Όσο περισσότερο σκεφτόμαστε τι είναι αυτό που οδηγεί τις αγορές, και όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνουμε στα δεδομένα, τόσο πιο ολοκληρωμένα καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι ο κινητήριος μοχλός των αγορών, δεν είναι ούτε οι τίτλοι των ειδήσεων, ούτε οι φόβοι για μια νέα διατάραξη της παγκόσμιας εφοδιαστικής, ούτε καν οι επιτοκιακές πολιτικές της Κεντρικής Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών (Fed). Ο κινητήριος μοχλός είναι οι προσδοκίες για υψηλά εταιρικά κέρδη. Προσδοκίες, οι οποίες προς το παρόν συνεχίζουν να επιβραβεύονται με βάση τα αποτελέσματα των εταιρειών του πρώτου τριμήνου (Q1) το 2026.
Όπως ανέλυε προ ημερών σημαντικός Βρετανός διαχειριστής κεφαλαίων σε μια ενδιαφέρουσα τηλεδιάσκεψη, σήμερα τα επιτόκια παίζουν έναν πιο αδύναμο ρόλο στη λήψη των επενδυτικών και χρηματιστηριακών αποφάσεων από ό,τι παλαιότερα. Το συν ή πλην 0,5% ακόμα και 1% ή 1,5% ως μεταβολές στα επιτόκια, ελάχιστα επηρεάζουν τις αγορές. Οι οποίες είναι πλέον εθισμένες σε μεγάλα διψήφια ποσοστά μεταβολών, αποδόσεων, κερδών και υπεραξιών. Και ταυτόχρονα είναι εθισμένες στη σχεδόν αυτόματη επαναφορά των τιμών των μετοχών μετά από κάθε υποχώρηση, στα προηγούμενα επίπεδα ισορροπίας τους.
Εάν εξετάσουμε τα εταιρικά κέρδη που παρουσιάζονται αυτή την περίοδο ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου Q1, αυτό που ξεχωρίζει δεν είναι απλά η ανθεκτικότητα των δεδομένων, αλλά η ισχύς των ισολογισμών. Η μέση εταιρεία του S&P 500 εμφανίζει αύξηση κερδών της τάξεως 16%, ενώ η διάμεση θετική υπέρβαση των εκτιμώμενων κερδών κινείται γύρω στο 6%. Με βάση αυτά τα στοιχεία, κάλλιστα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για την ισχυρότερη επίδοση των τελευταίων τεσσάρων ετών.
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι η δυναμική που καταγράφεται δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Ναι, οι λεγόμενοι «hyperscalers» και οι εταιρείες των ημιαγωγών και μνημών εξακολουθούν να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά η εικόνα αυτή ολοένα και διευρύνεται. Βλέπουμε ανοδικές αναθεωρήσεις των κερδών και σε άλλους κλάδους, όπως των χρηματοοικονομικών, της βιομηχανίας και των κυκλικών καταναλωτικών αγαθών. Αυτό το εύρος δείχνει ότι δεν πρόκειται περί μιας ανόδου «των εταιρειών - ηγεμόνων» της Wall Street, αλλά για κάτι πιο γενικό και ασφαλώς πιο βιώσιμο.
Κι έτσι οι χρηματιστηριακές αγορές και οι μετοχές καταγράφουν νέα ιστορικά υψηλά, την ίδια στιγμή που το γεωπολιτικό περιβάλλον, ιδιαίτερα η σύγκρουση στο Ιράν και οι επιπτώσεις της στο πετρέλαιο, ο πληθωρισμός και οι εφοδιαστικές αλυσίδες, κυριαρχούν στις αναλύσεις των επενδυτικών οίκων και στις εκθέσεις των θεσμικών επενδυτών. Μάλιστα αν παρακολουθήσει κανείς τις τηλεδιασκέψεις των ανακοινώσεων των αποτελεσμάτων, θα ακούσει ανησυχίες για αυξημένα μεταφορικά κόστη, για πιεσμένες εφοδιαστικές αλυσίδες και για υψηλότερες τιμές σε κλάδους, όπως είναι τα χημικά και τα μηχανήματα.
Ίσως εδώ να βρίσκεται και η λεπτή διάκριση. Οι επιπτώσεις αυτές δεν είναι ομοιόμορφες και δεν πλήττουν ολόκληρη την αγορά με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, ο ενεργειακός κλάδος έχει εξελιχθεί σε θετικό συντελεστή της αύξησης κερδών μέσα στο Q1, ενώ οι καταναλωτές υψηλού εισοδήματος παραμένουν σχετικά ισχυροί στηρίζοντας ουσιαστικά την πραγματική οικονομία. Και παρά το υψηλότερο κόστος καυσίμων, δεν παρατηρείται μια ιδιαίτερη κάμψη της συνολικής κατανάλωσης. Άλλωστε και τα νέα από την αγορά εργασίας είναι ιδιαίτερα θετικά και δεν προβληματίζουν την Fed.
Οπότε δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κλασικό σοκ από την πλευρά της ζήτησης. Βρισκόμαστε περισσότερο μπροστά σε μια ανακατανομή των πιέσεων της αγοράς, στην οποία προς το παρόν οι εταιρείες προσαρμόζονται. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, μετακυλούν το αυξημένο κόστος στους πελάτες. Οι θετικές εκπλήξεις από τη μεγέθυνση του κύκλου εργασιών των εταιρειών, κινούνται πάνω από τα ιστορικά επίπεδα.
Φυσικά, τα κέρδη δεν είναι το μόνο κομμάτι του παζλ. Η πολιτική εξακολουθεί να παίζει ρόλο. Το ίδιο και η αλλαγή στις προσδοκίες για τα επιτόκια φέτος. Η Fed είναι σαφώς πιο ανήσυχη για τον πληθωρισμό και η αγορά έχει αναπροσαρμόσει τις προσδοκίες της προς λιγότερες μειώσεις επιτοκίων. Ίσως ακόμη και προς την κατεύθυνση της αυξημένης πιθανότητας νέων αυξήσεων. Αυτή η «ανατιμολόγηση» είναι ίσως και ο βασικός λόγος για τον οποίο οι αποτιμήσεις των εταιρειών υπέστησαν ισχυρές πιέσεις με αποτέλεσμα να διορθώσουν τους τελευταίους έξι μήνες.
Είναι αξιοσημείωτο λοιπόν ότι, παρά το αντίξοο περιβάλλον, οι μετοχές κατάφεραν να σταθεροποιηθούν χάρη στα κέρδη που εμφάνισαν. Όταν τα εταιρικά κέρδη αυξάνονται με ρυθμούς υψηλότερους από τις προβλέψεις, οι μετοχές μπορούν να αποφέρουν ισχυρές αποδόσεις ανεξάρτητα από το αν η Fed μειώνει επιτόκια ή όχι. Και αυτό έγινε στην πράξη.
Ωστόσο, υπάρχει ένας τομέας κινδύνου που αξίζει μεγαλύτερης προσοχής. Ο κίνδυνος είναι η ρευστότητα του συστήματος. Έχουμε δει σχετικές περιόδους πίεσης τους τελευταίους έξι μήνες. Και αυτές οι περίοδοι συνέπεσαν με αντίστοιχες πιέσεις στις αποτιμήσεις των εισηγμένων εταιρειών και στην υποχώρηση των μετοχών τους. Η Fed και το Υπουργείο Οικονομικών παρενέβησαν κατά διαστήματα παίζοντας τον ρόλο του πυροσβέστη, για να σταθεροποιήσουν αυτές τις συνθήκες της αγοράς, συμβάλλοντας στη μείωση της μεταβλητότητας των ομολόγων και στην ουσιαστική στήριξη των αποτιμήσεων των μετοχών.
Φαίνεται ότι οι αγορές έχουν ήδη ξεπεράσει και έχουν αφήσει πίσω τους την περίοδο της σημαντικής διόρθωσης των αποτιμήσεων, με τους δείκτες τιμής προς κέρδη (P/E) να έχουν υποχωρήσει κατά 18% από τα υψηλά του περασμένου φθινοπώρου. Αυτή η προσαρμογή των τιμών εξελίχθηκε καθώς η αγορά αφομοίωνε τους πολλούς και διάχυτους κινδύνους που επισημαίναμε προηγουμένως.
Σήμερα, τα κέρδη όχι μόνο αντέχουν, αλλά επιταχύνονται και διευρύνονται στους περισσότερους κλάδους. Οι κίνδυνοι στους οποίους όλοι επικεντρωνόμαστε, όπως είναι η γεωπολιτική, το πετρέλαιο και οι εφοδιαστικές αλυσίδες, είναι πραγματικοί. Όμως όπως φαίνεται απορροφώνται τόσο από τους ισολογισμούς των εταιρειών, όσο και από τον ενθουσιασμό των επενδυτών.
Παράλληλα, η νομισματική πολιτική της Fed και των υπόλοιπων κεντρικών τραπεζών, δημιουργούν ορισμένα ερωτήματα, τα οποία δεν αρκούν για να ακυρώσουν την πραγματικότητα των κερδών που καθοδηγεί τους επενδυτές. Οι αγορές μετοχών κινούνται από δύο πράγματα: τα κέρδη και τη ρευστότητα. Αυτή τη στιγμή, η αύξηση των κερδών υπερκαλύπτει τις επίμονες ανησυχίες για τη ρευστότητα. Αυτή είναι κλασική συμπεριφορά μιας bull market. Και όσο αυτό συνεχίζεται, οι επενδυτές εκτιμούν ότι η Wall Street θα εξακολουθεί να κινείται ανοδικά.
