί βρίσκονται στη λεγόμενη «κοιλάδα της απογοήτευσης». Οι τεχνολογίες είναι διαθέσιμες, αλλά η ουσιαστική ενσωμάτωσή τους στις επιχειρηματικές διαδικασίες αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολη και πολύ πιο δαπανηρή από ό,τι αναμενόταν.

Πολλοί δε θεωρούν, ότι οι ισολογισμοί αρκετών εταιρειών θυμίζουν την Θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα, στο δρόμο για την κατάκτηση της Τροίας.

Έτσι το βασικό ερώτημα παραμένει. Και οι επενδυτές διερωτώνται το ποιος θα «ανοιγοκλείσει τα μάτια» από φόβο, πρώτος σε αυτό το παιχνίδι υψηλών στοιχημάτων, που οι αγγλοσάξονες ονομάζουν «chicken game»; Μια πιθανή υποχώρηση από έναν από τους μεγάλους παίκτες θα μπορούσε να προκαλέσει ντόμινο αντιδράσεων. Αν μια εταιρεία ανακοινώσει περικοπή δαπανών, η αγορά ενδέχεται να το εκλάβει ως «λογική εξυγίανση» και να την επιβραβεύσει, αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να ακολουθήσουν. Ή, αντιθέτως, θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια απότομη διόρθωση στην τιμή της συγκεκριμένης μετοχής αλλά και στις αποτιμήσεις του κλάδου.

Η απάντηση, ίσως, δεν κρύβεται στους αριθμούς, αλλά στην υπομονή των επενδυτών. Μέχρι στιγμής, οι επενδυτές έχουν δείξει τρομερή ανοχή, πιστεύοντας στον αέναη πτήση της AI επανάστασης. Όμως, καθώς πλησιάζουμε στο 2027, η απαίτηση για «ROI» γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Ο πόλεμος των δαπανών πλησιάζει στο σημείο καμπής του. Όποιος καταφέρει να αποδείξει πρώτος ότι η AI είναι κάτι περισσότερο από μια δαπανηρή υποδομή και ότι είναι μια βιώσιμη επιχειρηματική μηχανή παραγωγής κερδών θα είναι ο νικητής που δεν θα χρειαστεί να «τρομάξει».